Η “στρογγυλή θεά” και ο άνθρωπος: Μία σχέση πέρα από το παιχνίδι
*Γράφει ο Ηλίας Γιαννακόπουλος, Blog "ΙΔΕΟπολις"
*Ποδόσφαιρο: Ο καθρέφτης της ανθρώπινης φύσης. Μνήμη, Ταυτότητα και Απελευθέρωση…
Αρχίζει το ματς!!!
Το ποδόσφαιρο δεν είναι απλώς ένα παιχνίδι. Είναι η διαχρονική έκφραση μιας βαθιάς ανθρώπινης ανάγκης να ταυτίζεται με εικόνες δύναμης, υπέρβασης και νίκης. Από τους αρχαίους αγώνες μέχρι τα σύγχρονα στάδια, ο άνθρωπος αναζητούσε πάντα πρόσωπα και στιγμές που συμβόλιζαν την επικράτηση επί των δυσκολιών και των αντιπάλων.
Στο ποδόσφαιρο αυτή η ανάγκη βρίσκει την πιο λαϊκή και αυθεντική της έκφραση. Μία ντρίμπλα, ένα γκολ, μία σωτήρια επέμβαση αποκτούν διαστάσεις πολύ μεγαλύτερες από το αγωνιστικό τους περιεχόμενο. Γίνονται σύμβολα θέλησης, επιμονής και δικαίωσης.
Γι' αυτό και κάθε Μουντιάλ καθηλώνει δισεκατομμύρια ανθρώπους. Δεν παρακολουθούν απλώς αγώνες, αλλά ταυτόχρονα αναζητούν νέους ήρωες, νέες ιστορίες και νέες εικόνες που θα αποτυπωθούν στη μνήμη τους. Εικόνες που θα τους συντροφεύουν για χρόνια, θυμίζοντάς τους πως η ζωή, όπως και το ποδόσφαιρο, είναι ένας αδιάκοπος αγώνας.
Όλοι λίγο πολύ οι κάποιας ηλικίας μεγαλώσαμε με «μια πάσα-μεταβίβαση του Δομάζου». Μία απλή αγωνιστική ενέργεια μετατρεπόταν σε μάθημα φαντασίας, οξυδέρκειας και δημιουργίας. Οι Κυριακές μας γέμιζαν από προσμονή και οι αλάνες από μιμήσεις των μεγάλων αστέρων. Οι ποδοσφαιριστές δεν ήταν απλώς αθλητές. Ήταν και φορείς αξιών και προτύπων συμπεριφοράς. Μέσα από τις κινήσεις τους μαθαίναμε να συνεργαζόμαστε, να ονειρευόμαστε και να πιστεύουμε πως η ευφυΐα μπορεί να νικήσει τη δύναμη.
Εκείνες οι εικόνες δεν χάθηκαν με το πέρασμα του χρόνου. Ριζώθηκαν στη μνήμη μας και έγιναν μέρος της προσωπικής μας ιστορίας. Κάθε ανάμνηση ενός αγώνα μάς επιστρέφει σε χρόνια αθωότητας και συλλογικών συγκινήσεων, όταν η χαρά μιας όμορφης πάσας αρκούσε για να κάνει τον κόσμο μας λίγο πιο φωτεινό και αισιόδοξο.
Άλλοι πάλι μεγαλώσαμε με «μία κεφαλιά-άλμα του Παπαϊωάννου». Ήταν η εποχή που το ποδόσφαιρο συνδύαζε την τεχνική με την ποίηση της κίνησης. Μια κεφαλιά δεν ήταν μόνο ένας τρόπος εκτέλεσης, αλλά ήταν και μια στιγμή που αψηφούσε τη βαρύτητα και έκανε το πλήθος να αναφωνεί με θαυμασμό.
Οι μεγάλοι ποδοσφαιριστές ενσάρκωναν το όνειρο της υπέρβασης, την πεποίθηση ότι ο άνθρωπος μπορεί να ξεπεράσει τα όριά του. Γι’ αυτό και οι εικόνες τους παρέμειναν ζωντανές μέσα μας. Κάθε φορά που ανακαλούμε αυτές τις στιγμές, δεν θυμόμαστε μόνο το αποτέλεσμα ενός αγώνα αλλά και το συναίσθημα που μας προκάλεσαν. Θυμόμαστε τη συγκίνηση, τον ενθουσιασμό και την αίσθηση ότι συμμετείχαμε κι εμείς σε κάτι μεγαλύτερο από την καθημερινότητά μας. Έτσι χτίστηκε η βαθιά και ανθεκτική σχέση μας με το ποδόσφαιρο.
Και βέβαια πολλοί από εμάς μεγαλώσαμε με «μία διείσδυση-οδοστρωτήρα και αντρίκιο γκολ του Σιδέρη». Σε εκείνες τις στιγμές αναγνωρίζαμε την αποφασιστικότητα, το θάρρος και την επιμονή που απαιτεί κάθε προσπάθεια για διάκριση. Οι ήρωες των γηπέδων μάς δίδαξαν, χωρίς διδακτισμό, ότι τίποτα δεν χαρίζεται και ότι κάθε νίκη προϋποθέτει κόπο και πίστη.
Αυτές οι εικόνες και τα βιώματα «μας συντροφεύουν δεκαετίες τώρα και ενσωματώθηκαν στον σκληρό δίσκο του χαρακτήρα μας», επηρεάζοντας συχνά τη στάση μας απέναντι στη ζωή. Διαμόρφωσαν τη βιοθεωρία μας «στα μικρά της ζωής μας αλλά τόσο μεγάλα για την ευτυχία μας».
Γι’ αυτό αγαπάμε το ποδόσφαιρο. Όχι μόνο για τα γκολ και τα τρόπαια, αλλά γιατί μέσα από αυτό ξαναβρίσκουμε κομμάτια του εαυτού μας. Και καθώς αρχίζει σήμερα το Παγκόσμιο Κύπελλο, αναζητούμε τις νέες εικόνες που θα συνοδεύσουν τις επόμενες γενιές.
Δεν ξέρω ποια θεωρία της ατομικής Ψυχολογίας, ποια πορίσματα της κοινωνικής Ψυχολογίας ή ακόμη και η ψυχολογία του πλήθους του Λε Μπον θα μπορούσε να ερμηνεύσει πλήρως τη σχεδόν καθολική λατρεία των περισσότερων ανδρών για τη στρογγυλή θεά.
Άραγε τι να είναι εκείνο που βρίσκει ο κάθε θεατής βλέποντας έναν ποδοσφαιρικό αγώνα και νιώθει τόσο ευτυχής από την πάλη των παικτών μέσα στο γήπεδο; Ίσως το ποδόσφαιρο να λειτουργεί ως ένα πεδίο συμβολικής ταύτισης, όπου ο θεατής προβάλλει στα πρόσωπα των ποδοσφαιριστών τις δικές του επιθυμίες, τους ανεκπλήρωτους στόχους και την ανάγκη του για υπέρβαση. Η νίκη της ομάδας βιώνεται ως προσωπική δικαίωση και η ήττα ως προσωπική ματαίωση.
Μέσα στη διάρκεια ενός αγώνα ο άνθρωπος ξεφεύγει από τη μονοτονία της καθημερινότητας και συμμετέχει συναισθηματικά σε μια συλλογική περιπέτεια γεμάτη αγωνία, προσδοκία και λύτρωση. Ίσως γι’ αυτό το ποδόσφαιρο παραμένει μια ανεξάντλητη πηγή συγκινήσεων.
Μήπως , όμως, ίσως από αυτή τη γοητεία κρύβεται κάτι βαθύτερο; Κάποια κατασκευαστική ή γενετική ατέλεια μας ή μια υπόρρητη ανάγκη να νιώσουμε τη χαρά της συμμετοχής σε έναν αγώνα που ποτέ δεν δώσαμε και που πολύ θα θέλαμε να δώσουμε; Το ποδόσφαιρο ίσως ανακαλεί αρχέγονες μνήμες ανταγωνισμού, συνεργασίας και επιβίωσης, μεταμορφώνοντάς τες σε ένα ειρηνικό θέαμα με κανόνες και σύμβολα.
Ο θεατής δεν παρακολουθεί απλώς, αλλά αγωνίζεται νοερά, τρέχει μαζί με τους παίκτες, πανηγυρίζει, απογοητεύεται και ελπίζει. Βιώνει μια μορφή έμμεσης συμμετοχής που καλύπτει ανάγκες τις οποίες η σύγχρονη ζωή συχνά αφήνει ανεκπλήρωτες. Σε έναν κόσμο όπου οι μεγάλες συλλογικές εμπειρίες σπανίζουν, το γήπεδο προσφέρει την αίσθηση του «ανήκειν», της κοινής μοίρας και της κοινής συγκίνησης. Ίσως τελικά η αγάπη μας για το ποδόσφαιρο να μην αφορά το παιχνίδι αυτό καθαυτό, αλλά την ακατανίκητη ανθρώπινη ανάγκη να ονειρευόμαστε, να ταυτιζόμαστε και να συμμετέχουμε.
Ίσως-ίσως αυτό που βρίσκει έκφραση στη θέαση ενός ποδοσφαιρικού αγώνα να είναι πολύ βαθύτερο από την απλή αγάπη για ένα άθλημα. Ίσως να είναι η υπόρρητη ανάγκη για νίκη και κυριαρχία, η επιθυμία να δοκιμάσουμε, έστω και έμμεσα, τη γεύση της υπεροχής απέναντι σε έναν αντίπαλο.
Ίσως ακόμη να είναι η ανάγκη να εκφραστούν ο θυμός μας, οι απογοητεύσεις, οι πιέσεις και οι ματαιώσεις που συσσωρεύει η καθημερινότητα. Στο γήπεδο και στις κερκίδες επιτρέπεται αυτό που αλλού συχνά απαγορεύεται. Ο θεατής φωνάζει, αγανακτεί, πανηγυρίζει, θαυμάζει και συγκινείται χωρίς να φοβάται ότι θα παρεξηγηθεί από τον κοινωνικό έλεγχο και τον καθωσπρεπισμό της συχνά υποκριτικής κοινωνίας μας.
Το ποδόσφαιρο προσφέρει έναν συμβολικό χώρο ελευθερίας, όπου συναισθήματα καταπιεσμένα ή λογοκριμένα βρίσκουν διέξοδο και νομιμοποίηση. Έτσι, η παρακολούθηση ενός αγώνα μετατρέπεται σε μια μορφή ψυχικής εκτόνωσης και προσωπικής απελευθέρωσης.
Υπό αυτή την έννοια, το ποδόσφαιρο λειτουργεί ως ένας αποχετευτικός αγωγός κάθε γήινου και συνάμα ανθρώπινου στοιχείου του μικρού και μεγάλου ανθρώπου που κρύβουμε όλοι μέσα μας. Μέσα από τις κινήσεις των παικτών, τις συγκρούσεις, τις ανατροπές και τα γκολ, ο θεατής βιώνει συμβολικά όσα η πραγματική ζωή σπανίως του επιτρέπει να ζήσει.
Συμμετέχει σε έναν αγώνα χωρίς να κινδυνεύει, νικά χωρίς να μάχεται ο ίδιος και δοκιμάζει την ένταση του ανταγωνισμού χωρίς τις συνέπειές του. Το γήπεδο γίνεται ένας χώρος όπου τα ένστικτα, οι επιθυμίες και τα πάθη αποκτούν θεμιτή έκφραση. Γι’ αυτό και η γοητεία του ποδοσφαίρου παραμένει διαχρονική. Δεν τρέφεται μόνο από την τεχνική, το θέαμα ή το αποτέλεσμα, αλλά από τη βαθύτερη ανάγκη του ανθρώπου να απελευθερώνει εκείνες τις πλευρές του εαυτού του που η κοινωνική ζωή συχνά αναγκάζει να παραμένουν σιωπηλές.
Ίσως τελικά η διαχρονική γοητεία του ποδοσφαίρου να μην βρίσκεται ούτε στα συστήματα των προπονητών ούτε στη δεξιοτεχνία των ποδοσφαιριστών, αλλά στην ικανότητά του να αγγίζει βαθιές και συχνά ανομολόγητες πλευρές της ανθρώπινης φύσης. Στο γήπεδο συναντώνται η ανάγκη για νίκη και κυριαρχία, η επιθυμία για συμμετοχή, η λαχτάρα της υπέρβασης, η ανάγκη εκτόνωσης του θυμού και των πιέσεων της καθημερινότητας, αλλά και η αναζήτηση μιας συλλογικής ταυτότητας.
Ο θεατής δεν παρακολουθεί απλώς έναν αγώνα, αλλά αναγνωρίζει στους παίκτες ένα κομμάτι του εαυτού του, των ονείρων, των φόβων και των ανεκπλήρωτων επιθυμιών του. Γι’ αυτό και μια πάσα, μια κεφαλιά ή ένα γκολ μπορούν να μετατραπούν σε ανεξίτηλες εικόνες που συνοδεύουν ολόκληρες γενιές. Το ποδόσφαιρο γίνεται έτσι ένας καθρέφτης της ανθρώπινης ψυχής, με τις αρετές και τις αντιφάσεις της. Και καθώς οι προσδοκίες, οι ελπίδες και τα πάθη ξυπνούν ξανά στις κερκίδες και στις οθόνες, αρχίζει το ματς.
Ίσως το ποδόσφαιρο να είναι η ανηλικότητά μας που αρνείται να πεθάνει ή, αντίθετα, η βίαιη ενηλικίωσή μας που αναζητεί διαρκώς τρόπους να συμφιλιωθεί με τις απώλειες και τις διαψεύσεις της ζωής. Ίσως ακόμη να αποτελεί μια αρχέγονη επιθυμία του ανθρώπου να επιστρέφει στο ομαδικό του παρελθόν, τότε που η επιβίωση, η ασφάλεια και η ταυτότητα εξαρτώνταν από τη συμμετοχή στην ομάδα.
Μέσα σε ένα γήπεδο αναβιώνουν συμβολικά πανάρχαιες εμπειρίες συνεργασίας, αντιπαλότητας, πίστης και κοινού πεπρωμένου. Ο θεατής ξαναβρίσκει εικόνες και γεγονότα που κάποτε διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα του, από τις αλάνες της παιδικής ηλικίας μέχρι τις συλλογικές συγκινήσεις μιας ολόκληρης γενιάς.
Γι’ αυτό και το ποδόσφαιρο δεν είναι μόνο θέαμα. Είναι πρωτίστως μνήμη, ταυτότητα και συναίσθημα. Είναι ένας τρόπος να παραμένουμε παιδιά χωρίς να αρνούμαστε την ωριμότητα και να νιώθουμε μέλη μιας κοινότητας σε έναν κόσμο που ολοένα γίνεται πιο μοναχικός.
.jpg)

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου