Από το Ημίφως της Λάμπας στο Φως των Γραμμάτων
&. Γράφει ο Ηλίας Γιαννακόπουλος, Blog "ΙΔΕΟπολις"
*Η λάμπα-σύμβολο μιας εποχής
Τα πρόσφατα αποτελέσματα της PISA προβλημάτισαν έντονα όχι μόνον την κυβέρνηση και ιδιαίτερα την πολιτική ηγεσία του αρμόδιου υπουργείου, αλλά και την εκπαιδευτική κοινότητα, στο βαθμό που σε αυτά τα αποτελέσματα αποτυπώνεται με ενάργεια η αδυναμία της πλειονότητας των μαθητών να κατανοήσουν επαρκώς ένα κείμενο. Και η αδυναμία κατανόησης ενός κειμένου δεν είναι ένα απλό μαθησιακό έλλειμμα. Αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της εκπαίδευσης, αφού χωρίς κατανόηση δεν υπάρχει ουσιαστική γνώση, κρίση, ερμηνεία και τελικά δημιουργική σκέψη.
Τον προβληματισμό διαδέχτηκε η ανησυχία για την ποιότητα της εκπαίδευσής μας και περισσότερο ακόμη γιγαντώθηκε το ερώτημα για τη γενεσιουργό αιτία του προβλήματος, στο βαθμό που οι σημερινοί μαθητές έχουν πληθώρα ευκαιριών και πηγών ενημέρωσης και γνώσης. Ποτέ ίσως στην ιστορία ο άνθρωπος δεν είχε στη διάθεσή του τόσο πλούσιο και τόσο εύκολα προσβάσιμο πληροφοριακό υλικό. Κι όμως, η αφθονία της πληροφορίας δεν φαίνεται να συνοδεύεται πάντοτε από ανάλογη αύξηση της γνώσης.
Βέβαια, στο παραπάνω ερώτημα οι ειδικοί αντιτείνουν ως απάντηση τη θέση-διαπίστωση: Οι σημερινοί νέοι έχουν πηγές πληροφόρησης-ενημέρωσης αλλά όχι και τον μηχανισμό να μετατρέψουν τις πληροφορίες σε γνώση και τεχνική κατανόησης ή ερμηνείας ενός κειμένου. Η πληροφορία, από μόνη της, δεν είναι γνώση. Χρειάζεται επιλογή, αξιολόγηση, σύνδεση, σύγκριση, κριτική επεξεργασία. Χρειάζεται, με άλλα λόγια, ένας νους εκπαιδευμένος να ξεχωρίζει το ουσιώδες από το επουσιώδες και το αληθές από το ψευδές.
Η πληροφορία σήμερα παρέχεται και διαχέεται αφειδώς από πολλές πηγές, με αποτέλεσμα να μετατρέπεται συχνά σε σύγχυση και, το χειρότερο, να τυγχάνει τέτοιας επεξεργασίας και να διοχετεύεται με τέτοιον τρόπο, ώστε η αλήθεια να φαίνεται ψέμα, το υπαρκτό-δεδομένο να μετατρέπεται σε ανύπαρκτο ή πιθανό και το αντίθετο. Η υπερπληροφόρηση, λοιπόν, δεν είναι πάντοτε συνώνυμη της γνώσης. Μπορεί να γίνει και μια νέα μορφή άγνοιας, όταν ο άνθρωπος χάνει την ικανότητα να αξιολογεί αυτά που προσλαμβάνει.
Έτσι ο σύγχρονος άνθρωπος και ιδιαίτερα ο νέος, χωρίς τον μηχανισμό επεξεργασίας της πληροφορίας, καθίσταται εύκολα θύμα παραπληροφόρησης, όπου η αλήθεια βυθίζεται στα θολά νερά των παρερμηνειών και των επαγγελματιών συνωμοσιολόγων. Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται ένας από τους μεγάλους κινδύνους της εποχής μας: Όχι η έλλειψη πληροφορίας, αλλά η αδυναμία διαχείρισής της. Όχι η σιωπή των πηγών, αλλά ο θόρυβος των πολλών και συχνά αντικρουόμενων φωνών.
Αν, όμως, επιχειρήσουμε μία αναδρομή στα πολύ παλιότερα χρόνια, που η πληροφόρηση και η ενημέρωση ήταν ένα είδος «εν ανεπαρκεία», θα δυσκολευτούμε πολύ να αιτιολογήσουμε τα αποτελέσματα της PISA. Πώς εξηγείται άραγε ότι σε μια εποχή με ελάχιστα βιβλία, ελάχιστες πηγές ενημέρωσης, χωρίς διαδίκτυο, χωρίς τηλεόραση και χωρίς τη σημερινή τεχνολογική αφθονία, υπήρχε τόσο έντονη επιθυμία για μάθηση και γνώση;
Κι ενώ όλες οι παραπάνω διαπιστώσεις και σκέψεις βασάνιζαν τον νου μου, μια εικόνα της πολύ παλιάς εποχής, της εποχής του ’50-’60, από το διαδίκτυο ήταν αρκετή όχι μόνον για τη σύγκριση με τη σημερινή εποχή ως προς τον πλούτο και την ποιότητα της πληροφόρησης-ενημέρωσης, αλλά και για το πάθος και τη φλόγα των νέων της εποχής εκείνης για μάθηση και γνώση.
Κι αυτή η εικόνα δεν ήταν άλλη παρά το δωμάτιο με τη λάμπα και το ημίφως της. Ήταν η εποχή που ο πολιτισμός του ηλεκτρισμού δεν είχε φτάσει ακόμη στην ελληνική επαρχία. Ήταν η εποχή που οι άνθρωποι, πριν κοιμηθούν- και κοιμόντουσαν γρήγορα λόγω της ολοήμερης κόπωσης στις βαριές αγροτικές δουλειές και επειδή η τηλεόραση ήταν ακόμη άγνωστη-γύρω από ένα τραπέζι όλοι σχολίαζαν τα της ημέρας, έκαναν τους υπολογισμούς των πεπραγμένων και σχεδίαζαν το πρόγραμμα της επόμενης.
Η λάμπα στο κεντρικό τραπέζι αποτελούσε το κατεξοχήν απαραίτητο αξεσουάρ του χώρου και του χρόνου-της νύχτας. Δεν ήταν απλώς ένα αντικείμενο χρήσης. Ήταν το μικρό τεχνητό «άστρο» του φτωχικού σπιτιού, ο πυρήνας γύρω από τον οποίο συγκεντρωνόταν η οικογένεια, ο χώρος όπου συναντιούνταν η καθημερινότητα, η εργασία, η κουβέντα και, κάποτε, η μελέτη.
Η λάμπα, το λαμπόγυαλο και η καύσιμη ύλη, το πετρέλαιο, χάριζαν το φως-ημίφως σε έναν φτωχικό χώρο, αλλά τόσο πλούσιο σε ρομαντισμό και ανθρώπινη οικειότητα και ανθρωπιά. Ένα φως λιγοστό, αλλά ζεστό. Ένα φως που δεν επαρκούσε για να φωτίσει όλο τον κόσμο, ήταν όμως αρκετό για να φωτίσει μια μικρή γωνιά του σπιτιού και, κυρίως, μια μικρή γωνιά του ανθρώπινου νου.
Εμβληματικές μορφές σε αυτό το νυχτερινό σκηνικό, υπό το ημίφως της λάμπας, η γιαγιά και φυσικά η νοικοκυρά του σπιτιού, η μάνα, που και οι δύο προσπαθούσαν να τελειώσουν κάποιες ημιτελείς δουλειές της ημέρας. Το ημίφως της λάμπας ήταν τότε μέρος της ζωής, όπως ήταν και η μυρωδιά του πετρελαίου, ο ήχος της καθημερινής εργασίας και η σιωπή που ερχόταν σιγά-σιγά μαζί με τη νύχτα.
Σε κάποια γωνία του δωματίου τα παιδιά ετοίμαζαν τα μαθήματα της επόμενης ημέρας με τα λίγα ή και ανύπαρκτα τότε βιβλία. Το φως της λάμπας ήταν λιγοστό και οι πηγές-κρουνοί πληροφόρησης και ενημέρωσης ανύπαρκτοι έως άκρως περιορισμένο -αφού ακόμη και το ραδιόφωνο ήταν σπάνιο είδος-και μόνο κάποιες πληροφορίες του πατέρα ίσως να κάλυπταν την περιέργεια και το ενδιαφέρον των παιδιών για όσα συνέβησαν έξω από το στενό οικογενειακό περιβάλλον.
Ωστόσο, το πληροφοριακό κενό και την ανάγκη για μάθηση και γνώση την αναπλήρωνε η σφοδρή επιθυμία να γνωρίσουν περισσότερα για έναν κόσμο που ονειρεύονταν. Το φως αυτού του κόσμου τους έλαμπε πιο πολύ μέσα τους και ξεπερνούσε το ημίφως της λάμπας που τρεμόσβηνε διαρκώς, αφού το πετρέλαιο ως καύσιμη ύλη ήταν κι αυτό περιορισμένο και ακριβό. Ίσως τελικά εκεί να βρίσκεται και η μεγάλη αντίφαση της εποχής: Όσο λιγότερο ήταν το εξωτερικό φως, τόσο μεγαλύτερη έπρεπε να είναι η εσωτερική φλόγα.
Θυμάμαι τον εαυτό μου, γύρω στα δέκα μου χρόνια, σκυμμένο πάνω από το τετράδιο, σε μια γωνιά του δωματίου, κάτω από το λιγοστό φως της λάμπας. Το λαμπόγυαλο κιτρινισμένο, το πετρέλαιο να μυρίζει, η φλόγα να τρεμοπαίζει και οι σκιές στους τοίχους να μεγαλώνουν και να μικραίνουν μαζί της. Έσκυβα πιο κοντά για να διαβάσω τα γράμματα και πότε-πότε σήκωνα τα μάτια μου στη μάνα μου, που έκανε τις δουλειές της. Εκείνη έβλεπε το πετρέλαιο που λιγόστευε· εγώ έβλεπα έναν κόσμο που άνοιγε μέσα από τις σελίδες. Δεν θυμάμαι πόσο λίγο ήταν το φως. Θυμάμαι, όμως, πόσο πολύ ήθελα να μάθω.
Αν αποπειραθούμε να συγκρίνουμε το παραδοσιακό δωμάτιο-αναγνωστήριο(!) των νέων της δεκαετίας του ’50-’60 σε ένα επαρχιακό σπίτι με αυτό των σύγχρονων, σίγουρα θα μελαγχολήσουμε και θα θυμηθούμε τους στίχους του Γ. Σεφέρη «Αχ πώς μεγάλωσαν, πώς γεννήθηκαν τα παιδιά μας...» («Ο τόπος μας είναι κλειστός»). Η σύγκριση δεν μπορεί παρά να προκαλεί σκέψεις για το τι κερδίσαμε και τι ίσως χάσαμε μέσα στη μεγάλη πορεία από τη στέρηση στην αφθονία.
Κανείς φυσικά δεν θα ήθελε την επιστροφή σε μία τέτοια πρωτόγονη κατάσταση-άλλο η νοσταλγία!!! Ρομαντικό το ημίφως της λάμπας, αλλά προτιμότερο το άπλετο Φως των σημερινών δωματίων, αρκεί αυτό το φως τους να μην μας θαμπώνει-τυφλώνει και μας παραπλανά. Γιατί το ζητούμενο δεν είναι να επιστρέψουμε στο σκοτάδι του παρελθόντος, αλλά να διασώσουμε μέσα στο άπλετο φως του παρόντος εκείνη την εσωτερική φλόγα που έκανε τον άνθρωπο να αναζητά τη γνώση.
Εν τω μεταξύ, κι ενώ γράφονται όλα τα παραπάνω, ακόμη ηχούν τα λόγια της Μάνας μου (δεκαετία ’60):
«Παιδί μου, σβήσε τη λάμπα. Μην πουλάς μέρα και αγοράζεις νύχτα».
Τα λόγια αυτά της Μάνας μου δεν ήταν μόνον λόγια παραινετικά, αλλά περισσότερο ένα μάθημα οικονομίας και ζωής. Μια μικρή φράση που έκρυβε μέσα της μια ολόκληρη φιλοσοφία. Η οικονομία δεν ήταν τότε θεωρία. Ήταν ανάγκη, καθημερινότητα, τρόπος ζωής. Κάθε σταγόνα πετρελαίου είχε την αξία της, γιατί πίσω από αυτήν υπήρχε κόπος, χρήμα και στέρηση.
Η Μάνα μου δεν νοιαζόταν-μιλούσε μόνο για την οικονομία στο πετρέλαιο, αλλά με τη λαϊκή της σοφία, χωρίς να το συνειδητοποιεί, δίδασκε μία αξία ζωής, την Οικονομία της Ζωής. Να μην ξοδεύουμε, δηλαδή, άσκοπα αυτό που έχουμε, να σεβόμαστε τον κόπο και να σεβόμαστε την αξία του αγαθού, κι ας είναι αυτό το «ευτελές πετρέλαιο». Μια ολόκληρη ηθική της ζωής συμπυκνωμένη σε μια απλή καθημερινή προτροπή.
Στα λόγια της υπήρχε μία όμορφη και αθώα αντίθεση. Εκείνη προσπαθούσε να εξοικονομήσει πετρέλαιο σβήνοντας το φως της λάμπας, κι εγώ να φωτίσω το μυαλό μου. Εκείνη λογάριαζε τις σταγόνες του πετρελαίου κι εγώ, χωρίς να το γνωρίζω τότε, λογάριαζα τις λέξεις και τις γνώσεις που μπορούσα να αποκτήσω. Η δική της οικονομία του υλικού και η δική μου οικονομία του πνευματικού συναντιούνταν κάτω από το ίδιο λιγοστό φως.
Έτσι η λάμπα γίνεται ένα σύμβολο. Λίγο πετρέλαιο, περισσότερο φως στη σκέψη. Η περίεργη αυτή και αιώνια ισορροπία και σύνθεση των αντιθέσεων. Το υλικό και το πνευματικό, το σκοτάδι και το φως, η ανάγκη και το όνειρο, η στέρηση και η επιθυμία για γνώση.
Ίσως κάθε εποχή να έχει τη δική της «λάμπα» και το δικό της χρέος να μετατρέψει το λιγοστό εξωτερικό φως σε άπλετο εσωτερικό φως.
Εμείς θέλουμε να πιστεύουμε πως τα ευρήματα της PISA συνιστούν απλά μια προειδοποίηση και όχι μία μη αντιστρεπτή πραγματικότητα. Ο «λειτουργικός αναλφαβητισμός» που φαίνεται να εμφιλοχωρεί στα πορίσματα της PISA να μείνει ως προειδοποίηση και να μην μας τρομάζει. Να ξαναβρούμε πάλι εκείνη την ικανότητα να απαντάμε γρήγορα και σωστά στην παραδοσιακή αθώα ερώτηση του δασκάλου μας: «Ποιο το νόημα του κειμένου που διαβάσατε;» Να γυρεύουμε, δηλαδή, ή να ανασυνθέτουμε εκείνες τις λέξεις που να μπορούν να συνθέτουν το σώμα της απάντησης στο παραπάνω ερώτημα.
Λέξεις δικές μας που να αποτυπώνουν με πιστότητα τις δικές μας σκέψεις και να αποδίδουν με τη μεγαλύτερη δυνατή νοηματική ενάργεια τα «σκέπτομαι» και τα «θέλω» της ζωής μας. Γιατί η γλωσσική επάρκεια δεν είναι απλώς σχολική δεξιότητα. Είναι προϋπόθεση αυτογνωσίας, επικοινωνίας, κριτικής σκέψης και ελευθερίας. Όποιος δυσκολεύεται να κατανοήσει ένα κείμενο, κινδυνεύει να δυσκολεύεται και να κατανοήσει τον κόσμο που το κείμενο περιγράφει.
Και ίσως-ίσως ακόμη να χρειαστεί να ανακαλύψουμε ή και να εφεύρουμε άλλες νέες λέξεις, γιατί «με αυτές σκεπτόμαστε και με αυτές εκφράζουμε τις σκέψεις μας». Η γλώσσα δεν είναι απλώς ένα δοχείο μέσα στο οποίο τοποθετούμε έτοιμες σκέψεις. Είναι και το εργαστήριο μέσα στο οποίο οι σκέψεις γεννιούνται, αποκτούν μορφή, οργανώνονται και επικοινωνούνται.
Κι αυτό γιατί «οι λέξεις μας είναι το όχημα-ένδυμα της σκέψης μας» και πυρηνικό στοιχείο της ταυτότητάς μας και της ύπαρξής μας γενικότερα. Όσο φτωχαίνει το γλωσσικό μας απόθεμα, τόσο περιορίζονται και οι δυνατότητες με τις οποίες μπορούμε να περιγράψουμε τον εσωτερικό και τον εξωτερικό μας κόσμο. Και αντίστροφα, όσο πλουτίζει η γλώσσα μας, τόσο διευρύνεται ο ορίζοντας της σκέψης μας.
Διαφορετικά κινδυνεύουμε να καταστούμε όχι μόνον «γλωσσικά ανδράποδα» της ΑΙ, με αποτέλεσμα να αδυνατούμε να αυτοπροσδιοριστούμε και να βρούμε το νόημα της ύπαρξής μας, αλλά και απλοί καταναλωτές έτοιμων σκέψεων, έτοιμων λέξεων και έτοιμων απαντήσεων. Η ΑΙ μπορεί να μας βοηθήσει να αναζητήσουμε, να συνθέσουμε και να εκφράσουμε, δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει τη δική μας ευθύνη να σκεφτόμαστε.
Και είναι γνωστό από τη Γλωσσολογία, την Ψυχολογία και την Κοινωνιολογία πως οι «γλωσσικά αφυδατωμένοι ή ποδηγετούμενοι» εύκολα μεταπίπτουν στη θέση του πολιτικού και κοινωνικού ανδράποδου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τα ίδια τα άτομα και την κοινωνία γενικότερα (πρόοδος, δημοκρατία, ελευθερία).
Η γλώσσα, επομένως, δεν είναι απλώς μέσο επικοινωνίας. Είναι και όρος συμμετοχής. Είναι το εργαλείο με το οποίο ο πολίτης διατυπώνει τη σκέψη του, αμφισβητεί, συμφωνεί, διαφωνεί και υπερασπίζεται την ελευθερία του.
Ας ξανακλέψουμε, λοιπόν, λίγο από το ημίφως της λάμπας κι ας ανοιχτούμε με θάρρος και περισυλλογή στον Γλωσσικό ωκεανό της ΑΙ. Να μη φοβηθούμε το καινούργιο, αλλά ούτε και να το λατρέψουμε. Να χρησιμοποιήσουμε τις δυνατότητές του χωρίς να παραδώσουμε σε αυτό τη δική μας σκέψη.
Η τεχνολογία είναι το εργαλείο μας και όχι ο αφέντης μας.
Γιατί τελικά το μεγάλο ζητούμενο δεν είναι πόσο περισσότερο φως έχουμε γύρω μας, αλλά πόσο περισσότερο Φως έχουμε μέσα μας. Από το ημίφως της λάμπας στο Φως των Γραμμάτων, η απόσταση δεν μετριέται μόνο με την τεχνολογική πρόοδο. Μετριέται κυρίως με την ικανότητά μας να μετατρέπουμε την πληροφορία σε γνώση, τη γνώση σε σκέψη και τη σκέψη σε ελεύθερο, υπεύθυνο και ανθρώπινο λόγο.
.jpg)
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου