ΒΙΒΛΙΟ-κριτική Ηλίας Γιαννακόπουλος «ΓΛΩΣΣΟδρόμιον»

 

        (“Οι υπόγειες διαδρομές της γλώσσας, Εκδόσεις Σταμούλη, Ιούλιος 2026, σελ. 352, Φορέας έκδοσης Φ.Ι.Α.Λ.Ε.Θ, σειρά “Κείμενα και Μελέτες”).  

                 

      *Γράφει ο Δημήτριος Γεωργούλας, Φιλόλογος-Ιστορικός

        Σε ένα ερώτημα ενός φίλου μου, πνευματικά ανήσυχου, σχετικά με τη μεγαλύτερη εφεύρεση του ανθρώπου από γενέσεως κόσμου, διαφώνησα με τη δική του απάντηση-εκδοχή, που αφορούσε την έννοια του Θεού. Η δική μου απάντηση ήταν μονολεκτική: «Η Λέξη».

         Κι αυτό γιατί ανάμεσα στην έννοια, στη σκέψη και στη γλωσσική διατύπωσή της ο άνθρωπος διήνυσε μια τεράστια πνευματική διαδρομή. Η Λέξη υπήρξε το αποφασιστικό μέσο με το οποίο ο άνθρωπος όχι μόνον εξέφρασε αυτό που σκεφτόταν, αλλά κατέστη ικανός να μεταδώσει τη σκέψη του, να τη μοιραστεί, να τη διατηρήσει στον χρόνο και τελικά να οικοδομήσει πάνω της τον πολιτισμό.

       Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να υποστηρίξουμε πως ο ανθρώπινος πολιτισμός έχει ως μία από τις θεμελιώδεις αφετηρίες του την ανακάλυψη της Λέξης, αφού «σκεφτόμαστε με λέξεις και εκφράζουμε τη σκέψη μας με λέξεις».

           Η Λέξη μετατρέπει το άμορφο σε μορφή, το βίωμα σε έννοια, την εμπειρία σε γνώση και την ατομική σκέψη σε συλλογικό κτήμα.

       Η γνωστή φράση που αποδίδεται στον Φρόιντ-«ο πολιτισμός ξεκίνησε όταν για πρώτη φορά ένα θυμωμένο άτομο πέταξε μία λέξη αντί για πέτρα»-αποτυπώνει παραστατικά αυτήν ακριβώς τη μετάβαση: από τη βία της πράξης στη δύναμη του λόγου, από την πέτρα στη Λέξη.

         Και αν η ανθρώπινη ανάγκη να δημιουργήσει και να πιστέψει στους Θεούς του αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια του ανθρώπινου πολιτισμού, εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η αναζήτηση της λέξης που επιχείρησε να αποδώσει αυτή την ανάγκη: Θεός. Γι’ αυτό και η λέξη εξακολουθεί να απασχολεί τη γλωσσική και ετυμολογική έρευνα. Η αναζήτηση του «ετύμου» μιας λέξης δεν είναι απλώς αναζήτηση της πρώτης της μορφής αλλά είναι μια προσπάθεια να ανιχνεύσουμε τη διαδρομή μιας έννοιας μέσα στον χρόνο.

     Οι παραπάνω σκέψεις-διαπιστώσεις αποτελούν, σε μεγάλο βαθμό, το απόσταγμα από τη μελέτη - και όχι απλώς την ανάγνωση-του νέου βιβλίου «ΓΛΩΣΣΟδρόμιον», του πέμπτου κατά σειρά βιβλίου του φιλολόγου, αρθρογράφου και συγγραφέα Ηλία Γιαννακόπουλου.

       Ο συγγραφέας, γνωστός από τα προηγούμενα έργα του για την αγάπη και το πάθος του για τη Γλώσσα, επιχειρεί στο νέο του βιβλίο, με τον εμβληματικό τίτλο «ΓΛΩΣΣΟδρόμιον», μια καταβύθιση στο «ριζικό σύστημα» λέξεων, αναζητώντας και περιγράφοντας τις υπόγειες διαδρομές τους. Οι λέξεις λειτουργούν ως αφετηρίες ενός ευρύτερου γλωσσικού οδοιπορικού, που εκτείνεται από τον Όμηρο έως τις ημέρες μας.

            Δεν πρόκειται, επομένως, απλώς για ένα βιβλίο ετυμολογίας. Είναι ένα βιβλίο για τη μνήμη των λέξεων, για τη διαδρομή τους μέσα στον χρόνο, για τις μεταμορφώσεις των σημασιών τους και, τελικά, για τον ίδιο τον άνθρωπο που τις χρησιμοποιεί.

            Το γλωσσικό αυτό οδοιπορικό στοχεύει να αναδείξει μια θεμελιώδη αλήθεια: Η Γλώσσα και οι Λέξεις διατηρούν τη συνέχεια της δομής και της ιστορίας τους, αλλά ταυτόχρονα εμπλουτίζονται, μετακινούνται και αποκτούν νέες σημασίες. Η σημασιολογική αυτή διαδρομή είναι φυσική συνέπεια της ζωής της Γλώσσας. Είναι, όμως, και πηγή πολλών παρανοήσεων, ιδιαίτερα όταν ο χρήστης αγνοεί το ιστορικό και σημασιολογικό φορτίο μιας λέξης.

        Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται και η παιδευτική αξία του βιβλίου. Η σωστή χρήση της λέξης δεν είναι απλώς ζήτημα γλωσσικής ευπρέπειας. Είναι ζήτημα σαφήνειας της σκέψης. Όσο περισσότερο γνωρίζουμε τις λέξεις μας, τόσο περισσότερο μπορούμε να ελέγχουμε τη σκέψη μας και να αποφεύγουμε τις νοηματικές συγχύσεις.

           Στο «ΓΛΩΣΣΟδρόμιον» τονίζεται, άλλοτε άμεσα και άλλοτε έμμεσα, πως η Γλώσσα και οι Λέξεις δεν αποτελούν μόνο τα πιο οικονομικά και αποτελεσματικά εργαλεία της ανθρώπινης επικοινωνίας. Είναι ταυτόχρονα πυρηνικό στοιχείο της ατομικής και συλλογικής μας ταυτότητας.

           Οι Λέξεις είναι ο άυλος πλούτος μας. Με αυτές διευρύνουμε τους ορίζοντές μας, προσλαμβάνουμε την πραγματικότητα, την ταξινομούμε, την ερμηνεύουμε και, ως έναν βαθμό, την μεταμορφώνουμε. Με τη Λέξη ο άνθρωπος δεν περιγράφει απλώς τον κόσμο αλλά δημιουργεί κι έναν τρόπο να τον κατανοεί.

          Γι’ αυτό και οι εμβληματικές διαπιστώσεις του Αντισθένη και του Βίτγκενστάϊν, που διατρέχουν τη φιλοσοφία της Γλώσσας, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία:

              «Αρχή σοφίας η των ονομάτων επίσκεψις» (Αντισθένης).

       «Τα όρια της Γλώσσας μου σημαίνουν τα όρια του κόσμου μου»( Βίτγκενστάϊν).

            Οι δύο αυτές φράσεις θα μπορούσαν να αποτελέσουν, σχεδόν, το φιλοσοφικό «μότο» του βιβλίου. Η πρώτη μάς καλεί να ερευνήσουμε τις λέξεις για να προσεγγίσουμε τη σοφία. Η δεύτερη μας υπενθυμίζει πως ο κόσμος που μπορούμε να γνωρίσουμε και να εκφράσουμε συνδέεται άμεσα με τα όρια της γλωσσικής μας δυνατότητας.

                                             Η διπλή αρχιτεκτονική του βιβλίου

         Στα ιδιαίτερα θετικά και ενδιαφέροντα στοιχεία του «ΓΛΩΣΣΟδρομίου» συγκαταλέγεται η ιδιαίτερη δομή του, που αναπτύσσεται σε δύο επίπεδα.

          Στο πρώτο επίπεδο ανιχνεύονται, με πρωτότυπο και παραστατικό τρόπο, οι ρίζες των λέξεων και η αρχική τους σημασία, από τον Όμηρο και την αρχαία ελληνική γλώσσα έως τη σύγχρονη χρήση τους, με όλες τις ενδιάμεσες νοηματικές και σημασιολογικές διαφοροποιήσεις.

       Ο τρόπος αυτός κινεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη, γιατί τον μετατρέπει από απλό αποδέκτη πληροφοριών σε έναν μικρό γλωσσικό ερευνητή. Ο αναγνώστης αρχίζει να κοιτάζει τις λέξεις διαφορετικά. Δεν τις θεωρεί πλέον αυτονόητες. Αναζητά την προέλευσή τους, το αρχικό τους νόημα, τις μεταβολές τους και, κυρίως, το νοηματικό φορτίο που κουβαλούν.

                            Ενδεικτικά είναι τα παραδείγματα:

              Άναυδος < α- + αυδή = φωνή, δηλαδή αυτός που δεν έχει φωνή.

         Νήπιον < νη- + έπος/είπον, δηλαδή αυτός που δεν έχει ακόμη λόγο.

              Ταγός < τάσσω, αυτός που τίθεται επικεφαλής, ο αρχηγός.

           Υδραγωγείο < ύδωρ + άγω, δηλαδή αυτό που «οδηγεί» το νερό.

       Μέσα από τέτοια παραδείγματα η λέξη παύει να είναι ένα απλό γλωσσικό σύμβολο. Αποκτά ιστορία, καταγωγή, μνήμη και διαδρομή.

                                    Από το «ύδωρ» στο «Hydration»

          Χαρακτηριστικό παράδειγμα της γλωσσικής διαχρονικότητας είναι και το γνωστό Hydration (γνωστή κι από το γνωστό “διάλειμμα ενυδάτωσης” των αγώνων του Μουντιάλ 2026) , που συναντούμε στη σύγχρονη διεθνή ορολογία. Η αγγλική λέξη ανάγεται στο ελληνικό hydorὕδωρ— μέσω του ελληνικού θέματος hydr-. Η λέξη hydration καταγράφεται στα αγγλικά από τον 19ο αιώνα, ενώ η γαλλική hydratation αποτελεί επίσης μέρος αυτής της διεθνούς οικογένειας λέξεων.

         Έτσι, το: ὕδωρ → ὑδρ- → hydr- → hydration αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ένα αρχαιοελληνικό γλωσσικό στοιχείο πέρασε στη διεθνή επιστημονική ορολογία (Η διαχρονικότητα και η οικουμενικότητα της αρχαιοελληνικής γλώσσας).

       Και εδώ ακριβώς βρίσκεται μία από τις γοητευτικές διαπιστώσεις του βιβλίου: Οι λέξεις ταξιδεύουν. Περνούν από λαό σε λαό, από γλώσσα σε γλώσσα, αλλάζοντας μορφή, χωρίς πάντοτε να χάνουν τον αρχικό τους πυρήνα.

                                              Γλώσσα, Σκέψη και Ταυτότητα

            Στο δεύτερο επίπεδο του βιβλίου, μέσα από τα κείμενα που το συγκροτούν, αναδεικνύεται ο πολλαπλός και κυρίαρχος ρόλος της Γλώσσας-Λέξης τόσο στη συγκρότηση των κοινωνιών όσο και στην πνευματική, κοινωνική και συναισθηματική ωρίμανση του ανθρώπου.

       Ο συγγραφέας αποκαλεί τη γλώσσα κάθε ανθρώπου και κάθε λαού «Οικογένεια-Πατρίδα», αφού αυτή αποτελεί ένα από τα κατεξοχήν ταυτοτικά στοιχεία του.

       Κι αυτό γιατί η Γλώσσα και οι Λέξεις μας οριοθετούν όχι μόνο το «γνωστικό μας σύμπαν», αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε, περιγράφουμε και εντάσσουμε το «είναι» μας στον φυσικό και κοινωνικό κόσμο.

       Η σχέση είναι αμφίδρομη: Γλώσσα → Σκέψη → Αντίληψη της πραγματικότητας αλλά και: Πραγματικότητα → Σκέψη → Γλώσσα.

      Γι’ αυτό και η διαπίστωση του συγγραφέα πως «κάθε άνθρωπος-έθνος μιλάει με τον τρόπο που σκέφτεται και σκέφτεται με τον τρόπο που μιλάει» αποκτά ιδιαίτερο βάρος.

         Στο βιβλίο είναι επίσης καταφανής η προσπάθεια να αναδειχθεί η ενότητα και η συνέχεια της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας και νεότερης, πέρα από τους αναγκαίους για διδακτικούς ή μεθοδολογικούς λόγους χρονικούς διαχωρισμούς.

         Η Γλώσσα είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Αλλάζει, προσαρμόζεται, δανείζεται, αφομοιώνει, δημιουργεί και δημιουργείται. Δεν παραμένει ακίνητη επειδή είναι αρχαία, ούτε παύει να είναι ελληνική επειδή εξελίσσεται.

      Και το νέο και το «μεγάλο» χρειάζονται τις δικές τους λέξεις για να εκφραστούν. Η σκέψη γεννά νέες έννοιες και οι νέες έννοιες αναζητούν νέες λέξεις. Η γνωστή αριστοφανική διατύπωση για την ανάγκη των μεγάλων ιδεών να γεννούν ανάλογες λέξεις αποδίδει ακριβώς αυτή τη δημιουργική σχέση ανάμεσα στη σκέψη και στη γλώσσα.

          «Ανάγκη μεγάλων γνωμών και διανοιών ίσα και τα ρήματα τίκτειν»(για να κατορθώσει κανείς να αποδώσει μεγάλες έννοιες έχει ανάγκη κι από τις ανάλογες λέξεις)

                                                 Γλώσσα και ξενομανία

            Ένα ακόμη σημαντικό κεφάλαιο του βιβλίου αφορά τον κίνδυνο αλλοίωσης της Γλώσσας μας από την άκριτη ξενομανία.

          Ο συγγραφέας είναι ιδιαίτερα αιχμηρός απέναντι στην υπερβολική χρήση ξενόγλωσσων επιγραφών και όρων στον δημόσιο χώρο και μιλά, χαρακτηριστικά, για μία sui generis «γλωσσική αγγλοκρατία». Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αναφορές του στο φαινόμενο αυτό και στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τα Τρίκαλα.

       Η θέση του, ωστόσο, δεν οδηγεί σε μία άκαιρη «γλωσσική ξενηλασία». Και αυτό είναι σημαντικό. Η προστασία της ελληνικής γλώσσας δεν σημαίνει άρνηση της επαφής της με τις άλλες γλώσσες. Σημαίνει κυρίως συνειδητή χρήση, γλωσσική αυτοπεποίθηση και γνώση της δικής μας γλωσσικής κληρονομιάς.

        Άλλωστε, η ελληνική γλώσσα ταξίδεψε και συνεχίζει να ταξιδεύει. Η παρουσία ελληνικών λέξεων στη διεθνή επιστημονική ορολογία αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές αποδείξεις της οικουμενικής εμβέλειάς της.

           Ακόμη και σε ξένους δημόσιους χώρους (γέφυρα Φραγκφούρτης), πανεπιστήμια και μνημεία συναντά κανείς ελληνικές λέξεις και επιγραφές. Χαρακτηριστικό και συμβολικό είναι το «ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΑ ΕΑΥΤΟΥ» στον τάφο του Jim Morrison, φράση που αποδίδεται συνήθως ως «πιστός στο δικό του πνεύμα» ή «σύμφωνα με τον δικό του δαίμονα/εσωτερική συνείδηση».

                                                          Η Γλώσσα ως ευθύνη

         Η αναφορά στο γνωμικό που αποδίδεται στον Ζήνωνα τον Κιτιέα, «Κρείττον ἐστὶ τοῖς ποσὶν ὀλισθεῖν ἢ τῇ γλώττῃ»(προτιμότερο να ολισθαίνει κανείς με τα πόδια του παρά με τη γλώσσα του), συμπυκνώνει μία ακόμη διάσταση της γλωσσικής ευθύνης: Η λέξη δεν είναι αθώα. Μπορεί να πληγώσει, να παραπλανήσει, να διχάσει, αλλά και να συμφιλιώσει, να θεραπεύσει και να οδηγήσει στη γνώση.

        Κι εδώ το βιβλίο ξεφεύγει από τα στενά όρια ενός γλωσσικού εγχειριδίου και γίνεται βιβλίο κοινωνικού και πολιτικού προβληματισμού.

        Γιατί οι λέξεις δεν κατοικούν μόνο στα λεξικά. Κατοικούν στην πολιτική, στην εκπαίδευση, στην οικονομία, στη δημοσιογραφία, στην καθημερινότητα. Οι λέξεις μπορούν να περιγράψουν την πραγματικότητα, αλλά μπορούν και να την αναπαλαιώσουν. Μπορούν να φωτίσουν, αλλά και να συσκοτίσουν.

        Και εδώ βρίσκεται ένα από τα βαθύτερα ερωτήματα που αφήνει το «ΓΛΩΣΣΟδρόμιον»:

     “Ποιος τελικά εξουσιάζει ποιον; Ο άνθρωπος τις Λέξεις ή οι Λέξεις τους ανθρώπους”;

       Το ερώτημα δεν είναι απλώς φιλολογικό. Είναι βαθύτατα πολιτικό και κοινωνικό.

            Ο συγγραφέας, μάλιστα, παραπέμπει παραφραστικά στη σκέψη του Στάλιν για τη σχέση Γλώσσας και Λαού-κοινωνικών τάξεων. Ο Στάλιν υποστήριζε ότι η γλώσσα αποτελεί κοινό μέσο επικοινωνίας ολόκληρης της κοινωνίας, αλλά ταυτόχρονα οι κοινωνικές ομάδες και οι τάξεις δεν είναι αδιάφορες απέναντί της: Επιχειρούν να επιβάλουν το δικό τους λεξιλόγιο, τους δικούς τους όρους και τις δικές τους εκφράσεις.

          Η παράφραση, λοιπόν, που ταιριάζει στο πνεύμα του βιβλίου θα μπορούσε να είναι:

        «Μπορεί ο λαός και οι κοινωνικές τάξεις να μην ενδιαφέρονται πάντοτε για τις Λέξεις, αλλά οι Λέξεις ενδιαφέρονται για τον λαό και τις κοινωνικές τάξεις.»

         Γιατί οι Λέξεις κουβαλούν την Ιστορία. Κουβαλούν την Ιδεολογία. Κουβαλούν τις κοινωνικές σχέσεις, τις αντιθέσεις, τις αξίες και τις νοοτροπίες μιας εποχής- ακόμη και όταν οι άνθρωποι που τις χρησιμοποιούν δεν το αντιλαμβάνονται.

                            

                        Ένα βιβλίο για τη Γλώσσα αλλά και για τον Άνθρωπο

         Γενικότερα, το «ΓΛΩΣΣΟδρόμιον» του Ηλία Γιαννακόπουλου διαβάζεται με ενδιαφέρον και ευχαρίστηση ακόμη και από τον αναγνώστη που δεν διαθέτει ειδικές γνώσεις Γλωσσολογίας ή δεν είναι εξοικειωμένος με τις θεωρίες του Ferdinand de Saussure, του Roman Jakobson και άλλων σημαντικών θεωρητικών της Γλώσσας.

        Κι αυτό είναι ίσως ένα από τα μεγαλύτερα προτερήματα του βιβλίου.

         Ο συγγραφέας δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει τον αναγνώστη με την επιστημονική ορολογία. Επιχειρεί να τον κάνει να αγαπήσει τη λέξη. Να τον οδηγήσει πίσω από την επιφάνειά της. Να τον κάνει να αναρωτηθεί από πού ήρθε, τι σήμαινε αρχικά, πώς ταξίδεψε, πώς άλλαξε και τι σημαίνει σήμερα.

            Το μόνο που χρειάζεται για την ανάγνωση του «ΓΛΩΣΣΟδρομίου» είναι η περιέργεια του αναγνώστη-ερευνητή και η διάθεση να ανακαλύψει τις υπόγειες διαδρομές της Γλώσσας και των Λέξεων.

         Είναι ένα βιβλίο για τον Φιλόλογο, τον Εκπαιδευτικό, τον Μαθητή, τον γονέα, τον άνθρωπο γενικά που αγαπά τη Γλώσσα. Ένα βιβλίο που μπορεί να βρει θέση σε κάθε βιβλιοθήκη, γιατί δεν μιλά μόνο για το παρελθόν των λέξεων. Μιλά για το παρόν και, κυρίως, για την ευθύνη μας απέναντί τους.

      Και τελικά, ίσως εδώ βρίσκεται η βαθύτερη αξία του «ΓΛΩΣΣΟδρομίου»: Μας υπενθυμίζει ότι η Γλώσσα δεν είναι ένα μουσείο λέξεων, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός που διαρκώς μεταβάλλεται και μας μεταβάλλει.

       Οι Λέξεις δεν είναι απλώς εργαλεία που κρατάμε στα χέρια μας. Είναι και δυνάμεις που μας κρατούν μέσα στον κόσμο.

     Γι’ αυτό οφείλουμε να τις γνωρίζουμε, να τις σεβόμαστε και να τις χρησιμοποιούμε με ακρίβεια. Γιατί όποιος φτωχαίνει τις λέξεις του, φτωχαίνει - σε έναν βαθμό- και τον κόσμο που μπορεί να σκεφτεί.

         Και ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη δικαίωση ενός τέτοιου βιβλίου να βρίσκεται ακριβώς στο ερώτημα με το οποίο θα μπορούσε να κλείσει:

       “Ποιος τελικά εξουσιάζει ποιον; Ο άνθρωπος τις Λέξεις ή οι Λέξεις τον άνθρωπο”;

            Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Γιατί οι Λέξεις δεν είναι μόνο δικά μας δημιουργήματα. Είναι και φορείς μνήμης, Ιστορίας, πολιτισμού και σκέψης. Έρχονται από πολύ μακριά, περνούν από γενιά σε γενιά και, χωρίς πολλές φορές να το αντιλαμβανόμαστε, συνεχίζουν να διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο.

         Τελικά, το «ΓΛΩΣΣΟδρόμιον» διδάσκει, ενημερώνει, αναλύει, προβληματίζει, αφυπνίζει, ευαισθητοποιεί και -πάνω απ’ όλα- μας συμφιλιώνει ξανά με τη δύναμη και την αξία της Λέξης.

       Γιατί πίσω από κάθε λέξη μπορεί να κρύβεται μια ιστορία. Και πίσω από την ιστορία κάθε λέξης μπορεί να ανακαλύψουμε κάτι από την ιστορία του ίδιου του ανθρώπου.

 

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα, Γ΄ Λυκείου (Νέες τεχνολογίες – Τεχνητή Νοημοσύνη)

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα και τη Λογοτεχνία, Γ΄ Λυκείου (Βία)

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα, Γ΄ Λυκείου (Φανατισμός)

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία, Γ΄ Λυκείου (Πόλεμος - Ειρήνη)