Μακριά από τας οδούς-Λεωφόρους…

       &. Γράφει ο Ηλίας Γιαννακόπουλος, Blog "ΙΔΕΟπολις"

 *Μία απρόσμενη συνάντηση του Πυθαγόρα με τον Καβάφη

       Οι δρόμοι πάντοτε δεν αποτελούσαν μόνον χώρους που διευκόλυναν τη διέλευση των ανθρώπων, αλλά και τόπους συνάντησής τους, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την κοινωνική, πνευματική και ψυχική τους ωρίμανση.

           Στους δρόμους ο άνθρωπος συναντά τον Άλλον, αλλά ταυτόχρονα κινδυνεύει να χαθεί μέσα στους Άλλους. Γιατί άλλο είναι η συνάντηση και άλλο η αφομοίωση, άλλο η κοινωνικότητα και άλλο η υποταγή στο πλήθος. Ίσως γι’ αυτό η παλιά πυθαγόρεια προτροπή «Τας λεωφόρους οδούς εκτρέπεσθαι» εξακολουθεί να μας προβληματίζει.

         Οι πολύβουοι δρόμοι από παλιά σήμαιναν και τη σπουδαιότητα-αξία τους, αφού το πλήθος-λαός τους προτιμούσε, όπως μας εξηγεί και το έτυμον της λέξης: Λεώς-Λαός + φέρω.

         Οι λεωφόροι, ακόμη και σήμερα, αποτελούν το οικόσημο μιας πόλης ή και μιας χώρας. Είναι οι δρόμοι της κίνησης, της οικονομίας, της επίδειξης, της προβολής, της μαζικής παρουσίας. Όσο περισσότεροι άνθρωποι και όσο περισσότερη κίνηση τις κατακλύζουν, τόσο περισσότερο προβάλλονται ως σύμβολα ζωτικότητας και ισχύος.

           Φαίνεται, λοιπόν, να αποτελεί παραδοξότητα που ο Πυθαγόρας μάς παρακινεί να τις αποφεύγουμε. Με μια άλλη ματιά-ανάγνωση όμως και με δεδομένο το μέγα πλήθος των ανθρώπων που κατακλύζει τις λεωφόρους, ίσως να είχε δίκαιο. Ίσως δηλαδή η «λεωφόρος» να μην είναι μόνον δρόμος, αλλά και τρόπος ζωής.

          Να είναι ο δρόμος της ευκολίας, της πλειοψηφίας, της μίμησης, της συμμόρφωσης και τελικά του ετεροπροσδιορισμού.

            Ας δούμε, λοιπόν, την προτροπή του κάπως αλλιώς κι ας προσπαθήσουμε να την ερμηνεύσουμε.

                                                   ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ

            Οι λεωφόροι πλημμυρίζουν από ανθρώπους που άθελά τους χτίζουν ένα τείχος που δυσκολεύει, αν δεν εμποδίζει, τη βαθύτερη γνώση του Εαυτού μας. Κι αυτό γιατί ο δρόμος προς την αυτογνωσία είναι μοναχικός χωρίς τον ετεροπροσδιορισμό του πλήθους. Ο άνθρωπος χρειάζεται την κοινωνία για να υπάρξει, αλλά κάποια στιγμή χρειάζεται και την απόσταση από αυτήν για να καταλάβει ποιος πραγματικά είναι.

            Η πορεία προς το ΕΓΩ συνιστά μία επίπονη διαδικασία και προϋποθέτει αυτοσυγκέντρωση και ισχυρή θέληση. Πολλές φορές η παρουσία των άλλων, του πλήθους, αλλοιώνει την εικόνα του πραγματικού μας Εαυτού, αφού ο καθένας συνήθως σε βλέπει με τις δικές του ιδιαιτερότητες (ανάγκες, βιοθεωρία, βιώματα, εμπειρίες). Ο άλλος δεν βλέπει πάντοτε εσένα. Βλέπει και αυτό που μπορεί ή θέλει να δει μέσα από το δικό του προσωπικό φίλτρο.

             Η αυτογνωσία έχει ανάγκη από έναν ειλικρινή διάλογο με τον Εαυτό-ΕΓΩ μας και μία αυτοσυγκέντρωση που δεν μπορεί να πραγματωθεί σε δρόμους-λεωφόρους, όπου το πλήθος των συνανθρώπων μας με το «βοητό» του μάς αποσπά την προσοχή και μας κατευθύνει σε επιλογές και κατευθύνσεις που στέκονται στο επιφανειακό και στο εφήμερο. Το πλήθος μάς υποβάλλει, πολλές φορές αδιόρατα, τι να επιθυμούμε, τι να φοβόμαστε, τι να θαυμάζουμε, ακόμη και τι να θεωρούμε επιτυχία.

         Το «εδιζησάμην εμεαυτόν» του Ηράκλειτου εξακολουθεί να συνιστά μία δύσκολη διαδικασία και χρειάζεται τη μοναξιά-μοναχικότητα του υποκειμένου. Δεν είναι εύκολο να αναζητήσει ο άνθρωπος τον εαυτό του όταν γύρω του υπάρχουν τόσες πολλές φωνές που του υπαγορεύουν ποιος πρέπει να είναι. Η αυτογνωσία αρχίζει εκεί όπου σιγά-σιγά υποχωρούν οι ξένες φωνές και ακούγεται καθαρότερα η εσωτερική φωνή.

          Γι’ αυτό και η πυθαγόρεια προτροπή μπορεί να διαβαστεί και ως μία άσκηση εσωτερικής απομάκρυνσης. Όχι ως άρνηση της κοινωνίας, αλλά ως προσωρινή αποδέσμευση από τον θόρυβό της, ώστε ο άνθρωπος να μπορέσει να σταθεί απέναντι στον εαυτό του χωρίς τα έτοιμα πρότυπα που του προσφέρουν οι άλλοι.

                                                     ΑΛΗΘΕΙΑ

          Από την άλλη πλευρά η «λεωφόρος» αντίκειται στη δίψα του ανθρώπου για την αλήθεια, αφού το ετερογενές πλήθος των συνανθρώπων μας είναι εγκλωβισμένο στα δικά του στερεότυπα και στις αμετακίνητες «αλήθειες». Το πλήθος προτιμά πολλές φορές αυτό που είναι ήδη γνωστό και οικείο, όχι επειδή είναι αναγκαστικά αληθινό, αλλά επειδή προσφέρει την ασφάλεια του γνώριμου.

          Η μάζα αισθάνεται ασφαλής στους «αφορισμούς» και στις «γενικεύσεις», ενώ ταυτόχρονα αντιμάχεται τη «διαφωνία» και την «αντίθεση» που συνιστούν την αναγκαία συνθήκη για την κατάκτηση της «αλήθειας». Η αλήθεια, όμως, σπάνια βρίσκεται στον απόλυτο λόγο. Αναδύεται μέσα από την αμφισβήτηση, τον διάλογο, τη δοκιμασία, ακόμη και τη ρήξη.

      Σχετικά ο ποιητής Γ. Αλεξανδρής γράφει στο ποίημά του «Συνομιλητής» (από τη συλλογή «ΕΠΙΓΕΙΕΣ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ»):

  «αντέτεινε το σχετικό στους αφορισμούς και τις γενικεύσεις,/δόμηση την προαγωγή του στην αντίθεση και τη διαφωνία...»

         Η αλήθεια, όμως, προϋποθέτει απαλλαγή από προκατασκευασμένες θέσεις και μία τολμηρή- διαφορετική ματιά μακριά από τις βολικές ερμηνείες. Η αυτονομία της σκέψης μας και η απόφασή μας να συγκρουστούμε με τον ανορθολογισμό του πλήθους μάς υποχρεώνει να αποδεσμευτούμε από τις λογικές του πλάνες και να διεκδικήσουμε το δικαίωμα της ρήξης με το παραδοσιακό και της μοναχικής πορείας.

            Τα πλήθη των λεωφόρων βολεύονται στις «πλάκες του Μωυσή» και δεν ταράζονται από την έγνοια μιας αλήθειας. Συχνά προτιμούν εκείνο που έχει ήδη ειπωθεί, ήδη παγιωθεί και ήδη επιβεβαιωθεί από πολλούς. Η αλήθεια όμως δεν είναι πάντοτε εκεί όπου βρίσκονται οι πολλοί. Μπορεί να βρίσκεται στο περιθώριο, στη διαφορετική άποψη, στη μειοψηφική φωνή, ακόμη και στη μοναχική αμφιβολία.

           «Αλήθεια, δίψα των σοφών παντοτινή, για σένα,/τα πλήθη δεν ταράζονται και ζούνε ξεγνοιασμένα/και λίγοι βγάζουν μια φωνή λαχτάρας» (Παλαμάς, «Η αλήθεια»).

        Πάντοτε η αλήθεια ήταν υπόθεση των λίγων και μοναχικών περιπατητών που την αναζητούσαν στην αθέατη πλευρά των φαινομένων και που δεν αρέσκονταν στις αλήθειες που αποκοιμίζουν, αλλά σε εκείνες που αφυπνίζουν. Η αλήθεια απαιτεί πνευματική εγρήγορση και όχι πνευματική αδράνεια. Απαιτεί να μπορείς να πεις «όχι» εκεί όπου όλοι λένε «ναι» και να αντέχεις το κόστος μιας διαφορετικής διαδρομής.

           Ο Μακιαβέλι τόνισε πως: “Η αλήθεια δεν πονάει επειδή είναι σκληρή, πονάει επειδή ήδη το ήξερες και αρνήθηκες να το αποδεχτείς”

                                                    ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

         Οι άνθρωποι των λεωφόρων πόσο ελεύθεροι μπορεί να είναι όταν οι περισσότεροι δρόμοι της σκέψης, της κατανάλωσης, της ενημέρωσης και της κοινωνικής συμπεριφοράς είναι ήδη χαραγμένοι από άλλους; Μπορεί ο άνθρωπος να αισθάνεται ελεύθερος επειδή κινείται μέσα σε πολλούς δρόμους, όταν όμως οι περισσότεροι από αυτούς έχουν σχεδιαστεί από άλλους;

          Η ελευθερία ως ατομικό βίωμα και πνευματική κατάσταση προαπαιτεί την πνευματική αυτονομία και ανησυχία. Τα πλήθη, η μάζα των λεωφόρων, αδυνατεί να διακρίνει την ψευδαίσθηση της ελευθερίας που χαρίζουν ο συμβιβασμός, η προσαρμογή και ο κομφορμισμός. Μπορείς να κινείσαι χωρίς εμπόδια και ταυτόχρονα να σκέφτεσαι μέσα σε αόρατα όρια που έχουν χαράξει άλλοι.

         Για τη μάζα των ανθρώπων που κατακλύζουν τις «οδούς-λεωφόρους» η υπακοή ταυτίζεται με τη «συνείδηση» και η «προσαρμογή» ως «χρέος» και «δικαίωμα».

      «...του τόνιζαν την υπακοή ως συνείδηση καιαρετή,/ του εικονίζονται ως χρέος και δικαίωμα την προσαρμογή» (Γ. Αλεξανδρής, «Συνομιλητής», «ΕΠΙΓΕΙΕΣ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ»).

          Τα πλήθη αναζητούν τη δύναμη, τον αρχηγό, την ασφάλεια και αδιαφορούν για τις πολυποίκιλες δουλείες τους που υφαίνουν οι μηχανισμοί προπαγάνδας αλλά και η ενδογενής ανάγκη του ανθρώπου να ανήκει κάπου και να είναι αποδεκτός. Η ανάγκη του «ανήκειν» είναι ισχυρή και ανθρώπινη. Γίνεται όμως παγίδα όταν ο άνθρωπος πληρώνει την αποδοχή με την παραίτηση από την προσωπική του σκέψη.

           Τα πλήθη γενικά είναι δύσπιστα στην άποψη του διαφορετικού και νιώθουν μία αόρατη απειλή όταν κάποιος τους υποδείξει έναν άλλο δρόμο ζωής και σκέψης. Ο διαφορετικός δεν είναι απλώς διαφορετικός, αλλά πολλές φορές λειτουργεί ως καθρέφτης που αποκαλύπτει στους πολλούς όσα δεν θέλουν να δουν για τον εαυτό τους.

          Από την άλλη πλευρά η Ελευθερία προϋποθέτει ένα τράνταγμα ψυχής και πνεύματος-συνείδησης που μόνον οι ζηλωτές του διαφορετικού έχουν τη δύναμη να αμφισβητήσουν ακόμη κι αυτά που συνθέτουν τα κάστρα της ζωής τους. Η ελευθερία αρχίζει όταν ο άνθρωπος παύει να θεωρεί αυτονόητο ό,τι του παρουσιάζουν ως αυτονόητο.

          Στη ζωή των ανθρώπων και των κοινωνιών η Ελευθερία ως βίωμα και κοινωνικό αιτούμενο δεν είναι τόσο θέμα «πλειοψηφίας» ή αθροιστικό προϊόν, αλλά περισσότερο αγαθό που επωάζεται στην ανήσυχη σκέψη, στον αβόλευτο νου, στο γενναίο φρόνημα και στην ασίγαστη επιθυμία να εναντιωθείς στη δουλική συνείδηση που σου υπόσχεται σιγουριά και ασφάλεια μέσα από την υποταγή και τη συμμόρφωση στο απρόσωπο πλήθος.

            Τα πλήθη των λεωφόρων τρέφουν το αγελαίο πνεύμα και τη μαζική συνείδηση που είναι ο προθάλαμος όχι μόνον της ανθρώπινης δουλείας αλλά και της πνευματικής στασιμότητας. Όταν όλοι βαδίζουν προς την ίδια κατεύθυνση, η διαφορετικότητα μοιάζει ύποπτη και η αμφιβολία γίνεται περίπου ενοχή.

       Ο Σοπενχάουερ περιέγραψε χαρακτηριστικά αυτήν την κατάσταση, τονίζοντας πως:

          «Αυτό που μισεί περισσότερο το κοπάδι είναι τον έναν που σκέφτεται διαφορετικά. Δεν είναι τόσο η ίδια η άποψή του, αλλά το θάρρος του να θέλει να σκεφτεί μόνος του, κάτι που το κοπάδι δεν ξέρει να κάνει μόνο του...»

           Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να εγκαταλείψουμε την κοινωνία ούτε να θεωρήσουμε ότι κάθε πλειοψηφία σφάλλει. Είναι να διασώσουμε μέσα στην κοινωνία έναν εσωτερικό χώρο ελευθερίας, όπου το άτομο θα μπορεί να σκέφτεται, να αμφισβητεί, να διαφωνεί και, όταν χρειάζεται, να εκτρέπεται από την «λεωφόρο».

                                       Ο ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ - ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ

           Οι προτροπές του Πυθαγόρα για την παράκαμψη των λεωφόρων με στόχο την κατάκτηση των βασικών αιτουμένων (Αυτογνωσία, Αλήθεια, Ελευθερία) άτυπα συναντούν και κάποιες ανάλογες προτροπές του Καβάφη σχετικά με τους κινδύνους που ενέχουν οι «Λεωφόροι» για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Είναι οι γνωστές «ανθρώπινες συνάφειες».

                               Στο ποίημα «Όσο μπορείς» γράφει:

     «Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,/τούτο προσπάθησε τουλάχιστον/όσο μπορείς μην την εξευτελίζεις/μες την πολλή συνάφεια του κόσμου.../Μην την εξευτελίζεις πηγαίνοντάς την/γυρίζοντας συχνά κι εκθέτοντάς την/στων σχέσεων και των συναναστροφών/την καθημερινήν ανοησίαν/ως που να γίνει μία ξένη φορτική».

          Εκείνο που φοβάται ο Καβάφης και έτσι δικαιολογείται και η προτροπή του Πυθαγόρα είναι ο κίνδυνος το άτομο να χάσει την ατομικότητά του μέσα στη μάζα των λεωφόρων, την ιδιαιτερότητά του, την ίδια την ταυτότητά του. Να γίνει, δηλαδή, ξένος προς τον ίδιο του τον εαυτό, να αλλοτριωθεί («...να γίνει μια ξένη φορτική»).

             Ο έσχατος ευτελισμός-αυτοεξευτελισμός του ανθρώπου είναι αυτό ακριβώς. Να απωλέσει όλα εκείνα τα στοιχεία που τον διαφοροποιούν από το κοπάδι και τον καθιστούν μοναδικό. Να ζει όχι με βάση αυτό που είναι, αλλά με βάση αυτό που οι άλλοι περιμένουν να είναι.

           Οι κοινωνικές συνάφειες λειτουργούν αφομοιωτικά και τείνουν να μετασχηματίζουν τις ανθρώπινες ιδιαιτερότητες σε «χυλό». Η υπερβολική έκθεση, η διαρκής συναναστροφή, η ανάγκη για αποδοχή και η προσπάθεια να μη διαφοροποιηθούμε μπορούν σταδιακά να εξομαλύνουν όλα εκείνα που μας κάνουν διαφορετικούς.

          Σε αυτό το σημείο-θέση συναντώνται ο Πυθαγόρας και ο Καβάφης στην προσπάθειά τους να αναδείξουν τον αλλοτριωτικό χαρακτήρα των «λεωφόρων» και να προτείνουν-προτρέψουν την παράκαμψή τους, «εκτρέπεσθαι».

          Φυσικά και οι δύο δεν προτείνουν την εγωιστική μοναξιά, αλλά την ελάχιστη απομόνωση για να ακούσει ο καθένας καλύτερα και καθαρότερα τον εαυτό του. Δεν πρόκειται για περιφρόνηση των ανθρώπων αλλά για αυτοπροστασία της προσωπικότητας. Δεν είναι φυγή από την κοινωνία, αλλά είναι μία προσπάθεια να επιστρέψει κανείς σε αυτήν χωρίς να έχει προηγουμένως χάσει τον εαυτό του.

       Ο “δρόμος-λεωφόρος” της εύκολης και μαζικής γνώσης είναι καταστροφικός και για τους δύο και επιφέρει την αλλοίωση-ευτελισμό του ανθρώπου. Η γνώση που προσφέρεται έτοιμη και αμάσητη δεν ζητά κόπο, δεν απαιτεί έλεγχο, δεν προκαλεί εσωτερική δοκιμασία. Αντίθετα, η ουσιαστική γνώση απαιτεί προσωπική πορεία και ατομική ευθύνη.

           «Τας λεωφόρους-οδούς εκτρέπεσθαι», λοιπόν, είναι ένας αναγκαίος παράδρομος αυτοπειθαρχίας, σιωπής και εσωτερικής αναζήτησης. Ένας παράδρομος όπου το άτομο διασώζει τον Εαυτό του από τα κατά συνθήκη «κοινωνικά πρέπει» και ελεύθερα αναζητεί τρόπους αυτοπροσδιορισμού σε μία κοινωνία ετεροπροσδιορισμένη.

          Ας μη μας συγκινούν, λοιπόν, οι δρόμοι-λεωφόροι για το μέγεθός τους, ούτε για το πλήθος των ανθρώπων που τους προτιμά. Γιατί εκεί ξεχειλίζει το συναίσθημα, το επιφανειακό, το εφήμερο, το μαζικό, το φαίνεσθαι, ενώ αντίθετα χάνεται ή σπανίζει το αυθεντικό, το λογικό, το ωφέλιμο, το ουσιώδες και το πρωτότυπο.

           Ίσως, τελικά, το «εκτρέπεσθαι» να μην είναι μία άρνηση του δρόμου αλλά μία επιλογή του δικού μας δρόμου. Να σημαίνει την απόφαση να μη βαδίζουμε πάντοτε εκεί όπου βαδίζουν όλοι, να μη δεχόμαστε ως αλήθεια ό,τι επαναλαμβάνεται από τους πολλούς και να μη θεωρούμε ελευθερία την άνετη συμμόρφωση.

         Ο παράδρομος είναι δύσκολος, στενός και πολλές φορές μοναχικός. Είναι, όμως, δικός μας.

             Και ίσως αυτό ακριβώς να είναι το βαθύτερο νόημα της πυθαγόρειας προτροπής: Να μη φοβηθούμε την απόσταση από τη λεωφόρο, γιατί μόνον εκεί, στον πιο ήσυχο δρόμο, μπορούμε να συναντήσουμε πραγματικά τον Εαυτό μας, την Αλήθεια, την Ελευθερία και την Αξιοπρέπειά μας. 

          Δεν είναι οι λεωφόροι που πρέπει να φοβόμαστε, αλλά η τυφλή πορεία πάνω σε αυτές. Γιατί όταν όλοι βαδίζουν προς την ίδια κατεύθυνση, η διαφορετική διαδρομή μοιάζει παράλογη και η μοναχική σκέψη γίνεται σχεδόν πράξη αντίστασης. Ίσως, λοιπόν, η πυθαγόρεια προτροπή να παραμένει επίκαιρη: Να εκτρέπεσαι, όταν χρειάζεται, από τους δρόμους της μάζας, για να μη χάσεις τον δικό σου δρόμο.

       Γιατί ο άνθρωπος δεν ευτελίζεται όταν μένει μόνος.  Ευτελίζεται όταν παύει να είναι ο εαυτός του.

 

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα, Γ΄ Λυκείου (Νέες τεχνολογίες – Τεχνητή Νοημοσύνη)

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα και τη Λογοτεχνία, Γ΄ Λυκείου (Βία)

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα, Γ΄ Λυκείου (Φανατισμός)

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία, Γ΄ Λυκείου (Πόλεμος - Ειρήνη)