ΠΑΣΟΚ: Η “κολλημένη βελόνα” και η “προστιθέμενη αξία” του κ. Ανδρουλάκη
*Γράφει ο Ηλίας Γιαννακόπουλος, Blog "ΙΔΕΟπολις"
“Δεν αρκεί να αλλάξεις το ρολόι, αν οι δείκτες μένουν ακίνητοι”
Παρακολουθώντας αυτές τις μέρες την πολιτική επικαιρότητα, όπως αυτή αποτυπώνεται στα κύματα των δημοσκοπήσεων και μετά την ίδρυση των δύο νέων κομμάτων (“ΕΛ.Α.Σ” / “Ελπίδα για τη Δημοκρατία”) και τον διαγκωνισμό τους για την κατάληψη της 2ης θέσης (η 1η είναι ήδη κατειλημμένη εδώ και 7 χρόνια και δεν αμφισβητείται) για έναν απροσδιόριστο λόγο ο νους μου γύρισε στα μαθητικά μου χρόνια και ιδιαίτερα στα Μαθηματικά και στις Εξισώσεις (αν και είχα κλίση στα θεωρητικά-Φιλολογικά).
Από τις εξισώσεις εκείνο που μου έκανε πάντοτε εντύπωση ήταν ο όρος “μεταβλητή” και ο ρόλος-λειτουργία της στην εξίσωση. Αυτή η επιστροφή στο παρελθόν και η εστίαση στην πολιτική επικαιρότητα συναντήθηκαν στη διαμάχη που ξέσπασε (αισιοδοξία για τον Τσίπρα/άγχος για το ΠΑΣΟΚ) για τον εκθρονισμό του ΠΑΣΟΚ από τη δεύτερη θέση.
Ε! αυτό ήταν αρκετό να προβώ στην ανεύρεση και διατύπωση των σχετικών αναλογιών ανάμεσα στον όρο “μεταβλητή” και στη δυναμική των κομμάτων που διεκδικούν τη 2η θέση. Ιδιαίτερα, όμως, η προσοχή μου εστιάστηκε στο ΠΑΣΟΚ που άγχεται και αγωνιά για αυτήν, που πριν λίγο καιρό φάνταζε αδιαπραγμάτευτη.
Κάθε πολιτική παράταξη αποτελεί μια σύνθετη εξίσωση, στην οποία πρόσωπα, ιδέες και συγκυρίες λειτουργούν ως μεταβλητές που καθορίζουν το τελικό αποτέλεσμα. Στην περίπτωση του ΠΑΣΟΚ (και όχι μόνον), η κρισιμότερη μεταβλητή είναι αναμφίβολα ο Νίκος Ανδρουλάκης.
Το ερώτημα, όμως, δεν είναι απλώς αν συμμετέχει στην εξίσωση, αλλά αν μεταβάλλει ουσιαστικά το αποτέλεσμά της. Καθώς οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν επίμονη στασιμότητα (η κολλημένη βελόνα) και οι επόμενες εκλογές πλησιάζουν, η αξιολόγηση της ηγετικής του επίδρασης γίνεται αναπόφευκτη. Αυξάνει τη δυναμική του κόμματος, διευρύνει την εκλογική του επιρροή και δημιουργεί προοπτική νίκης ή παραμένει μια μεταβλητή με περιορισμένη επίδραση στο τελικό πολιτικό άθροισμα;
«Μόλις περάσει ο μήνας του μέλιτος για τα νέα κόμματα και μόλις τα προγράμματά τους κληθούν να προτείνουν λύσεις για τα υπαρκτά προβλήματα του Έλληνα πολίτη, τότε ίσως αποκτήσουμε μια σαφέστερη εικόνα για το ποιο κόμμα θα καταλάβει τη δεύτερη, την τρίτη ή την τέταρτη θέση στις δημοσκοπήσεις και, ενδεχομένως, στις επόμενες εκλογές».
Η παραπάνω εκτίμηση των εκπροσώπων τύπου- επικοινωνιολόγων του ΠΑΣΟΚ ακούγεται λογική και σε έναν βαθμό δικαιολογημένη. Δεν μπορεί, όμως, να αποτελεί την πολιτική απάντηση του ΠΑΣΟΚ στην αγωνία που προκαλεί η δημοσκοπική του στασιμότητα. Ένα ιστορικό κόμμα που φιλοδοξεί να κυβερνήσει δεν μπορεί να παρακολουθεί παθητικά τη φθορά ή την απομυθοποίηση των αντιπάλων του, ελπίζοντας να αναδειχθεί δεύτερο από αδράνεια.
Κι αυτό γιατί ο ιστορικός και πολιτικός του ρόλος είναι να προβάλλει ως η εναλλακτική κυβερνητική πρόταση απέναντι στη Νέα Δημοκρατία. Και εδώ ακριβώς ανακύπτει το κρίσιμο ερώτημα: Πόση “προστιθέμενη πολιτική αξία” προσδίδει σήμερα η ηγεσία του Νίκου Ανδρουλάκη σε αυτή την προοπτική;
Στην πολιτική, τα κόμματα δεν κρίνονται μόνο από το πρόγραμμά τους, τις ιδέες ή την οργανωτική τους δομή, αλλά και από το πρόσωπο που τα εκφράζει και τα καθοδηγεί. Ο πρόεδρος αποτελεί συχνά τον καταλύτη που μετατρέπει τις πολιτικές θέσεις σε κοινωνική απήχηση, προσδίδοντας στο κόμμα εκείνη την ιδιαίτερη δυναμική που οι πολιτικοί αναλυτές αποκαλούν «προστιθέμενη αξία».
Η προσωπικότητα, η αξιοπιστία, η επικοινωνιακή ικανότητα και το όραμά του μπορούν να διευρύνουν την εκλογική επιρροή ή, αντίθετα, να περιορίσουν τις δυνατότητες ενός πολιτικού σχηματισμού. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι πόσο καθοριστικός παραμένει σήμερα ο ρόλος του ηγέτη στη μοίρα ενός κόμματος.
Στα περισσότερα ελληνικά κόμματα η πολιτική επιρροή του αρχηγού αποτελεί την κύρια προστιθέμενη αξία τους.
Στη Νέα Δημοκρατία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, παρά τις κατά καιρούς αμφισβητήσεις (Σαμαράς) και τη φθορά της διακυβέρνησης, εξακολουθεί να αποτελεί το ισχυρότερο εκλογικό και πολιτικό κεφάλαιο του κόμματος.
Ο Αλέξης Τσίπρας είναι η αδιαφιλονίκητη προστιθέμενη αξία του νέου πολιτικού του εγχειρήματος (ΕΛ.Α.Σ), καθώς η απήχησή του προηγείται της κομματικής δομής.
Αντίστοιχα, η Μαρία Καρυστιανού («Ελπίδα για τη Δημοκρατία»), η Ζωή Κωνσταντοπούλου («Πλεύση Ελευθερίας»), ο Κυριάκος Βελόπουλος («Ελληνική Λύση»), η Αφροδίτη Λατινοπούλου («Φωνή Λογικής») και ο Γιάνης Βαρουφάκης («ΜέΡΑ 25) ταυτίζουν σε μεγάλο βαθμό τα κόμματά τους με τη δική τους δημόσια παρουσία και πολιτική δυναμική και αποτελούν αναμφισβήτητα “προστιθέμενη αξία” γι αυτά.
Εξαίρεση αποτελεί το ΚΚΕ, όπου η ιδεολογία, η ιστορική συνέχεια και η κομματική συλλογικότητα υπερβαίνουν τα πρόσωπα, με αποτέλεσμα ο εκάστοτε γενικός γραμματέας να λειτουργεί περισσότερο ως εκφραστής της κομματικής γραμμής παρά ως αποκλειστικός φορέας της πολιτικής του ισχύος.
Η περίπτωση του ΠΑΣΟΚ αναδεικνύει μια ιδιαιτερότητα σε σχέση με τα περισσότερα ελληνικά κόμματα: Ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν φαίνεται να λειτουργεί ως ισχυρή “προστιθέμενη αξία” για τον πολιτικό του χώρο. Παρά τις ευνοϊκές συγκυρίες των τελευταίων ετών, όπως η κρίση και η αποσύνθεση του ΣΥΡΙΖΑ, η κυβερνητική φθορά της Νέας Δημοκρατίας και η αναζήτηση μιας αξιόπιστης εναλλακτικής λύσης από ένα τμήμα του εκλογικού σώματος, το ΠΑΣΟΚ δεν κατόρθωσε να μετατρέψει αυτές τις συνθήκες σε σταθερή και δυναμική εκλογική εκτόξευση.
Αντίθετα, συχνά εμφανίζεται να κινείται κάτω από τις προσδοκίες που δημιούργησαν οι αντικειμενικά ευνοϊκές συνθήκες. Η αδυναμία αυτή αποδίδεται από πολλούς στην περιορισμένη πολιτική ακτινοβολία του προέδρου του, ο οποίος δυσκολεύεται να εμπνεύσει, να συγκροτήσει ισχυρό πολιτικό αφήγημα και να πείσει ότι μπορεί να ηγηθεί μιας πειστικής προοδευτικής κυβερνητικής πρότασης. Έτσι, το κόμμα δείχνει συχνά ισχυρότερο από τον αρχηγό του και όχι το αντίστροφο.
Η πορεία του Νίκου Ανδρουλάκη στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ συνοδεύεται κι από ένα εμφανές πολιτικό παράδοξο. Ενώ διαθέτει στοιχεία που υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσαν να ενισχύσουν σημαντικά την εκλογική επιρροή του κόμματος, αδυνατεί να τα μετατρέψει σε ουσιαστικό πολιτικό κεφάλαιο.
Το ΠΑΣΟΚ, δηλαδή, κουβαλά μια βαριά ιστορική παρακαταθήκη, διαθέτει οργανωτική παρουσία σε ολόκληρη τη χώρα, έμπειρα στελέχη και αναγνωρίσιμη πολιτική ταυτότητα. Παράλληλα, ο πολυκερματισμός του ευρύτερου κεντροαριστερού και αριστερού χώρου, η κρίση εκπροσώπησης και η αποδυνάμωση των ανταγωνιστικών δυνάμεων δημιούργησαν ένα παράθυρο ευκαιρίας για την ανάδειξή του σε κυρίαρχο πόλο της αντιπολίτευσης.
“Σε κάθε πολιτική εξίσωση, η κρίσιμη μεταβλητή δεν είναι μόνον το παρελθόν του κόμματος, αλλά και η αξία που προσθέτει σε αυτό ο ηγέτης του”.
Ωστόσο, ο κ. Ανδρουλάκης δεν κατάφερε να μετατρέψει αυτές τις ευνοϊκές συνθήκες σε ισχυρό πολιτικό ρεύμα. Η δημόσια εικόνα του παραμένει περισσότερο διαχειριστική παρά πηγή έμπνευσης, ενώ ο λόγος του δυσκολεύεται να προσδώσει όραμα και δυναμική. Έτσι, το ΠΑΣΟΚ μοιάζει συχνά να συντηρεί τις δυνάμεις του χωρίς να αποκτά την απαιτούμενη ώθηση για ένα πραγματικό πολιτικό άλμα.
Ακόμη πιο πολιτικά παράδοξη είναι η περίπτωση του Νίκου Ανδρουλάκη, καθώς σε αρκετές δημοσκοπήσεις καταγράφει χαμηλότερες επιδόσεις από το ίδιο το ΠΑΣΟΚ στο ερώτημα για τον καταλληλότερο πρωθυπουργό. Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι ένα μέρος των πολιτών εμφανίζεται διατεθειμένο να στηρίξει το κόμμα, χωρίς όμως να εμπιστεύεται στον ίδιο βαθμό τον αρχηγό του για την κορυφαία κυβερνητική θέση. Πρόκειται για μια ένδειξη περιορισμένης προσωπικής απήχησης, που δυσκολεύει τη μετατροπή της κομματικής δυναμικής σε ευρύτερο πολιτικό ρεύμα εξουσίας.
Και όλα αυτά, ενώ είναι νωπά ακόμη τα χειροκροτήματα και ο αυτοθαυμασμός των συνέδρων από το πρόσφατο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ.
«Αντισταθείτε πάλι σ’ όλους αυτούς που λέγονται Μεγάλοι…/σ’ όλα τ’ ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε/πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι/σ’ όλους που γράφουν λόγους για την εποχή/δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα/στις κολακείες τις ευχές τις τόσες υποκλίσεις/από γραφιάδες και δειλούς για τον σοφό/αρχηγό τους».
Το ποίημα του Μιχάλη Κατσαρού, με την επαναλαμβανόμενη προτροπή «Αντισταθείτε», καλεί σε εγρήγορση απέναντι στις αυταπάτες, τις κολακείες και τις βολικές σιωπές των οργανωμένων μηχανισμών εξουσίας. Υπό αυτό το πρίσμα, θα μπορούσε να διαβαστεί και ως σχόλιο για όσα συνέβησαν στο πρόσφατο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ.
Ενώ, λοιπόν, οι δημοσκοπήσεις και η πολιτική πραγματικότητα αναδεικνύουν ως κεντρικό ζήτημα την αδυναμία του Νίκου Ανδρουλάκη να προσδώσει ισχυρή πολιτική και εκλογική «προστιθέμενη αξία» στο κόμμα, η συζήτηση μετατοπίστηκε σε δευτερεύοντα θέματα, όπως οι μελλοντικές συνεργασίες. Έτσι, ο «ελέφαντας στο δωμάτιο» παρέμεινε αθέατος. Το συνέδριο έμοιαζε περισσότερο να περιστρέφεται γύρω από όσα βολεύουν τον κομματικό μηχανισμό παρά γύρω από το κρίσιμο ερώτημα της ηγεσίας και της εκλογικής δυναμικής του κόμματος.
Η περίπτωση του Νίκου Ανδρουλάκη στο ΠΑΣΟΚ θα μπορούσε να ερμηνευθεί μεταφορικά μέσα από δύο γνωστές θεωρίες της οργανωσιακής και γνωστικής ανάλυσης: Τη «Θεωρία του Νεκρού Αλόγου» και το φαινόμενο του «Αθέατου Γορίλα».
Η πρώτη («Η Θεωρία του Νεκρού Αλόγου») περιγράφει την τάση οργανισμών να επενδύουν χρόνο και ενέργεια ή και πρόσωπα σε μια στρατηγική που δεν αποδίδει, αντί να αναγνωρίσουν το πρόβλημα και να αναζητήσουν εναλλακτικές λύσεις. Έτσι, αντί να αλλάζουν άλογο(πρόσωπο-αρχηγό-πρόγρααμμα), προσπαθούν να το κάνουν να τρέξει γρηγορότερα.
Η δεύτερη θεωρία («Ο αθέατος Γορίλλας») αναφέρεται στην επιλεκτική προσοχή: Όταν κάποιος εστιάζει υπερβολικά σε ένα στοιχείο, αδυνατεί να δει ένα εξίσου σημαντικό που βρίσκεται μπροστά του.
Στην περίπτωση του ΠΑΣΟΚ, πολλοί υποστηρίζουν ότι η ηγεσία και τα στελέχη εστιάζουν στις δημοσκοπικές μεταβολές, στις κυβερνητικές φθορές ή στα προβλήματα των αντιπάλων, παραβλέποντας τον «γορίλα» του δωματίου: Την περιορισμένη, δηλαδή, απήχηση του αρχηγού “ως εν δυνάμει πρωθυπουργού”. Ταυτόχρονα, η επιμονή στην ίδια πολιτική συνταγή, παρά την αδυναμία θεαματικής ανόδου, θυμίζει τη λογική του «νεκρού αλόγου», όπου η αναγνώριση του προβλήματος καθυστερεί περισσότερο από όσο επιτρέπουν οι πολιτικές εξελίξεις.
Αν ο Νίκος Ανδρουλάκης οδηγήσει το ΠΑΣΟΚ σε μια τρίτη κατά σειρά εκλογική ήττα απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη, τότε το πολιτικό διακύβευμα δεν θα αφορά μόνο την προσωπική του ηγεσία αλλά και την ίδια την ιστορική αντοχή του κόμματος. Το ΠΑΣΟΚ έχει ήδη διανύσει μια μακρά περίοδο συρρίκνωσης, απώλειας κοινωνικών ερεισμάτων και αναζήτησης ταυτότητας. Μια νέα αποτυχία θα ενίσχυε την εντύπωση ότι αδυνατεί να επανακτήσει τον ρόλο του ως εναλλακτικός πόλος εξουσίας.
Σε αυτήν την περίπτωση, ο Ανδρουλάκης θα κινδύνευε να καταγραφεί ως ο πρώτος πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ υπό τον οποίο το κόμμα δεν θα ηττηθεί απλώς εκλογικά, αλλά θα χάσει οριστικά τη στρατηγική του χρησιμότητα στο πολιτικό σύστημα. Η μεγαλύτερη απειλή για ένα κόμμα δεν είναι η ήττα αλλά η πολιτική αχρηστία. Όταν οι πολίτες παύουν να το θεωρούν φορέα προοπτικής διακυβέρνησης, τότε αρχίζει η πραγματική εξαΰλωση, ακόμη κι αν οι οργανωτικές του δομές παραμένουν τυπικά ζωντανές.
Συνιστά πολιτικό παράδοξο, αν όχι, πολιτικό σουρεαλισμό το γεγονός ότι σε μια περίοδο κατά την οποία το ΠΑΣΟΚ δοκιμάζεται δημοσκοπικά, διεκδικώντας άλλοτε την τρίτη και άλλοτε ακόμη και την τέταρτη θέση, πίσω από νεοπαγή και έντονα προσωποπαγή πολιτικά σχήματα, μέρος της εσωκομματικής συζήτησης να περιστρέφεται γύρω από μελλοντικές κυβερνητικές συνεργασίες.
Όταν ένα κόμμα δυσκολεύεται να πείσει ότι μπορεί να αποτελέσει τον βασικό αντίπαλο της κυβέρνησης, οι συζητήσεις για συμπράξεις με άλλους πολιτικούς χώρους δημιουργούν την εντύπωση ότι έχει ήδη αποδεχθεί έναν ρόλο πολιτικού συμπληρώματος.
Δηλώσεις, όπως εκείνες του Χάρη Δούκα, ενδέχεται να εκληφθούν από τους πολίτες ως πρόωρη παραδοχή αδυναμίας αυτόνομης πορείας. Το βασικό ερώτημα για το ΠΑΣΟΚ δεν είναι με ποιον θα συνεργαστεί αύριο, αλλά πώς θα ανακτήσει σήμερα τη δυναμική που θα του επιτρέψει να διεκδικήσει πρωταγωνιστικό ρόλο και όχι τη θέση του μόνιμου δεύτερου πρωταγωνιστή των εξελίξεων.
Επειδή η επισήμανση του προβλήματος δεν αποτελεί και λύση, καλό θα ήταν σε σύντομο χρόνο, επειδή οι καιροί ου μενετοί, η νέα γενιά των στελεχών του ΠΑΣΟΚ να ενεργοποιηθεί και να συναντηθεί με την κοινωνία και τον λαό κομίζοντας νέες ιδέες και προτάσεις.
Ο δε πρόεδρος ας πάρει την πιο δύσκολη πολιτική απόφαση της ζωής του χάριν του κόμματος. Η ιστορία διδάσκει πως τα πολιτικά σχήματα ανανεώνονται όχι μόνο με νέες ιδέες αλλά και με νέα πρόσωπα που μπορούν να τις εκφράσουν πειστικά. Όταν η κοινωνία εκπέμπει σήματα κόπωσης και αδιαφορίας, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η ανακύκλωση των ίδιων επιλογών, αλλά η τόλμη της ανανέωσης και της υπέρβασης.
Γιατί σε ένα κόμμα χρειάζονται και τα κατάλληλα πρόσωπα να δώσουν όραμα και προοπτική σε έναν πολιτικό οργανισμό που βιώνει ίσως την πιο μελαγχολική περίοδο της σύγχρονης διαδρομής του. Οι δημοσκοπήσεις δεν είναι πεπρωμένο, αλλά καθρέφτης μιας στιγμής που μπορεί να αλλάξει όταν αλλάξουν οι όροι της πολιτικής παρουσίας.
“Δεν είναι τα πιο δυνατά είδη που επιβιώνουν ή τα πιο έξυπνα, αλλά αυτά που ανταποκρίνονται-προσαρμόζονται καλύτερα στις αλλαγές”(Δαρβίνος).
Το ΠΑΣΟΚ οφείλει να ξαναβρεί τη σχέση του με τις νεότερες γενιές, να αρθρώσει έναν λόγο σύγχρονο και ελπιδοφόρο και να εκπέμψει το μήνυμα ότι διαθέτει σχέδιο για το αύριο. Διαφορετικά, κινδυνεύει να παραμείνει εγκλωβισμένο σε μια παρατεταμένη αναμονή, παρακολουθώντας τις εξελίξεις αντί να τις διαμορφώνει.
Η αποδοχή της λογικής ότι το ΠΑΣΟΚ πρέπει απλώς να διασφαλίσει τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης συνιστά μορφή πολιτικού φαταλισμού-μοιρολατρίας. Προεξοφλεί ως αμετάβλητη την κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας και περιορίζει τον ορίζοντα των φιλοδοξιών του κόμματος. Ένα κόμμα εξουσίας δεν μπορεί να έχει ως στρατηγικό στόχο τη δεύτερη θέση, αλλά τη διεκδίκηση της κυβερνητικής εναλλακτικής εξουσίας .
Αναμφίβολα, αποτελεί πολιτικό κέρδος για τη Νέα Δημοκρατία όταν η δημόσια συζήτηση μεταξύ των κομμάτων της αντιπολίτευσης περιστρέφεται γύρω από το ποιο θα καταλάβει τη δεύτερη θέση. Έτσι, η πρωτιά της εμφανίζεται ως δεδομένη και αδιαμφισβήτητη. Όταν οι αντίπαλοί της ανταγωνίζονται για τη θέση του διώκτη, εκείνη εδραιώνει τη θέση του κυρίαρχου παίκτη.
Να, λοιπόν, η αιτία της παγιωμένης εδώ και χρόνια “Πολιτικής Ασυμμετρίας”.
Εν τέλει, το πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ δεν είναι απλώς δημοσκοπικό αλλά βαθιά πολιτικό και στρατηγικό. Η «κολλημένη βελόνα» των ποσοστών δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο, αλλά ένδειξη αδυναμίας παραγωγής νέας δυναμικής και πειστικού αφηγήματος. Στην πολιτική, τα κόμματα ανεβαίνουν όταν οι πολίτες διακρίνουν σε αυτά μια σαφή “προστιθέμενη αξία” σε σχέση με τους αντιπάλους τους. Το ίδιο ισχύει και για τους αρχηγούς τους. Όσο παραμένει ανοιχτό το ερώτημα για το τι ακριβώς προσθέτει ο κ. Νίκος Ανδρουλάκης στην εκλογική επιρροή και την πολιτική ακτινοβολία του ΠΑΣΟΚ, η βελόνα δύσκολα θα ξεκολλήσει από το σημείο όπου σήμερα έχει ακινητοποιηθεί.
Ωστόσο, η θεωρία της πολυπλοκότητας του πρόσφατα αποθανόντος Edgar Morin μας προειδοποιεί να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί απέναντι στις μονοδιάστατες ερμηνείες. Ένα πολιτικό κόμμα δεν λειτουργεί ως μια απλή μηχανή όπου η αντικατάσταση ενός εξαρτήματος αρκεί για να αλλάξει το τελικό αποτέλεσμα. Αποτελεί ένα σύνθετο σύστημα αλληλεξαρτώμενων παραγόντων, στο οποίο η ηγεσία, η ιδεολογία, τα στελέχη, η οργανωτική δομή, η κοινωνική απήχηση και το πολιτικό αφήγημα συνδιαμορφώνουν τη συνολική του εικόνα.
Υπό αυτή την οπτική, η συζήτηση για την περιορισμένη προστιθέμενη αξία που φαίνεται να προσφέρει ο Νίκος Ανδρουλάκης στο ΠΑΣΟΚ είναι απολύτως θεμιτή, αλλά ίσως όχι επαρκής. Η αδυναμία του κόμματος να υπερβεί ένα συγκεκριμένο δημοσκοπικό όριο ενδέχεται να αποτελεί σύμπτωμα ενός ευρύτερου πλέγματος δυσλειτουργιών και όχι αποκλειστικά συνέπεια των χαρακτηριστικών του αρχηγού του. Άλλωστε, σύμφωνα με τη λογική της πολυπλοκότητας, το όλον είναι περισσότερο από το άθροισμα των μερών του, αλλά και τα προβλήματα του όλου δεν ταυτίζονται με τις αδυναμίες ενός μόνο μέρους.
Επομένως, η υπέρβαση της «κολλημένης βελόνας» προϋποθέτει ταυτόχρονα ενίσχυση της ηγετικής προστιθέμενης αξίας και αναθεώρηση των βαθύτερων δομών και λειτουργιών του κόμματος.
Αν το ΠΑΣΟΚ επιθυμεί να υπερβεί τη δημοσκοπική στασιμότητα, οφείλει να αντιμετωπίσει το σύνολο των αλληλοσυνδεόμενων αδυναμιών του και όχι μόνο την κορυφή της πυραμίδας.
“Στην πολιτική, όπως και στα Μαθηματικά, όταν το αποτέλεσμα επαναλαμβάνεται επίμονα, δεν αρκεί να ξαναγράψεις την εξίσωση. Πρέπει να αλλάξεις τη μεταβλητή που την καθορίζει και διαμορφώνει το τελικό αποτέλεσμα”.
.jpg)
.png)

.jpg)
.jpg)



.jpg)

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου