Οι δύο “αφεντάδες” της ζωής μας…
&. Γράφει ο Ηλίας Γιαννακόπουλος, Blog "ΙΔΕΟπολις"
*Μία απόπειρα εφαρμογής του νόμου του Σκίνερ
«Η φύση έχει θέσει την ανθρωπότητα υπό τη διακυβέρνηση δύο αφεντάδων, του πόνου και της ηδονής. Μόνο σε αυτούς εναπόκειται να υποδείξουν τι πρέπει καθώς και τι θέλουμε να κάνουμε» (Τζέρεμι Μπένθαμ).
Όπως ένας ελαφρύς πονόδοντος ή ο αφόρητος πόνος ενός κατάγματος μπορεί να μας αλλάξει τη ζωή επί το χείρον, άλλο τόσο και η Ηδονή από τη βρώση ενός αγαπημένου μας φαγητού ή από την εμπειρία μιας ερωτικής επαφής μπορεί να αλλάξει τη ζωή μας επί το βέλτιον.
Ο Πόνος και η Ηδονή, λοιπόν, δεν αποτελούν απλώς δύο αντίθετες εμπειρίες, αλλά δύο ισχυρές δυνάμεις που διαπερνούν και κατευθύνουν την καθημερινότητά μας.
Από παλιά και όχι μόνον οι επιστήμονες αλλά και ο απλός άνθρωπος προσπαθούν να ανιχνεύσουν και να περιγράψουν με τη μέγιστη δυνατή ακρίβεια και λογική απόδειξη εκείνον-ους τον-ους παράγοντα-ες που κατευθύνει-ουν τις επιλογές του, καθορίζει-ουν τη συμπεριφορά του και γενικότερα διαμορφώνει-ουν το εσώτερο ΕΙΝΑΙ του.
Είναι αυτός-οί ο παράγοντας-ες που λειτουργούν ως οι απόλυτοι «αφεντάδες» (κατά την έκφραση του Μπένθαμ) και με έναν αφανή ή και εξουσιαστικό τρόπο χειραγωγεί-ούν τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος οδηγείται στο τι να αποφεύγει και τι να επιδιώκει, με απώτατο στόχο όχι μόνον την επιβίωσή του αλλά και την ευτυχία του, την ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑ κατά τους αρχαίους.
Για τον Μπένθαμ, για πολλούς επιστήμονες αλλά και για πολλούς ανθρώπους ο Πόνος και η Ηδονή ανήκουν σε αυτούς τους παράγοντες που με έναν καταλυτικό τρόπο κανοναρχούν τη συμπεριφορά μας και την όλη βιοθεωρία μας. Είναι, θα λέγαμε, δύο αόρατοι ρυθμιστές που βρίσκονται πίσω από πολλές από τις επιλογές μας, ακόμη κι όταν εμείς πιστεύουμε πως αποφασίζουμε αποκλειστικά με τη λογική.
Οι προσωπικές εμπειρίες και τα βιώματα όλων μας συγκλίνουν στην παραπάνω διαπίστωση-θέση, αφού ο καθένας σε κάποια-ες στιγμή ή και περίοδο της ζωής του αντιμετώπισε τις συνέπειες του Πόνου (σωματικού/ψυχικού) και φυσικά καθημερινά ωθείται από μία εσωτερική δύναμη να επιδιώκει την Ηδονή, όχι μόνον ως αντιστάθμισμα-θεραπεία του Πόνου, αλλά και γιατί τη βιώνει ως αναγκαία συνθήκη της σωματικής και ψυχικής του ευεξίας.
Η αποφυγή του Πόνου και η επιδίωξη της Ηδονής δεν συνιστούν πάντοτε μία ενέργεια ορθολογικής σκέψης, αλλά καθαρά προϊόν μιας πηγαίας και ασυνείδητης δύναμης-τάσης που ενισχύεται κι από τις σχετικές εμπειρίες και βιώματα στην πορεία της ζωής του. Πολλές φορές πρώτα αντιδρούμε και ύστερα σκεπτόμαστε. Πρώτα απομακρυνόμαστε από αυτό που μας πονά και κατόπιν αναζητούμε τη λογική εξήγηση της επιλογής μας.
Μια στιγμή να νιώσεις πόνο ή να βρεθείς στο κρεβάτι του Πόνου και αμέσως θα νιώσεις το χαρακτήρα του απευκταίου του. Το αντίθετο ισχύει για την Ηδονή (σωματική/ψυχική) στην οποία όλοι οι άνθρωποι παραδίδονται αμαχητί, ακόμη κι αυτοί που δυσπιστούν στην άκρατη ηδονοθηρία. Ο Πόνος γίνεται όριο, ενώ η Ηδονή γίνεται επιδίωξη· ο ένας μάς κάνει να υποχωρούμε και η άλλη μάς ωθεί να πλησιάζουμε.
Στο σημείο αυτό μπορεί κάποιος να υποστηρίξει πως όλες οι παραπάνω επισημάνσεις, άμεσα ή έμμεσα, μας παραπέμπουν στη «Θεωρία του Σκίνερ», που μελετά, εξετάζει και ερμηνεύει τη συμπεριφορά του ανθρώπου ως προϊόν μάθησης, μέσα από τη συντελεστική εξαρτημένη συμπεριφορά.
Ο Σκίνερ έδωσε ιδιαίτερη σημασία στις συνέπειες μιας συμπεριφοράς: όταν μία συμπεριφορά ακολουθείται από ευχάριστη συνέπεια, έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να επαναληφθεί, ενώ όταν συνδέεται με δυσάρεστη συνέπεια, μπορεί να περιοριστεί.
Έτσι, η Ηδονή μπορεί να λειτουργήσει ως ενίσχυση μιας συμπεριφοράς και ο Πόνος ή η δυσάρεστη συνέπεια ως ανασταλτικός παράγοντας. Η ζωή, επομένως, μπορεί να ιδωθεί και ως ένα διαρκές «μάθημα» μέσα από ανταμοιβές, συνέπειες, εμπειρίες και επαναλήψεις.
Όσο, όμως, κι αν διαφωνούν πολλοί για τον έμφυτο-κληρονομικό χαρακτήρα ή τον κοινωνιογενή (αυτό που μεταβιβάζεται με κοινωνικές διαδικασίες από γενιά σε γενιά) της τάσης του ανθρώπου να αποφεύγει τον Πόνο και να επιλέγει-ενδίδει στην Ηδονή, η αλήθεια παραμένει η ίδια. Ο Πόνος και η Ηδονή λειτουργούν ως οι δύο αφέντες της ζωής μας. Είτε η αφετηρία βρίσκεται στη βιολογία είτε στη μάθηση είτε στην κοινωνική εμπειρία, το αποτέλεσμα είναι πως οι δύο αυτές δυνάμεις ασκούν βαθιά επιρροή πάνω στις επιλογές μας.
Όλοι μας πλέκουμε ένα δίχτυ προστασίας από τον Πόνο κι από την άλλη πλευρά αναζητούμε ή δημιουργούμε εκείνες τις συνθήκες που μπορούν να μας χαρίσουν Ηδονή. Προσπαθούμε να ασφαλίσουμε τον εαυτό μας απέναντι στο δυσάρεστο και ταυτόχρονα να ανοίξουμε δρόμους προς το ευχάριστο. Και πολλές φορές ολόκληρη η καθημερινότητά μας οργανώνεται γύρω από αυτή τη διπλή επιδίωξη.
Πολλές φορές και μόνο ο φόβος από έναν επικείμενο Πόνο μάς συνταράσσει και γι’ αυτό είμαστε σε επιφυλακή και εγρήγορση να αποσοβήσουμε-αποκλείσουμε κάθε τέτοια προοπτική. Και δεν είναι μόνο ο φόβος του Πόνου αλλά και η βίωση του Πόνου που μας φοβίζει και μας παραλύει ψυχικά για τυχόν άλλες παράπλευρες συνέπειες. Ο άνθρωπος, δηλαδή, δεν αντιδρά μόνον στον πραγματικό Πόνο αλλά και στην προσδοκία, στην ανάμνηση ή ακόμη και στη φαντασία του.
Αντίθετα ο άνθρωπος ζει μόνιμα με την ελπίδα βίωσης της Ηδονής και της ψυχικής ευφορίας που αυτή προκαλεί. Ακόμη και η προσδοκία μιας ευχάριστης εμπειρίας μπορεί να γίνει κινητήρια δύναμη. Δεν απολαμβάνουμε, λοιπόν, μόνον την Ηδονή· πολλές φορές απολαμβάνουμε και την προσμονή της.
Να, λοιπόν, γιατί ο άνθρωπος ασυνείδητα και πειθήνια υποτάσσεται στην απόλυτη εξουσία των δύο παραπάνω αφεντάδων (Πόνος και Ηδονή) και κάθε σκέψη και ενέργεια-συμπεριφορά του είναι προσανατολισμένη προς τη δημιουργία εκείνων των συνθηκών που αποκλείουν ή περιορίζουν τις πιθανότητες του Πόνου κι από την άλλη πλευρά πολλαπλασιάζουν τις πιθανότητες-ευκαιρίες για τη βίωση της Ηδονής.
Όλες οι παραπάνω διαπιστώσεις-θέσεις αποτέλεσαν και τη βάση της θεωρίας του Επίκουρου για την Ηδονή, που τόσο παρεξηγήθηκε-πολεμήθηκε από την Εκκλησία και άλλους συντηρητικούς-πουριτανικούς κύκλους. Η Ηδονή, όμως, στον Επίκουρο δεν ταυτίζεται με την αλόγιστη απόλαυση, την κραιπάλη ή την άμετρη ικανοποίηση κάθε επιθυμίας. Αντίθετα, συνδέεται με τη φρόνηση, το μέτρο και την επιλογή.
Πιο συγκεκριμένα ο Επίκουρος ανήγαγε την Ηδονή σε βασικό πυλώνα της θεωρίας του, στο βαθμό που συμβάλλει καταλυτικά στη βίωση της Ευδαιμονίας, σε συνδυασμό με την αποφυγή του Πόνου.
“Και γι’ αυτό λέω πως η ηδονή είναι αρχή και σκοπός του μακαρίως ζην: γιατί αναγνώρισα ότι είναι το πρωταρχικό και συγγενικό με τη φύση μας αγαθό και ότι αυτή είναι η αφετηρία για κάθε επιλογή και για κάθε αποφυγή μας, και ότι σ’ αυτήν καταλήγουμε πάλι, όταν αποτιμάμε το κάθε αγαθό, έχοντας ως κριτήριο το τι αισθανόμαστε. Κι ακριβώς επειδή είναι το πρωταρχικό και σύμφυτο μ’ εμάς αγαθό, για τούτο δεν επιλέγουμε αδιακρίτως κάθε ηδονή, αλλά συμβαίνει ορισμένες φορές να γυρίζουμε την πλάτη μας σε πολλές ηδονές, όταν τα προβλήματα που προκαλούν αυτές οι ηδονές είναι για μας μεγαλύτερα· και υπάρχουν, από την άλλη, πολλοί πόνοι που τους θεωρούμε προτιμότερους από τις ηδονές, εφόσον η ηδονή που θα ακολουθήσει άμα τους υπομείνουμε για κάμποσο, θα είναι για μας μεγαλύτερη. Κάθε ηδονή λοιπόν, ακριβώς επειδή η φύση της μας είναι συγγενική, είναι καλό πράγμα' δεν συμβαίνει όμως να επιλέγουμε αδιακρίτως κάθε ηδονή' ακριβώς όπως κάθε πόνος είναι κακό πράγμα κι ωστόσο δεν είναι όλοι οι πόνοι τέτοιοι που να μπορούμε να τους αποφεύγουμε”.
Δηλαδή, κατά τον Επίκουρο η Ηδονή συνιστά το τέλος μιας μακάριας ζωής που ορίζεται ως η απουσία του σωματικού πόνου (απονία) σε συνδυασμό με τη γαλήνη της ψυχής (αταραξία). Η Ευδαιμονία, επομένως, δεν είναι μία αδιάκοπη συσσώρευση απολαύσεων, αλλά μία κατάσταση εσωτερικής ισορροπίας, όπου ο άνθρωπος έχει απαλλαγεί από τον περιττό φόβο και τον περιττό Πόνο.
«Οὐκ ἔστιν ἡδέως ζῆν, ἄνευ τοῦ φρονίμως καὶ καλῶς καὶ δικαίως ζῆν» (Είναι αδύνατον να ζει κάποιος ευχάριστα, αν δεν ζει με φρόνηση και δικαιοσύνη).
Αξίζει να σημειωθεί πως ο Επίκουρος συνδέει την επιλογή των Ηδονών με κριτήριο και τη λογική-φρόνηση. Δεν είναι όλες οι Ηδονές επιθυμητές ούτε όλες οι οδύνες προς αποφυγήν. Μία πρόσκαιρη Ηδονή μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερο Πόνο, ενώ ένας πρόσκαιρος Πόνος μπορεί να αποτελέσει προϋπόθεση μιας μεγαλύτερης και διαρκέστερης Ηδονής. Εδώ ακριβώς παρεμβαίνει η Φρόνηση ως κριτήριο επιλογής.
Μία άλλη παράμετρος του κριτηρίου επιλογής της Ηδονής ως αναγκαίας συνθήκης για τη βίωση της Ευδαιμονίας ήταν και το στοιχείο της ωφελιμότητάς της. Μία ωφέλεια που δεν αποβλέπει αποκλειστικά στο ίδιον όφελος εις βάρος των άλλων ανθρώπων, αλλά και στη δυνατότητα μιας αρμονικής συμβίωσης, όπου το όφελος του ενός δεν μετατρέπεται σε Πόνο για τον άλλον.
Με αυτό το κριτήριο επιλογής της Ηδονής ο Επίκουρος μπορεί να συσχετιστεί, σε ένα ευρύτερο φιλοσοφικό επίπεδο, με την ανάπτυξη της Τζέρεμι Μπένθαμ θεωρίας του Ωφελισμού κατά τον 18ο αιώνα από τον. Η σχέση, βέβαια, δεν σημαίνει ταύτιση των δύο θεωριών, αλλά μία ενδιαφέρουσα διαχρονική συνάντηση γύρω από το ζήτημα της Ηδονής, του Πόνου και της ανθρώπινης ευημερίας.
Σύμφωνα με αυτήν τη θεωρία, μία πράξη θεωρείται «ηθική» στο βαθμό που προκαλεί το μέγιστο δυνατό όφελος στον μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων. Ο Μπένθαμ μεταφέρει, έτσι, το ζήτημα από το επίπεδο της ατομικής ευδαιμονίας και στο επίπεδο της κοινωνικής ωφέλειας, επιχειρώντας να συνδέσει την Ηδονή και την αποφυγή του Πόνου με την ηθική αξιολόγηση των πράξεων.
Κάπως έτσι, λοιπόν, συναντήθηκε ο Επίκουρος με τον Μπένθαμ και από αυτή τη συνάντηση προέκυψε μία διαχρονική συζήτηση για το πώς ο Πόνος και η Ηδονή επηρεάζουν τις ανθρώπινες επιλογές. Από την ατομική Ευδαιμονία του Επίκουρου μέχρι τη μεγαλύτερη δυνατή ωφέλεια του Μπένθαμ, το ίδιο ερώτημα επανέρχεται: Πώς μπορούμε να ζήσουμε καλά χωρίς η αναζήτηση της Ηδονής να μετατραπεί σε νέα μορφή δουλείας;
Ο Πόνος, λοιπόν, και η Ηδονή μάς διαφεντεύουν και είναι στο χέρι μας να βρούμε τον τρόπο συνύπαρξης και συνύφανσής τους. Δεν μπορούμε να καταργήσουμε τον Πόνο ούτε να μετατρέψουμε τη ζωή σε μία αδιάκοπη γιορτή Ηδονών. Μπορούμε, όμως, να μάθουμε να διαχειριζόμαστε και τους δύο.
Και όπως δεν πρέπει να επιλέξουμε την ακολασία των ανεξέλεγκτων Ηδονών (σαρκικών, ερωτικών...), έτσι δεν θα πρέπει να εξοβελίσουμε άκριτα από τη ζωή μας τον Πόνο που συνοδεύει κάθε προσπάθειά μας για κάτι ψηλότερο-ανώτερο. Η προσπάθεια, η άσκηση, η μάθηση, η δημιουργία, ακόμη και η αυτογνωσία συχνά εμπεριέχουν έναν αναγκαίο Πόνο, μία μικρή ή μεγάλη υπέρβαση του εαυτού μας.
Η κραιπάλη των Ηδονών είναι τόσο επικίνδυνη για την ψυχική μας υγεία όσο και ο αφόρητος σωματικός Πόνος. Η αλόγιστη αναζήτηση της Ηδονής μπορεί να μετατρέψει την απόλαυση σε εξάρτηση και την ελευθερία σε υποταγή. Από την άλλη πλευρά, η απόλυτη αποδοχή του Πόνου μπορεί να μετατρέψει τη ζωή σε μία αδικαιολόγητη άσκηση στέρησης.
Ο καθένας ξεχωριστά μπορεί να βρει την ισορροπία αυτών και την επιτυχή συνύφανσή τους με στόχο την κατάκτηση της Ευτυχίας-Ευδαιμονίας. Γιατί ίσως η ζωή δεν είναι ούτε η φυγή από κάθε Πόνο ούτε η παράδοση σε κάθε Ηδονή. Είναι η ικανότητα να γνωρίζουμε πότε πρέπει να αποφεύγουμε, πότε να επιδιώκουμε, πότε να υπομένουμε και πότε να απολαμβάνουμε.
Τελικά, όλα είναι θέμα παιδείας και εκμάθησης και κάπου εδώ βρίσκει τη δικαίωσή της και η θεωρία του Σκίνερ. Ο άνθρωπος μαθαίνει από τις συνέπειες των πράξεών του, από τις εμπειρίες του, από τις αποτυχίες και τις επιτυχίες του. Και μέσα από αυτή τη διαρκή διαδικασία μάθησης μπορεί να μετατρέψει την τυφλή υποταγή στους δύο «αφεντάδες» της ζωής του σε συνειδητή επιλογή.
Ίσως, λοιπόν, το ζητούμενο δεν είναι να απαλλαγούμε από τον Πόνο και την Ηδονή, αλλά να πάψουμε να είμαστε άβουλοι υπήκοοί τους. Να μάθουμε να τους ακούμε, χωρίς να τους παραδίνουμε ολοκληρωτικά το τιμόνι της ζωής μας.
.png)
.png)
.jpg)
.png)
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου