Από το κίτρινο των Κολοκυθο-Ανθών στην Αριστοτελική Εντελέχεια.
*Γράφει ο Ηλίας Γιαννακόπουλος, Blog "ΙΔΕΟπολις"
Μπορεί να είναι το κίτρινο χρώμα, μπορεί να είναι η πρωινή δροσιά (06.00 π.μ), μπορεί να είναι το θαύμα της λειτουργίας της φύσης, μπορεί να είναι η ψυχική διάθεση, μπορεί να είναι η εμμονή στο γνήσιο, μπορεί να είναι μια περίεργη αίσθηση ή αντίληψη για την ουσία της αισθητικής...
Πολλά «μπορεί» να υπάρχουν που πρωί-πρωί, πριν χαράξει ο ήλιος και λίγο μετά τα πρώτα μακροβούτια των πουλιών για ανεύρεση τροφής στο ποτισμένο χώμα του κήπου, με ωθούν κάθε πρωί να συνομιλώ με αυτήν τη γνήσια ομορφιά της φύσης, την τόσο μοναδική και αυθεντική. Είναι η συναυλία του κίτρινου των κολοκυθο-ανθών που σε μαγεύει και σε καλεί να συνομιλήσεις για όλα όσα δραπετεύουν από τη μονότονη και χωρίς ενδιαφέρον ανθρώπινη επικαιρότητα.
Αυτή η αλληλουχία των «μπορεί» λειτουργούν ως γέφυρες ανάμεσα στην εξωτερική πραγματικότητα και στον εσωτερικό κόσμο του παρατηρητή. Το κίτρινο των κολοκυθo-ανθών, η πρωινή δροσιά, το ξύπνημα των πουλιών και η αθόρυβη λειτουργία της φύσης δεν παρουσιάζονται απλώς ως φυσικά φαινόμενα, αλλά ως αφορμές αυτογνωσίας και βαθύτερης αναζήτησης νοήματος.
Η φύση προβάλλει ως ένας χώρος όπου η αισθητική δεν κατασκευάζεται ούτε επιβάλλεται. Αναδύεται αυθεντικά μέσα από την ίδια τη ζωή. Γι’ αυτό και η καθημερινή συνάντηση με τους ανθούς αποκτά σχεδόν τελετουργικό χαρακτήρα. Δεν πρόκειται μόνο για μια απόλαυση του βλέμματος, αλλά για μια ανάγκη επανασύνδεσης με το γνήσιο και το αληθινό, σε μια εποχή όπου η υπερβολή των πληροφοριών και η φθορά της επικαιρότητας συχνά απομακρύνουν τον άνθρωπο από την ουσία των πραγμάτων.
Ο πρωινός περίπατος στον κήπο υπερβαίνει τα όρια μιας καθημερινής συνήθειας και μετατρέπεται σε μια μικρή άσκηση φιλοσοφίας, υπενθυμίζοντας ότι η αληθινή ομορφιά δεν κραυγάζει για να γίνει αντιληπτή. Ανθίζει σιωπηλά και περιμένει εκείνον που θα σταθεί για λίγο να την ακούσει.
«Είναι η συναυλία του κίτρινου των κολοκυθο-ανθών...». Η φύση δεν συνιστά ένα στατικό τοπίο αλλά φαντάζει ως μια ζωντανή ορχήστρα χρωμάτων, ήχων και αισθήσεων. Το κίτρινο δεν λειτουργεί μόνο ως χρώμα· γίνεται φως, ελπίδα και πηγή πνευματικής ανάτασης. Απέναντι στη «μονότονη και χωρίς ενδιαφέρον ανθρώπινη επικαιρότητα», οι κολοκυθο-ανθοί αντιπροτείνουν έναν διαφορετικό τρόπο θέασης του κόσμου, όπου το ουσιώδες κρύβεται στα μικρά και καθημερινά.
Η φύση, χωρίς θορύβους και διεκδικήσεις, προσφέρει μαθήματα αυθεντικότητας που συχνά αδυνατεί να δώσει ο ιδιωτικός και δημόσιος βίος. Η συνομιλία με τα άνθη είναι στην πραγματικότητα ένας διάλογος με τις λησμονημένες αξίες της απλότητας, της υπομονής και του θαυμασμού.
Ο διάλογος με τη φύση αποτελεί έναν ύμνο προς την ομορφιά που επιμένει να ανθίζει αθόρυβα, υπενθυμίζοντας πως η αλήθεια της ζωής βρίσκεται συχνά εκεί όπου οι περισσότεροι δεν κοιτάζουν.
Δεν ξέρω αν συνιστά το μέγιστο ανουσιούργημα ή μια πράξη βεβήλωσης της φυσικής ομορφιάς και του κίτρινου χρώματος όταν αυτοί οι κολοκυθο-ανθοί καταλήξουν στο πιάτο μας ως γεμιστοί κολοκυθο-ανθοί, καλοκαιρινό έδεσμα προς ικανοποίηση της ανθρώπινης αδηφαγίας.
Η σκέψη αυτή, όσο υπερβολική κι αν ακούγεται, γεννιέται αυθόρμητα μπροστά στην εκθαμβωτική ομορφιά των ανθών που για λίγες μόνο ώρες ανοίγουν τα πέταλά τους για να υποδεχθούν το φως της ημέρας. Η φύση μοιάζει να τους έχει αναθέσει έναν ρόλο αισθητικό και συμβολικό, να υπενθυμίζουν, δηλαδή, την ευθραυστότητα και τη λάμψη της ζωής.
Ίσως κάποιος διερωτηθεί γιατί οι κολοκυθο-ανθοί κλείνουν με την πρώτη αχτίδα του Ήλιου. Εδώ ίσως μας βοηθήσει η θέση του Αριστοτέλης πως «ἡ φύσις οὐδὲν μάτην ποιεῖ» («η φύση δεν κάνει τίποτε μάταια»), θέση που ευθέως παραπέμπει στη γνωστή θεωρία του περί “τελεολογίας”.
Σύμφωνα με αυτήν, κάθε ον και κάθε φυσική διαδικασία υπηρετεί έναν σκοπό, ένα “τέλος”, προς το οποίο τείνει εκ φύσεως. Το κλείσιμο των κολοκυθο-ανθών δεν αποτελεί λοιπόν μια τυχαία ή άσκοπη κίνηση, αλλά έναν μηχανισμό προστασίας και διατήρησης της ζωτικής τους λειτουργίας. Η συμπεριφορά αυτή συνδέεται και με μια δεύτερη αριστοτελική έννοια, την «εντελέχεια», δηλαδή την πραγμάτωση της εσωτερικής δυνατότητας ενός όντος.
Ο κολοκυθο-ανθός, δηλαδή, ανοίγει όταν οι συνθήκες ευνοούν την επικονίαση και κλείνει όταν ο σκοπός αυτός έχει εκπληρωθεί ή όταν οι συνθήκες μεταβάλλονται. Έτσι, ακόμη και η σύντομη ζωή του άνθους φανερώνει μια βαθύτερη τάξη, όπου κάθε κίνηση υπηρετεί το δικό της «τέλος»=σκοπό και κάθε ύπαρξη πορεύεται προς τη δική της “εντελέχεια”.
Κι όμως, ο άνθρωπος, πιστός στην πανάρχαια σχέση του με τη φύση, μετατρέπει την ομορφιά σε τροφή, το θέαμα σε γεύση και το άνθος σε έδεσμα. Ίσως τελικά να μην πρόκειται για βεβήλωση αλλά για μια ιδιότυπη μορφή οικειοποίησης του φυσικού θαύματος. Μια προσπάθεια να κρατήσει μέσα του, έστω και πρόσκαιρα, κάτι από το χρώμα, το άρωμα και τη γενναιοδωρία της γης.
Ίσως κάποιοι από τους κίτρινους κολοκυθο-ανθούς ευτυχήσουν να καρπίσουν και να μεταμορφωθούν στα αγαπημένα, αν και συχνά απαξιωμένα, κολοκυθάκια. Κι αυτά με τη σειρά τους θα γίνουν η πρώτη ύλη για πλήθος εδεσμάτων που κοσμούν το ελληνικό τραπέζι: Τηγανητά κολοκυθάκια, γεμιστά, κολοκυθόπιτα, μπατζίνα και τόσες άλλες γευστικές παραλλαγές.
Παρακολουθώντας αυτή τη διαδρομή, από το εύθραυστο άνθος του πρωινού μέχρι το ολοκληρωμένο έδεσμα, ο νους οδηγείται σχεδόν αυθόρμητα στην αριστοτελική έννοια της εντελέχειας.
Για τον Αριστοτέλη, κάθε ον φέρει μέσα του έναν σκοπό, μια δυνατότητα που αγωνίζεται να πραγματωθεί. Ο κολοκυθο-ανθός δεν είναι μόνο ένα άνθος. Είναι η υπόσχεση του καρπού που θα ακολουθήσει. Και το κολοκυθάκι δεν είναι απλώς ένας καρπός. Είναι ο κρίκος μιας αλυσίδας που καταλήγει στη θρέψη και την ανθρώπινη δημιουργία.
Έτσι, μέσα σε έναν ταπεινό λαχανόκηπο, η φύση μοιάζει να επαληθεύει καθημερινά μια από τις βαθύτερες φιλοσοφικές συλλήψεις του ανθρώπου: Την πορεία από τη «δυνατότητα στην ολοκλήρωση».
Δεν ξέρω αν, αναλύοντας την αριστοτελική έννοια της «εντελέχειας», αφαιρούμε κάτι από τη λάμψη των κολοκυθο-ανθών που στάθηκαν το σημερινό πρωινό αιτία και αφορμή για αισθητικές συγκινήσεις, στοχασμούς και φιλοσοφικές αναζητήσεις.
Ίσως, άλλωστε, η γοητεία τους να βρίσκεται ακριβώς στην αθωότητα με την οποία προσφέρονται στο βλέμμα, πριν ακόμη γίνουν αντικείμενο ερμηνειών και θεωρητικών αναλύσεων. Κι όμως, είναι δύσκολο να αντισταθεί κανείς στον πειρασμό να αναζητήσει πίσω από το εύθραυστο κίτρινο πέταλό τους μια βαθύτερη αλήθεια.
Ο κολοκυθο-ανθός, δηλαδή, δεν είναι μόνο ένα άνθος που λούζεται από την πρωινή δροσιά. Είναι συγχρόνως μια υπόσχεση, μια δυνατότητα που περιμένει να πραγματωθεί. Κρύβει μέσα του τον καρπό, όπως το βελανίδι κρύβει τη βελανιδιά.
Έτσι, η φύση, αθόρυβα και χωρίς φιλοσοφικούς όρους, μοιάζει να διδάσκει καθημερινά εκείνο που ο Αριστοτέλης διατύπωσε με στοχαστική ακρίβεια: Ότι κάθε ύπαρξη πορεύεται από τη δυνατότητα προς την ολοκλήρωση του προορισμού της, διατηρώντας μέχρι τέλους την ομορφιά του μυστηρίου της.
Οι κολοκυθο-ανθοί δεν είναι απλώς ένα εφήμερο δώρο του καλοκαιριού ούτε μόνο μια αισθητική απόλαυση για το βλέμμα. Αποτελούν μια σιωπηλή υπενθύμιση της βαθύτερης σοφίας της φύσης, όπου κάθε μορφή, κάθε χρώμα και κάθε στιγμή υπηρετεί έναν σκοπό που υπερβαίνει την ανθρώπινη χρησιμότητα.
Το λαμπερό τους κίτρινο, η πρωινή τους δροσιά και η σύντομη διάρκεια της ανθοφορίας τους μάς καλούν να αναλογιστούμε τη σχέση ανάμεσα στο εφήμερο και το αιώνιο, ανάμεσα στο «είναι» και στο «γίγνεσθαι». Ίσως γι’ αυτό η παρατήρησή τους να οδηγεί αβίαστα στην αριστοτελική έννοια της εντελέχειας: Στην ολοκλήρωση μιας εσωτερικής δυνατότητας που αγωνίζεται να πραγματωθεί.
Έτσι, ο ταπεινός κολοκυθο-ανθός μετατρέπεται σε ένα μικρό φιλοσοφικό σύμβολο, υπενθυμίζοντάς μας ότι η αληθινή ομορφιά δεν βρίσκεται μόνο σε αυτό που βλέπουμε, αλλά κυρίως σε αυτό που κάθε ον προορίζεται να γίνει.
Τελικά αυτό που βλέπουμε δεν είναι η πραγματικότητα, αλλά αυτό που σκεπτόμαστε γι αυτήν.
.jpg)
.jpg)
.jpg)


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου