Η Πολιτική του “δώσε” και η Οικονομία του “παράγω”
&. Γράφει ο Ηλίας Γιαννακόπουλος, Blog "ΙΔΕΟπολις"
*Όταν τα Κόμματα πλειοδοτούν σε παροχές, αλλά σιωπούν για τη δημιουργία Πλούτου.
Κάθε Σεπτέμβριο, η πολιτική σκηνή της χώρας μετατρέπεται σε μια μεγάλη αγορά προσδοκιών. Κυβέρνηση και κόμματα της αντιπολίτευσης ανταγωνίζονται όχι τόσο για το ποιος διαθέτει το καλύτερο σχέδιο για το μέλλον, όσο για το ποιος θα προσφέρει περισσότερα στο παρόν. Η πολιτική γλώσσα γεμίζει αριθμούς, αυξήσεις, ελαφρύνσεις, επιδόματα και υποσχέσεις.
Κι όμως, πίσω από το επίμονο «δώσε» κρύβεται το πιο κρίσιμο ερώτημα: Ποιος θα παράξει τον πλούτο που αύριο θα πρέπει να διανεμηθεί; Γιατί μια οικονομία δεν μπορεί να στηρίζεται διαρκώς στην αναζήτηση του μοιραζόμενου πλούτου, αν ταυτόχρονα δεν οικοδομεί τους μηχανισμούς παραγωγής του.
Η ακατάσχετη παροχολογία της κυβέρνησης και των κομμάτων της αντιπολίτευσης στη Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης κάθε
Σεπτέμβριο μήνα τείνει να καταστεί μία επικίνδυνη «οικονομική κανονικότητα» και ένας «πολιτικός λαϊκισμός». Όλοι διατελούν σε μία ακατανόητη ψυχική
ευφορία, αφού ελπίζουν πως κάτι θα πάρουν. Τελικά ο Σεπτέμβριος είναι ο καλύτερος μήνας του χρόνου, αφού συντηρεί τις
ελπίδες μας για κάτι καλύτερο, σαν τις «ακόμη
καλύτερες μέρες» του ΠΑΣΟΚ.
Συνειρμικά η όλη ατμόσφαιρα
παραπέμπει στο γνωστό τραγουδάκι-διασκευασμένο
για τις ανάγκες του άρθρου:
«Σεπτέμβριος, γιορτή και σχόλη / να ’ταν ο χρόνος όλος».
Ας σοβαρευτούμε, όμως, κι ας δούμε
την πραγματικότητα κατάματα, αφού οι
εκλογές πλησιάζουν (Μάιος 2027) και ως πολίτες μιας δημοκρατικής χώρας θα
πρέπει να γνωρίζουμε, για να έχουμε γνώμη
πριν την τελική πολιτική μας επιλογή, την ψήφο. Γιατί η δημοκρατία δεν είναι μόνον το δικαίωμα της γνώμης, αλλά και η ευθύνη της γνώσης
που προηγείται αυτής. Και όπως λέει και ο Πλάτων «Γνώμην δύνανται να έχουσιν άπαντες, γνώσιν δια να έχουσιν γνώμην, έχουσι;».
Κανείς, φυσικά, δεν αντιδρά στην ακατάσχετη παροχολογία, αφού θεωρεί πως είναι υποχρέωση της κυβέρνησης και των κομμάτων να εξασφαλίσουν με τις παροχές καλύτερες συνθήκες ζωής (αύξηση αγοραστικής δύναμης) στους πολίτες που στενάζουν από το άχθος της ακρίβειας. Όλες οι κοινωνικές τάξεις εμφανίζονται ως θύματα της οικονομικής δυσπραγίας και τείνουν να θεωρούν-και γι’ αυτό απαιτούν-υποχρέωση της κυβέρνησης και των αντιπολιτευόμενων κομμάτων αυξήσεις στους μισθούς, οικονομικές ελαφρύνσεις και κάθε είδους οικονομική παροχή που θα εξασφαλίσει την επιθυμητή για τον καθένα ζωή.
Ούτως εχόντων των πραγμάτων (να θυμηθούμε λίγο και τη γενική απόλυτη), διαφεύγει της προσοχής μας πως οι ακατάσχετες παροχές προϋποθέτουν κι έναν σεβαστό στο μέγεθος αμοίραστο οικονομικό πλούτο της Ελλάδας. Η παραδοξολογία έγκειται στο γεγονός πως, ενώ πριν λίγους μήνες η κυβέρνηση διαβεβαίωνε για τις περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες και αντοχές της ελληνικής οικονομίας και επικαλείτο την ευθύνη της να μην διακυβεύσει την οικονομική σταθερότητα της χώρας ή ακόμη τις αυστηρές προειδοποιήσεις της Ε.Ε. για συγκράτηση των ελλειμμάτων, ξαφνικά στις αρχές Σεπτεμβρίου κάθε χρόνο επιδίδεται-χρόνια τώρα-σε οικονομικές παροχές, ως εάν ξαφνικά ανακαλύφθηκαν τα «λεφτόδεντρα».
Μία άλλη παραδοξολογία συνιστούν και οι αλληλοκατηγορίες μεταξύ των κομμάτων για τις ανέξοδες παραχολογίες τους.
Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία του
προβλήματος: Άλλο η κοινωνική πολιτική και
άλλο η πολιτική των υποσχέσεων. Η
πρώτη υπηρετεί πραγματικές ανάγκες
και στηρίζεται σε δημοσιονομικό σχεδιασμό. Η δεύτερη συχνά υπηρετεί περισσότερο
τις εκλογικές προσδοκίες παρά την
οικονομική βιωσιμότητα. Η κοινωνική
προστασία είναι ανάγκη μιας δημοκρατικής πολιτείας. Η παροχολογία, όμως, όταν αποσυνδέεται από την παραγωγή, κινδυνεύει να μετατραπεί σε μηχανισμό εξάρτησης του πολίτη
από τον πολιτικό διανομέα.
Ας παρακάμψουμε, όμως,
αυτήν τη συνήθεια του Σεπτεμβρίου-επιβεβλημένη για πολλούς-κι ας εστιάσουμε σε
μία ασυγχώρητη παράλειψη. Παράλειψη
που προϋποθέτει είτε απουσία πολιτικού σχεδιασμού είτε απουσία
μιας συγκροτημένης πρότασης του οικονομικού-παραγωγικού μοντέλου της χώρας μας
στο προσεχές ή μακρινό μέλλον.
Είναι εκτός πάσης λογικής
(πολιτικής, οικονομικής...) να μοιράζεται ο «πλούτος» της χώρας χωρίς να αιτιολογείται η πηγή του. Συνιστά ασύγγνωστη πολιτική αφέλεια ή αβελτηρία να
μην προβάλλεται και ο τρόπος με τον
οποίο η χώρα θα παράγει τον διανεμηθησόμενο πλούτο. Δεν αρκεί να γνωρίζουμε
πόσα θα δοθούν. Οφείλουμε να γνωρίζουμε από πού θα προέλθουν, για πόσο μπορούν να δίνονται και με ποιο παραγωγικό σχέδιο θα αναπληρώνονται.
Έπρεπε η κάθε εξαγγελία οικονομικών παροχών να
συνοδεύεται υποχρεωτικά κι από μία ανάλογου μεγέθους πρόταση για την παραγωγή πλούτου. Είναι αδιανόητο να δίνεται στους
πολίτες η εντύπωση περί διαθέσιμου
πλούτου χωρίς τον τρόπο που αυτός
παράγεται.
Κάθε «δώσε» θα έπρεπε να συνοδεύεται από ένα πειστικό «παράγω». Κάθε αύξηση εισοδήματος από μια ισχυρή παραγωγική βάση. Κάθε ελάφρυνση από μια διαρκή αύξηση της οικονομικής δυνατότητας της χώρας. Διαφορετικά η οικονομική πολιτική κινδυνεύει να στηρίζεται όχι στον παραγόμενο πλούτο αλλά στις προσδοκίες για μελλοντικό πλούτο.
Η χώρα και η δημοκρατία μας χρειάζονται υπεύθυνες προτάσεις και λελογισμένες παροχές, στον βαθμό που γι’ αυτές έχουν προβλεφθεί και οι αναγκαίες πηγές. Ο Πολίτης πρέπει να ενημερώνεται και να διδάσκεται πως κάθε διεκδίκηση ή κυβερνητική παροχή οφείλει να αιτιολογείται τόσο για τη σκοπιμότητα-αναγκαιότητά της όσο και για τον τρόπο παραγωγής του αναγκαίου πλούτου. Δεν είναι πολίτης μόνον εκείνος που ζητά. Είναι και εκείνος που γνωρίζει το οικονομικό κόστος αυτού που ζητά.
Τεκμήριο της υπευθυνότητας κάθε κόμματος αποτελεί ο σχεδιασμός του μέλλοντος και όχι η άκριτη παροχολογία και η πλειοδοσία υποσχέσεων. Ένα κόμμα δεν αποδεικνύει τον φιλολαϊκό του χαρακτήρα μόνον από το ύψος των παροχών του, αλλά και από την ικανότητά του να δημιουργήσει εκείνες τις συνθήκες ώστε οι πολίτες να αποκτούν εισόδημα από μία ισχυρή, παραγωγική και ανταγωνιστική οικονομία.
Θα ήταν ευχής έργον κάθε κόμμα να πρόβαλε το δικό του εναλλακτικό παραγωγικό μοντέλο και όχι να αναλώνεται είτε σε άγονη αντιπολίτευση είτε να παρασύρεται κι αυτό σε μία άκριτη παροχολογία. Να μας εξηγεί τι Ελλάδα θέλει να οικοδομήσει και όχι μόνον τι Ελλάδα θέλει να ψηφοθηρικά καλοπιάσει. Να μιλά για παραγωγή, επενδύσεις, εργασία, τεχνολογία, πρωτογενή τομέα, βιομηχανία, παιδεία, καινοτομία, εξωστρέφεια και αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού.
Διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος να ζούμε με δανεικά και να επιστρέψουμε σε τακτικές του παρελθόντος που οδήγησαν τη χώρα στην εποχή των μνημονίων. Γιατί το οικονομικό πρόβλημα δεν εμφανίζεται όταν λείπουν μόνον τα χρήματα. Εμφανίζεται κυρίως όταν ένας λαός έχει μάθει να θεωρεί αυτονόητο το δικαίωμά του στη διανομή χωρίς να ενδιαφέρεται εξίσου για τους όρους της παραγωγής.
.jpg)
Η φερεγγυότητα και η υπευθυνότητα
ενός κόμματος κρίνεται για τον φιλολαϊκό του χαρακτήρα όχι από τον διαγωνισμό των παροχών του Σεπτεμβρίου
αλλά από το πρόγραμμα που καταθέτει
για την παραγωγή πλούτου. Μόνον έτσι
διαμορφώνονται υπεύθυνοι πολίτες που
δεν αρκούνται στην αλόγιστη παροχολογία αλλά απαιτούν ένα μακρόπνοο σχέδιο οικονομικής οργάνωσης-αναδιοργάνωσης της χώρας. Το
πραγματικό κοινωνικό κράτος, άλλωστε,
δεν μπορεί να τρέφεται εσαεί από τη διανομή. Χρειάζεται μια οικονομία που
παράγει αρκετό πλούτο ώστε να μπορεί να στηρίζει και την κοινωνία και τις
ανάγκες της.
Θα ήταν στοιχείο πολιτικής ενηλικίωσης-ωριμότητας αν στη σκηνοθεσία των επόμενων εκλογών ενσωματωθεί η υποχρέωση των κομμάτων να συντάξουν-προβάλλουν και το αναγκαίο εθνικό οικονομικό-παραγωγικό μοντέλο (βραχύπνοο και μακρόπνοο) της χώρας μας. Αυτό θα βοηθούσε στη μετάβαση από τους κακότεχνους διαγωνισμούς ανέξοδων υποσχέσεων σε έναν υγιή διαγωνισμό άρτιων και ρεαλιστικών προγραμμάτων για την πορεία της Ελλάδας στο μέλλον.
Έναν διαγωνισμό στον οποίο δεν θα μετρούσε ποιος θα υποσχεθεί περισσότερα, αλλά ποιος θα τεκμηριώσει πειστικότερα πώς θα παραχθεί ο πλούτος, πώς θα διανεμηθεί και πώς θα διασφαλιστεί ότι θα υπάρχει και αύριο. Ένας τέτοιος διαγωνισμός προγραμμάτων θα διαμόρφωνε και μία άλλη σχέση των πολιτών με τα κόμματα και την πολιτική γενικότερα.
Στα θετικά ενός τέτοιου είδους, sui generis, «διαγωνισμού» προσμετράται και η πολιτική διαπαιδαγώγηση των πολιτών, ώστε να μην λειτουργούν ως «επαίτες» («δώσε και σε μένα...»), αλλά ούτε και να νιώθουν «υποχρεωμένοι» στην εκάστοτε γαλαντόμα(;) κυβερνητική οικονομική πολιτική παροχών.
Ο Δημοκρατικός Πολίτης δεν είναι ούτε επαίτης ούτε ευεργετούμενος. Είναι συμμέτοχος, ελεγκτής και τελικά ο εντολέας της πολιτικής εξουσίας.
Σε επίπεδο κυβερνητικής ηθικής ένας τέτοιος διαγωνισμός θα απέτρεπε την κυβέρνηση ή τα κόμματα να λειτουργούν ή να προβάλλονται ως καλοί «Σαμαρίτες» με χρήματα του Ελληνικού Λαού. Γιατί η οικονομική παροχή δεν αποτελεί προσωπικό δώρο της πολιτικής εξουσίας. Είναι αποτέλεσμα της φορολογικής προσπάθειας, της εργασίας, της παραγωγής, της ανάπτυξης και τελικά της συλλογικής οικονομικής δυνατότητας της κοινωνίας. Ο πολιτικός δεν μοιράζει τα δικά του χρήματα. Διαχειρίζεται τα χρήματα των πολιτών.
Η οικονομική πολιτική σε μια ευνομούμενη δημοκρατία δεν χαράζεται, ούτε αποφασίζεται στα κομματικά γραφεία-επιτελεία για ψηφοθηρικούς λόγους, αλλά από ένα σώμα ειδικών, με την τελική απόφαση να ανήκει στο ελληνικό κοινοβούλιο. Γιατί το οικονομικό μέλλον μιας χώρας δεν μπορεί να αποτελεί προϊόν επικοινωνιακής διαχείρισης, αλλά αποτέλεσμα τεκμηριωμένης γνώσης, επιστημονικής επάρκειας, κοινωνικού διαλόγου και δημοκρατικής λογοδοσίας.
Η χάραξη και η ανακοίνωση
της οικονομικής πολιτικής δεν μπορεί
να είναι θέμα πανηγυρικών λόγων σε
κομματικό ακροατήριο, ούτε τηλεοπτικό σόου σε «στημένες» συνεντεύξεις με επιλεγμένες ερωτήσεις. Οι πολίτες δεν
χρειάζονται περισσότερη πολιτική σκηνοθεσία, αλλά περισσότερη οικονομική
αλήθεια. Δεν χρειάζονται μόνον να ακούσουν τι θα πάρουν, αλλά να γνωρίζουν τι
θα κοστίσει, από πού θα
χρηματοδοτηθεί και ποια θα είναι η επίδρασή του στην οικονομία και στις
επόμενες γενιές.
Η ακολουθητέα οικονομική πολιτική μιας χώρας και η σύνταξη-διαμόρφωση του
οικονομικού-παραγωγικού μοντέλου της χώρας είναι αρμοδιότητα του ελληνικού κοινοβουλίου, όχι μόνον για
λόγους ουσίας και δημοκρατίας αλλά και για λόγους συμβολικούς. Γιατί εκεί πρέπει να συναντώνται η γνώση και η πολιτική ευθύνη, η τεχνοκρατική τεκμηρίωση και η λαϊκή
εντολή, η ανάγκη του παρόντος και η ευθύνη απέναντι στο μέλλον.
Και μην ξεχνάμε πως
δημοκρατία είναι και η τέχνη διαχείρισης
των συμβόλων. Ένα από τα πιο επικίνδυνα πολιτικά σύμβολα της εποχής μας
είναι ίσως το «δώσε». Ένα άλλο, πολύ
πιο δημιουργικό και ελπιδοφόρο, είναι το «παράγω».
Το πρώτο μαθαίνει τον πολίτη να περιμένει. Το δεύτερο τον μαθαίνει να δημιουργεί. Το πρώτο καλλιεργεί την εξάρτηση από την πολιτική εξουσία. Το
δεύτερο οικοδομεί αυτοπεποίθηση,
παραγωγικότητα και ελευθερία.
Γιατί στο τέλος της ημέρας το πραγματικό δίλημμα δεν είναι «δώσε ή μη δώσεις», αλλά «παράγουμε για να μπορούμε να δίνουμε». Και ίσως αυτή να είναι η αναγκαία πολιτική μετάβαση της χώρας: Aπό την κουλτούρα της παροχής στην κουλτούρα της παραγωγής, από τον πολίτη-επαίτη στον πολίτη-συμμέτοχο και από την πολιτική της υπόσχεσης στην πολιτική της ευθύνης.
Από το «δώσε» στο «παράγω». Από την παροχή στην παραγωγή. Από την ψήφο της προσδοκίας στην ψήφο της γνώσης.
.jpg)

.jpg)





Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου