Οι “αριστούχοι” των Πανελληνίων και οι “εφηβικές συμμορίες”: Δύο όψεις της ίδιας κοινωνίας

 

        &. Γράφει ο Ηλίας Γιαννακόπουλος, Blog "ΙΔΕΟπολις"

 *Οικογένεια, Κοινωνία ή Άτομο; Η αναζήτηση της ευθύνης



          Τις τελευταίες ημέρες το διαδίκτυο και τα μέσα ενημέρωσης μοιάζουν να κινούνται ανάμεσα σε δύο εικόνες της ίδιας γενιάς, τόσο αντιφατικές ώστε προκαλούν αμηχανία.

        Από τη μία πλευρά προβάλλονται, και δικαίως, τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι υψηλές επιδόσεις των αριστούχων των φετινών Πανελλαδικών Εξετάσεων, των μαθητών που κατέκτησαν βαθμολογίες πάνω από το 19.

            Από την άλλη, η επικαιρότητα κυριαρχείται από τον τραγικό θάνατο ενός δεκαπεντάχρονου από τα χέρια ενός δεκαεπτάχρονου, μέλους εφηβικής συμμορίας ( και μόνο η χρήση του όρου προκαλεί φόβο και μελαγχολία για την κοινωνία μας), σε ένα περιστατικό που μοιάζει να στερείται λογικής αιτίας και αφορμής.

         Δύο εικόνες της ίδιας νεότητας, δύο διαφορετικοί δρόμοι, δύο πραγματικότητες που γεννήθηκαν μέσα στην ίδια κοινωνία και απαιτούν κάτι περισσότερο από εύκολες διαπιστώσεις.

          Τα δύο αυτά γεγονότα αναζωπυρώνουν, για ακόμη μία φορά, το διαχρονικό ερώτημα «Τις πταίει;». Συνήθως οι ερμηνείες εξαντλούνται στην οικογένεια, η οποία αναγορεύεται είτε σε αποκλειστικό δημιουργό της αριστείας είτε σε αποκλειστικό υπεύθυνο της εφηβικής παραβατικότητας. Έτσι, όμως, η κοινωνία απαλλάσσεται από τις δικές της ευθύνες και αποφεύγει να εξετάσει τον ρόλο του σχολείου, των προτύπων, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, της κουλτούρας της βίας και του καταναλωτισμού.

           Γι' αυτό και η εφηβική βία επιστρέφει ξανά και ξανά, διαψεύδοντας τις πρόχειρες ερμηνείες, την κοινωνική μας υποκρισία και τις αποσπασματικές προτάσεις αντιμετώπισης. Στο τέλος, τόσο οι αριστούχοι όσο και τα μέλη των συμμοριών απολαμβάνουν την ίδια εφήμερη δημοσιότητα, πριν η επικαιρότητα αναζητήσει τους επόμενους πρωταγωνιστές της.Αρχή φόρμαςΤέλος φόρμας

           Η Ελλάδα των αριστούχων και η Ελλάδα των εφηβικών συμμοριών δεν είναι δύο διαφορετικές χώρες, αλλά οι δύο όψεις της ίδιας κοινωνίας.

           Από τη μία, νέοι που με επιμονή, κόπο και στήριξη της οικογένειας και των εκπαιδευτικών τους κατακτούν κορυφαίες επιδόσεις στις Πανελλαδικές, αποδεικνύοντας ότι η προσπάθεια, η πειθαρχία και οι αξίες εξακολουθούν να καρποφορούν.

             Από την άλλη, συνομήλικοί τους οργανώνονται σε ομάδες βίας, όπου η επιθετικότητα, η επιβολή και η απαξίωση της ανθρώπινης ζωής γίνονται μέσο αυτοεπιβεβαίωσης.

           Το ερώτημα δεν είναι γιατί υπάρχουν αριστούχοι, αλλά το πραγματικά ανησυχητικό ερώτημα είναι πώς παιδιά που μεγάλωσαν στην ίδια κοινωνία, με τα ίδια τεχνολογικά μέσα και τις ίδιες ευκαιρίες πληροφόρησης, καταλήγουν να θεωρούν τη βία τρόπο έκφρασης και αναγνώρισης.

               Αυτή η αντίθεση δεν μπορεί να ερμηνευθεί με εύκολες γενικεύσεις ούτε να αποδοθεί αποκλειστικά στην οικογένεια, στο σχολείο ή στην πολιτεία.

         Είναι το αποτέλεσμα μιας βαθύτερης κρίσης αξιών, προτύπων και κοινωνικών δεσμών. Εκείνο που προκαλεί μεγαλύτερη ανησυχία είναι ότι η βία πολλών εφηβικών συμμοριών δεν στρέφεται εναντίον ενός συστήματος που θεωρούν άδικο, αλλά εναντίον των ίδιων των συνομηλίκων τους. Ο «αντίπαλος» δεν είναι η αδικία, αλλά ο αδύναμος, ο διαφορετικός ή απλώς ο τυχαίος νέος που βρέθηκε στον δρόμο τους.

              Όταν η νεότητα χάνει την αλληλεγγύη της και μετατρέπει τον συνομήλικο σε εχθρό, τότε το πρόβλημα παύει να είναι μόνο ζήτημα παραβατικότητας. Γίνεται ζήτημα πολιτισμού και μέλλοντος της κοινωνίας.

            Πως μπορεί η ίδια η κοινωνία να επωάζει και να γεννά τα δύο αυτά αντίθετα φαινόμενα; Ποια επιστημονική θεωρία θα μπορούσε να ερμηνεύσει το φαινόμενο;

          Πριν καταλήξουμε σε εύκολα συμπεράσματα, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η ίδια κοινωνία μπορεί να παράγει ταυτόχρονα αριστούχους και εφηβικές συμμορίες. Η κοινωνία δεν είναι ένα ομοιογενές σώμα αλλά ένα πολύπλοκο σύστημα, όπου συνυπάρχουν διαφορετικές αξίες, πρότυπα, ευκαιρίες και αποκλεισμοί.

            Ο Émile Durkheim θα μιλούσε για την αποδυνάμωση των κοινών κανόνων (ανομία), ενώ ο Robert K. Merton θα υποστήριζε ότι οι ίδιες κοινωνικές επιδιώξεις οδηγούν άλλους στη δημιουργική προσπάθεια και άλλους στην παραβατικότητα, όταν οι θεμιτοί δρόμοι φαίνονται κλειστοί.

              Έτσι, η γνωστή φράση «εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σου μοιάζω» δεν οδηγεί σε μία μόνο εικόνα. Το ερώτημα δεν είναι αν οι νέοι αντικατοπτρίζουν την κοινωνία, αλλά ποια από τις πολλές και αντιφατικές όψεις της αντανακλούν.

           Γι' αυτό κάθε εξιδανίκευση ή καταστροφολογική περιγραφή της κοινωνίας οδηγεί σε ερμηνευτικές τερατογενέσεις.

            Αν δούμε μόνο τους αριστούχους, θα αγνοήσουμε τις παθογένειες, ενώ αν σταθούμε αποκλειστικά στις συμμορίες των εφήβων, θα αδικήσουμε τη δημιουργική και ελπιδοφόρα πλευρά της νέας γενιάς. Οι μανιχαϊσμοί παραμορφώνουν την αλήθεια, γιατί διαιρούν αυθαίρετα την πραγματικότητα σε απόλυτο καλό και απόλυτο κακό. Η αλήθεια, όμως, βρίσκεται στη σύνθεση των αντιθέσεων: Η ίδια κοινωνία γεννά φαινόμενα που εκφράζουν τόσο τις αρετές όσο και τις αντιφάσεις της.

           Η ουσιαστική πρόκληση, επομένως, δεν είναι να επιλέξουμε ποια Ελλάδα είναι η «πραγματική», αλλά να αναζητήσουμε τις κοινωνικές, οικογενειακές, εκπαιδευτικές και πολιτισμικές προϋποθέσεις που ενισχύουν τη μία όψη και περιορίζουν την άλλη.

           Αν επιλέξουμε ως ερμηνευτικό σχήμα τη διαδρομή Κοινωνία → Οικογένεια → Άτομο, είναι εύκολο να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η οικογένεια, ως πρώτο κύτταρο κοινωνικοποίησης, φέρει την κύρια ευθύνη για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα των νέων.

         Πράγματι, μέσα σε αυτήν καλλιεργούνται αξίες, πρότυπα, όρια και συμπεριφορές που μπορούν να οδηγήσουν είτε στην αριστεία είτε στην παραβατικότητα.

         Ωστόσο, μια τέτοια απόλυτη ερμηνεία κινδυνεύει να μετατρέψει την οικογένεια σε αποδιοπομπαίο τράγο, συσκοτίζοντας τις βαθύτερες κοινωνικές αιτίες. Η οικογένεια δεν λειτουργεί σε κοινωνικό κενό, αλλά επηρεάζεται από την οικονομική ανασφάλεια, την πολιτισμική κρίση, το εκπαιδευτικό σύστημα, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα πρότυπα που προβάλλονται και το γενικότερο αξιακό κλίμα της κοινωνίας.


         Συνεπώς, η οικογένεια αποτελεί κρίσιμο, αλλά όχι αποκλειστικό, παράγοντα. Συχνά αντανακλά τις αντιφάσεις της ίδιας της κοινωνίας, η οποία διαμορφώνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο οι γονείς ανατρέφουν και οι νέοι διαμορφώνουν την προσωπικότητά τους.

           Η εύκολη ενοχοποίηση της οικογένειας, όσο ελκυστική κι αν φαίνεται ως ερμηνεία, εγκυμονεί έναν σοβαρό κίνδυνο: Να αποδυναμώσει την έννοια της προσωπικής ευθύνης.

         Αναμφίβολα, η οικογένεια επηρεάζει βαθιά τη διαμόρφωση της προσωπικότητας του παιδιού και του εφήβου. Όμως η επιρροή δεν ισοδυναμεί με απόλυτη αιτιότητα. Αν κάθε παραβατική συμπεριφορά αποδίδεται αποκλειστικά σε μια δυσλειτουργική οικογένεια, τότε ο νέος μετατρέπεται σε παθητικό προϊόν των συνθηκών και όχι σε ηθικό υποκείμενο με δυνατότητα επιλογής.

             Έτσι, καλλιεργείται μια κουλτούρα δικαιολογιών, όπου το «φταίνε οι άλλοι» υποκαθιστά το «τι μπορώ να αλλάξω εγώ». Η αναγνώριση των κοινωνικών και οικογενειακών αιτίων είναι αναγκαία, αλλά δεν πρέπει να καταλήγει στην ακύρωση της προσωπικής ευθύνης, γιατί τότε υπονομεύεται η ίδια η δυνατότητα της αυτοβελτίωσης και της ηθικής ωρίμανσης.

           Από αυτή την οπτική, ίσως αξίζει να επανεξεταστεί και η φιλοσοφία του σωφρονιστικού συστήματος, ιδιαίτερα όταν αφορά ανήλικους παραβάτες. Ο σκοπός του δεν μπορεί να είναι μόνο η κατανόηση των αιτίων της παραβατικότητας ούτε η μεταφορά της ευθύνης αποκλειστικά στην οικογένεια ή στην κοινωνία.

            Εξίσου σημαντικό είναι να καλλιεργεί στον νέο την επίγνωση ότι, παρά τις δυσμενείς συνθήκες, παραμένει φορέας επιλογών και υπεύθυνος για τις πράξεις του. Η πραγματική επανένταξη δεν επιτυγχάνεται μόνο με την παροχή στήριξης, αλλά και με την ενίσχυση της αυτογνωσίας, της λογοδοσίας και της προσωπικής δέσμευσης για αλλαγή. Η ισορροπία ανάμεσα στην κατανόηση των αιτίων και στην ανάληψη της ευθύνης είναι ίσως η πιο ουσιαστική προϋπόθεση για έναν αυθεντικά παιδαγωγικό και αποτελεσματικό σωφρονισμό.

            Στο σημείο αυτό κρίνεται επιβεβλημένη η αναφορά σε δύο “λογικές πλάνες” που συσκοτίζουν την αλήθεια αυτής της κοινωνικής αντίφασης και δυσκολεύουν στη λήψη των σωστών μέτρων αντιμετώπισης της νεανικής παραβατικότητας

         1.     Η πλάνη της ψευδούς αιτίας.

           Η συνύπαρξη δύο αντίθετων φαινομένων–των αριστούχων και των εφηβικών συμμοριών–δεν σημαίνει ότι έχουν και την ίδια ή μία μόνο αιτία. Το γεγονός ότι πολλοί παραβατικοί νέοι προέρχονται από προβληματικές οικογένειες δεν αποδεικνύει πως η οικογένεια είναι η αιτία της παραβατικότητας. Η ανθρώπινη συμπεριφορά διαμορφώνεται από ένα πλέγμα παραγόντων: κοινωνικών, οικονομικών, πολιτισμικών, ψυχολογικών και προσωπικών. Η απλοποίηση ενός τόσο σύνθετου φαινομένου οδηγεί σε εσφαλμένα συμπεράσματα και αναποτελεσματικές λύσεις.

             2. Η πλάνη της μοναδικής αιτίας ή του αποδιοπομπαίου τράγου.

           Εξίσου προβληματική είναι η τάση να αναγορεύεται η οικογένεια σε αποκλειστικό υπεύθυνο για κάθε μορφή νεανικής παραβατικότητας. Μια τέτοια ερμηνεία απαλλάσσει από τις ευθύνες την κοινωνία, το σχολείο, τα πρότυπα που προβάλλουν τα μέσα ενημέρωσης και, σε έναν βαθμό, τον ίδιο τον νέο. Η αναζήτηση ενός μόνο ενόχου είναι βολική, αλλά σπάνια αληθινή. Τα σύνθετα κοινωνικά προβλήματα απαιτούν πολυπαραγοντική ερμηνεία και ισόρροπη κατανομή της ευθύνης, όχι εύκολους ενόχους.

             Ωστόσο να μην λησμονούμε πως ανάμεσα στους αριστούχους και στους νέους που παρασύρονται στις εφηβικές συμμορίες υπάρχει μια μεγάλη, συχνά αθέατη, κατηγορία νέων που αγωνίζονται καθημερινά μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Είναι εκείνοι που επιλέγουν την εργασία, τη μαθητεία και την επαγγελματική κατάρτιση σε συνεργεία, εργαστήρια, οικοδομές, αγροτικές ή οικογενειακές επιχειρήσεις, μαθαίνοντας μια τέχνη με κόπο και αξιοπρέπεια. Δεν θα βραβευθούν για τις σχολικές τους επιδόσεις ούτε θα απασχολήσουν την επικαιρότητα με παραβατικές συμπεριφορές.

          Κι όμως, με τη συνέπεια, την εργατικότητα και την υπευθυνότητά τους αποτελούν πολύτιμο κοινωνικό κεφάλαιο. Αξίζουν τον ίδιο σεβασμό και τις ίδιες ευκαιρίες, γιατί και αυτοί οικοδομούν το μέλλον της κοινωνίας, αποδεικνύοντας ότι η προσωπική αξία δεν μετριέται μόνο με βαθμούς, αλλά και με το ήθος της καθημερινής προσπάθειας.

           Δυστυχώς, ένας από τους σημαντικότερους παραδοσιακούς μηχανισμούς ανάσχεσης της ωμής νεανικής επιθετικότητας, ο κοινωνικός έλεγχος, έχει εξασθενήσει αισθητά. Η οικογένεια, η γειτονιά, το σχολείο και η τοπική κοινωνία δεν λειτουργούν πλέον με την ίδια αποτελεσματικότητα ως φορείς ορίων και λογοδοσίας. Έτσι, πολλοί νέοι, αλλά και ενήλικες, αισθάνονται ότι μπορούν να δρουν χωρίς ουσιαστικές συνέπειες, οχυρωμένοι πίσω από την αδιαφορία, τη σιωπή ή ακόμη και την ανοχή των παρευρισκομένων.

           Όταν η κοινωνία παύει να αποδοκιμάζει έμπρακτα τη βία και την παραβατικότητα, αυτές σταδιακά κανονικοποιούνται, με τα γνωστά πλέον τραγικά αποτελέσματα.

              Η ύπαρξη, λοιπόν, αριστούχων νέων και εφηβικών συμμοριών μέσα στην ίδια κοινωνία αποδεικνύει ότι κανένας παράγοντας από μόνος του δεν καθορίζει τη μοίρα των νέων. Η πρόληψη της παραβατικότητας δεν θα προέλθει ούτε από την εύκολη ενοχοποίηση της οικογένειας ούτε από την απαλλαγή του ίδιου του νέου από την προσωπική του ευθύνη. Απαιτείται μια νέα κοινωνική συμφωνία, όπου οικογένεια, σχολείο, πολιτεία και τοπική κοινωνία θα συνεργάζονται για την καλλιέργεια αξιών, την ενίσχυση της ψυχικής ανθεκτικότητας, τη δημιουργία ουσιαστικών προτύπων και την παροχή δημιουργικών διεξόδων στους εφήβους.

            Παράλληλα, κάθε νέος πρέπει να διδάσκεται ότι η ελευθερία προϋποθέτει ευθύνη και ότι, ακόμη και μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες, διαθέτει τη δύναμη της επιλογής. Οι αριστούχοι αποδεικνύουν πως η προσπάθεια, η αυτοπειθαρχία και η επιμονή μπορούν να υπερνικήσουν τις αντιξοότητες. Το πραγματικό στοίχημα, λοιπόν, δεν είναι να αναζητούμε ενόχους, αλλά να διαμορφώνουμε πολίτες που θα επιλέγουν συνειδητά τον δρόμο της δημιουργίας αντί της βίας.

          

Σχόλια

  1. Καληνύχτα Ελλάδα.
    Ελληνική κοινωνία ώρα μηδέν εδώ και καιρό.
    Αν υπάρχει ελπίδα;
    Με βάση τα σημερινά δεδομένα απολύτως καμία.
    Επομένως;
    Ας μιλήσουν οι καθ' ύλην αρμόδιοι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα, Γ΄ Λυκείου (Νέες τεχνολογίες – Τεχνητή Νοημοσύνη)

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα και τη Λογοτεχνία, Γ΄ Λυκείου (Βία)

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα, Γ΄ Λυκείου (Φανατισμός)

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία, Γ΄ Λυκείου (Πόλεμος - Ειρήνη)