“Πολιτικών Μεταγραφών” το Ανάγνωσμα…
&. Γράφει ο Ηλίας Γιαννακόπουλος, Blog "ΙΔΕΟπολις"
*H απο-Ιδεολογικοποίηση της Πολιτικής
“Αυτοί που ξεχωρίζουν την πολιτική από την Ηθική δεν θα καταλάβουν ποτέ ούτε τη μία ούτε την άλλη” (Ζαν-Ζακ Ρουσσώ).
Η είδηση πέρασε σχεδόν απαρατήρητη μέσα στον καθημερινό καταιγισμό της πολιτικής επικαιρότητας. Ένας ακόμη βουλευτής εγκατέλειψε την κομματική του στέγη για να προσχωρήσει σε άλλη, προσθέτοντας το όνομά του στον ολοένα και μακρύτερο κατάλογο των πολιτικών «μεταγραφών». Ήταν, μάλιστα, η πέμπτη μετακίνηση μέσα σε μία μόλις εβδομάδα, γεγονός που ενισχύει την αίσθηση ότι οι εκλογές βρίσκονται προ των πυλών και πως πολλοί σπεύδουν να εξασφαλίσουν την προσωπική τους πολιτική επιβίωση.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι ορισμένοι πρωταγωνιστές αυτών των μετακινήσεων αλλάζουν κομματική ταυτότητα για τρίτη ή και τέταρτη φορά (δεν λείπουν και οι περιπτώσεις που κάποιοι βουλευτές αφού περιπλανήθηκαν σε άλλα δύο κόμματα επέστρεψαν στην αρχική τους στέγη-κόμμα), σαν να πρόκειται για απλή αλλαγή ενδυμασίας και όχι για μεταβολή πολιτικών αρχών και ιδεολογικών πεποιθήσεων. Οι μεταγραφές στον χώρο του επαγγελματικού αθλητισμού μοιάζουν πλέον να υπολείπονται σε συχνότητα και θεαματικότητα από εκείνες της πολιτικής, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το κύρος των κομμάτων και την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η λέξη «μεταγραφή» είναι ταυτισμένη με τον χώρο του αθλητισμού, όπου η μετακίνηση ενός παίκτη από μία ομάδα σε άλλη θεωρείται σχεδόν αυτονόητη. Τα τελευταία χρόνια, όμως, ο όρος έχει εισβάλει δυναμικά και στο πολιτικό λεξιλόγιο, καθώς οι μετακινήσεις πολιτικών προσώπων από κόμμα σε κόμμα αποτελούν ολοένα συχνότερο φαινόμενο.
Άλλοτε παρουσιάζονται ως πράξεις πολιτικής ωρίμανσης, ιδεολογικής αναθεώρησης ή προσαρμογής στις νέες κοινωνικές συνθήκες και άλλοτε αντιμετωπίζονται ως εκδηλώσεις πολιτικού οπορτουνισμού, αμοραλισμού ή προσωπικής στρατηγικής.
Οι υποστηρικτές τους τις θεωρούν ένδειξη πολιτικής κινητικότητας, δημοκρατικής ωριμότητας και ελεύθερης διακίνησης ιδεών, υποστηρίζοντας ότι κανείς δεν μπορεί να παραμένει δέσμιος ενός κομματικού φορέα όταν οι πολιτικές συνθήκες μεταβάλλονται. Οι επικριτές τους, αντίθετα, διακρίνουν πίσω από αυτές προσωπικές σκοπιμότητες, εκλογικούς υπολογισμούς και μια σταδιακή αποδυνάμωση της πολιτικής συνέπειας.
Πού βρίσκεται, όμως, η αλήθεια; Αποτελούν οι πολιτικές μεταγραφές ένδειξη μιας ζωντανής δημοκρατίας, όπου οι ιδέες υπερισχύουν των κομματικών στεγανών, ή μήπως αποκαλύπτουν την κρίση των αξιών και την υποχώρηση της πολιτικής συνέπειας;
Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο επίκαιρο όταν οι μετακινήσεις αυτές δεν υπαγορεύονται από σαφείς ιδεολογικές διαφορές, αλλά συμπίπτουν με προσωπικές φιλοδοξίες και επιδιώξεις εξουσίας. Τότε η πολιτική μεταγραφή κινδυνεύει να εκληφθεί όχι ως έκφραση ελεύθερης πολιτικής συνείδησης, αλλά ως σύμπτωμα ενός ιδιότυπου πολιτικού ναρκισσισμού: Της αδυναμίας ορισμένων πολιτικών να φανταστούν τον δημόσιο βίο χωρίς τη δική τους πρωταγωνιστική παρουσία.
Αν, όμως, πράγματι ισχύει αυτό, τότε το ζήτημα δεν αφορά μόνο τα πρόσωπα, αλλά και την ποιότητα της δημοκρατίας, την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος και, κυρίως, τη σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στους πολίτες και τους εκπροσώπους τους.
Βέβαια στο ερώτημα αυτό δεν χωρούν εύκολες και απόλυτες απαντήσεις. Κάθε πολιτική μεταγραφή έχει τα δικά της ιδιαίτερα κίνητρα και οφείλει να κρίνεται με βάση το ιστορικό της πλαίσιο, τη συνέπεια του πολιτικού προσώπου και, κυρίως, την ετυμηγορία των πολιτών. Ωστόσο, όταν οι μετακινήσεις γίνονται κατ' επανάληψη, χωρίς πειστική ιδεολογική τεκμηρίωση, τότε γεννούν εύλογες υποψίες ότι η πολιτική μετατρέπεται από λειτούργημα σε μέσο προσωπικής επιβίωσης και ανέλιξης.
Κι εκεί ακριβώς αρχίζει η συζήτηση για τα όρια ανάμεσα στη δημοκρατική ευελιξία και στον πολιτικό οπορτουνισμό.
Βέβαια, οι πολιτικές μεταγραφές δεν αποτελούν καινούργιο φαινόμενο. Διαχρονικά χαρακτήριζαν το πολιτικό μας σύστημα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, προκάλεσαν βαθιές ανακατατάξεις στον κομματικό χάρτη και στους πολιτικούς συσχετισμούς.
Η πιο ηχηρή ίσως περίπτωση ήταν εκείνη του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, ο οποίος, προερχόμενος από διαφορετική πολιτική αφετηρία, εντάχθηκε στη Νέα Δημοκρατία και αναδείχθηκε αργότερα πρωθυπουργός, γεγονός που οδήγησε πολλούς να τον χαρακτηρίσουν πολιτικό «σώγαμπρο» της παράταξης.
Η ιστορική αυτή διαδρομή αποδεικνύει ότι οι πολιτικές μετακινήσεις δεν είναι εκ προοιμίου ούτε καταδικαστέες ούτε επαινετές. Η αξιολόγησή τους εξαρτάται από τα κίνητρα, την ιδεολογική συνέπεια και, κυρίως, από το αν υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον ή την προσωπική πολιτική επιβίωση. Άλλο η έντιμη πολιτική μετεξέλιξη που ανταποκρίνεται στις ανάγκες της εποχής και άλλο ο καιροσκοπισμός, που χρησιμοποιεί το κόμμα ως πρόσκαιρο όχημα για τη διατήρηση της εξουσίας και της προσωπικής πολιτικής προβολής.
“Χωρίς την Εξουσία οι Ιδεολογίες δεν μπορούν να εφαρμοστούν. Με την Εξουσία σπάνια επιβιώνουν” (Φιντέλ Κάστρο).
Τις πολιτικές μεταγραφές και μετακινήσεις διευκολύνει αναμφίβολα και η σταδιακή αποϊδεολογικοποίηση των κομμάτων. Παρά τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις ορισμένων κομματικών θεωρητικών, οι σαφείς ιδεολογικές διαχωριστικές γραμμές έχουν σε μεγάλο βαθμό αμβλυνθεί, ενώ ο πραγματισμός και η επικοινωνιακή διαχείριση συχνά υπερισχύουν των αρχών.
Όταν τα κόμματα συγκλίνουν σε βασικές πολιτικές επιλογές και η ιδεολογική τους ταυτότητα γίνεται ασαφής, η μετακίνηση ενός πολιτικού από τον έναν χώρο στον άλλο εμφανίζεται ευκολότερη και λιγότερο «κοστοβόρα». Έτσι, η κομματική ένταξη κινδυνεύει να εκλαμβάνεται όχι ως έκφραση βαθιάς ιδεολογικής πίστης, αλλά ως επιλογή πολιτικής σκοπιμότητας, γεγονός που ενισχύει τη δυσπιστία των πολιτών απέναντι στο πολιτικό σύστημα.
Είναι, ωστόσο, πραγματικά αξιοπρόσεκτο με πόση ευκολία ορισμένοι μεταγραφόμενοι πολιτικοί εγκωμιάζουν τη νέα κομματική τους στέγη, την οποία μέχρι πρότινος κατηγορούσαν με ιδιαίτερη σφοδρότητα. Η απότομη αυτή μεταβολή γεννά εύλογα ερωτήματα για τη συνέπεια των πολιτικών τους πεποιθήσεων. Συχνά η αγωνία για πολιτική επιβίωση, η διατήρηση της δημόσιας παρουσίας ή η προσδοκία μιας νέας ευκαιρίας εξουσίας φαίνεται να υπερισχύουν της ιδεολογικής συνέπειας.
Έτσι, δεν διστάζουν να αλλάζουν κομματικό στρατόπεδο ανάλογα με τους εκλογικούς συσχετισμούς και το «πού φυσάει ο άνεμος». Άλλοι χαρακτηρίζουν αυτή τη συμπεριφορά πολιτική εξαχρείωση και άλλοι πολιτικό εκφυλισμό.
Η ευκολία με την οποία ορισμένα πολιτικά στελέχη εγκαταλείπουν το κόμμα που τα ανέδειξε για να ενταχθούν σε έναν νέο πολιτικό σχηματισμό, αλλά και η άκριτη προθυμία των κομμάτων-υποδοχής να τα ενσωματώνουν χωρίς ουσιαστική αξιολόγηση της πολιτικής τους διαδρομής και της ιδεολογικής τους συνέπειας, συνιστούν ένα από τα πιο ανησυχητικά γνωρίσματα της σύγχρονης πολιτικής ζωής.
Το φαινόμενο αυτό δεν περιορίζεται μόνο στην περαιτέρω αποδυνάμωση της ιδεολογικής φυσιογνωμίας των κομμάτων, τα οποία ολοένα και περισσότερο μετατρέπονται σε εκλογικούς μηχανισμούς εξουσίας, αλλά υπονομεύει και την ίδια την έννοια της πολιτικής ηθικής. Δημιουργεί την εντύπωση ότι οι ιδέες, οι αρχές και οι προεκλογικές δεσμεύσεις είναι αναλώσιμα στοιχεία, τα οποία μπορούν να εγκαταλειφθούν όταν το επιβάλλει η προσωπική πολιτική επιβίωση ή η προοπτική της εξουσίας.
Έτσι, η πολιτική παύει να εκλαμβάνεται ως λειτούργημα προσφοράς προς την κοινωνία και μετατρέπεται σε μέσο ατομικής ανέλιξης και εξυπηρέτησης προσωπικών φιλοδοξιών.
Όταν η ηθική αποσυνδέεται από την πολιτική πράξη, διαρρηγνύεται η σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στους πολίτες και τους εκπροσώπους τους και ενισχύεται ο κυνισμός απέναντι στους θεσμούς. Τότε η εξουσία παύει να υπηρετεί το κοινό συμφέρον και κινδυνεύει να μετατραπεί σε εργαλείο προσωπικής δικαίωσης, επιβεβαιώνοντας τους φόβους όσων εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η πολιτική χωρίς ηθικές αρχές χάνει τον ουσιαστικό λόγο ύπαρξής της.
Επιπρόσθετα, ο άκρατος πολιτικός ωφελιμισμός αλλοιώνει το περιεχόμενο της πολιτικής, όπως τη δίδασκε ο Αριστοτέλης. Για τον σταγειρίτη φιλόσοφο η πολιτική υπάρχει για να υπηρετεί το κοινό αγαθό και όχι το ατομικό συμφέρον, ενώ ο Μαξ Βέμπερ υπενθύμιζε ότι η άσκηση της εξουσίας προϋποθέτει όχι μόνο αποτελεσματικότητα αλλά και αίσθημα ευθύνης απέναντι στην κοινωνία.
Όταν οι πολιτικές μεταγραφές πραγματοποιούνται χωρίς ιδεολογική αιτιολόγηση και χωρίς την παραμικρή αυτοκριτική, καλλιεργείται η αντίληψη ότι οι αρχές είναι διαπραγματεύσιμες και ότι η εξουσία αποτελεί αυτοσκοπό.
Έτσι, η πολιτική ηθική εκφυλίζεται, η εμπιστοσύνη των πολιτών διαβρώνεται και η δημοκρατία αποστερείται από το σημαντικότερο ηθικό της θεμέλιο: Την πίστη ότι ο πολιτικός εκπροσωπεί πρωτίστως το δημόσιο συμφέρον και όχι την προσωπική του διαδρομή.
Από τη στιγμή που η ηθική αποχωρίζεται την πολιτική, ανοίγει ο δρόμος για την κυριαρχία του κυνισμού, της συναλλαγής και της ιδιοτέλειας, με τελικό θύμα την αξιοπιστία του ίδιου του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Οι πολιτικές μεταγραφές, λοιπόν, δεν μπορούν να συνεχίσουν να αντιμετωπίζονται ως μια φυσιολογική έκφραση της δημοκρατικής ζωής, όταν πίσω από αυτές υποκρύπτονται προσωπικές στρατηγικές επιβίωσης, φιλοδοξίες εξουσίας και μικροκομματικοί υπολογισμοί. Η δημοκρατία προϋποθέτει την ελευθερία της πολιτικής συνείδησης, απαιτεί όμως και τη λογοδοσία («λόγον διδόναι») απέναντι στους πολίτες που εμπιστεύθηκαν έναν πολιτικό με συγκεκριμένες αρχές, πρόγραμμα και κομματική ταυτότητα.
Ίσως, λοιπόν, έχει έρθει η ώρα να ανοίξει ένας σοβαρός δημόσιος διάλογος για την καθιέρωση ενός sui generis «κόφτη» στις πολιτικές μετακινήσεις. Όχι με την έννοια της απαγόρευσης – που θα αντέβαινε στις δημοκρατικές αρχές – αλλά με την πρόβλεψη θεσμικών αντικινήτρων, όπως η υποχρεωτική παραίτηση από την έδρα και η εκ νέου προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία ή η απαγόρευση ανάληψης κυβερνητικού αξιώματος για ένα εύλογο χρονικό διάστημα μετά τη μεταγραφή.
Δεν είναι δυνατόν τα κόμματα να λειτουργούν ως ποδοσφαιρικές ΠΑΕ ή ομάδες μπάσκετ που πανηγυρίζουν για κάθε «μεγάλη μεταγραφή», ούτε οι πολιτικοί να αλλάζουν παρατάξεις όπως αλλάζουν φανέλα οι επαγγελματίες αθλητές. Η πολιτική δεν είναι πρωτάθλημα μεταγραφών. Είναι πεδίο αρχών, ευθύνης και συνέπειας. Και όσο αυτό το αυτονόητο λησμονείται, τόσο θα διευρύνεται το χάσμα ανάμεσα στους πολίτες και στο πολιτικό σύστημα, με τελικό ζημιωμένο την ίδια τη δημοκρατία.
*Απορία ψάλτου… βηξ!: Συνιστά πράγματι μέγιστη παραδοξολογία τα κόμματα να διακηρύσσουν προεκλογικά ότι δεν πρόκειται να συνεργαστούν μετεκλογικά με κανένα άλλο κόμμα, επικαλούμενα ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές, την ίδια στιγμή που υποδέχονται με ευκολία στις τάξεις τους βουλευτές και κορυφαία στελέχη προερχόμενα από αυτούς ακριβώς τους πολιτικούς χώρους. Αν η συνεργασία μεταξύ κομμάτων θεωρείται πολιτικά ή ηθικά ανεπίτρεπτη, πώς καθίσταται αποδεκτή η ατομική «μεταγραφή» των εκπροσώπων τους; Τελικά, οι ιδεολογίες χωρίζουν τα κόμματα, αλλά όχι πάντα τους πολιτικούς. Κι αυτή είναι μια αντίφαση που δύσκολα εξηγείται στους πολίτες.


.png)

.png)
.jpg)
.png)
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου