ΔΙΣΤΟΜΟ, 10-6-1944: «Έως αν αυτή φύσις ανθρώπων η…». H ανθρώπινη Φύση ανάμεσα στη Βαρβαρότητα κα την Ελπίδα.

             *Γράφει  Ηλίας Γιαννακόπουλος, Blog  "ΙΔΕΟπολις"

                 *Μερικές σκέψεις  για την “ανθρώπινη φύση”

     «Ο φασισμός δεν ορίζεται από τον αριθμό των θυμάτων, αλλά από τον τρόπο που τα σκοτώνει» (Σάρτρ).


              Η φράση αυτή, που αποδίδεται στον Σαρτρ, αποκτά ανατριχιαστική επικαιρότητα κάθε φορά που η μνήμη επιστρέφει στο Δίστομο. Εκεί, στις 10 Ιουνίου 1944, η ναζιστική θηριωδία δεν περιορίστηκε στην αφαίρεση ανθρώπινων ζωών, αλλά εκδηλώθηκε ως συστηματική καταπάτηση κάθε έννοιας ανθρωπιάς, δικαίου και πολιτισμού. Γέροντες, γυναίκες και παιδιά βρέθηκαν στο έλεος μιας τυφλής εκδικητικής μανίας, που μετέτρεψε ένα ειρηνικό χωριό σε τόπο μαρτυρίου.

        Γι αυτό η σφαγή του Διστόμου δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη πολεμική θηριωδία, αλλά συνιστά μια εμβληματική αποκάλυψη της ίδιας της ουσίας του φασισμού, όπως την περιγράφει ο Σαρτρ: Μιας ιδεολογίας που δεν αρκείται να σκοτώσει, αλλά επιδιώκει να εξευτελίσει, να τρομοκρατήσει και να συντρίψει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια πριν ακόμη αφαιρέσει τη ζωή.

       Για τον λόγο αυτό, το Δίστομο παραμένει ένα αιώνιο κατηγορώ απέναντι στη ναζιστική βαρβαρότητα και στη λήθη.

        Η σφαγή του Διστόμου δεν αποτελεί μόνο ένα ιστορικό γεγονός που προκαλεί οδύνη και αγανάκτηση. Συνιστά και μια αφορμή βαθύτερου στοχασμού για τη φύση του ανθρώπου. Πώς είναι δυνατόν ένα ον ικανό να δημιουργεί πολιτισμούς, να παράγει τέχνη, να διατυπώνει ηθικούς κανόνες και να υμνεί την αξία της ζωής, να μετατρέπεται ταυτόχρονα σε φορέα ανείπωτης βαρβαρότητας;

           Το ερώτημα αυτό απασχόλησε φιλοσόφους, ιστορικούς και ποιητές από την αρχαιότητα έως σήμερα. Το Δίστομο μάς υποχρεώνει να αναμετρηθούμε με αυτή τη σκοτεινή διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως την ανέδειξαν ο Θουκυδίδης, ο Χομπς και ο Σοφοκλής.

                    Ο Θουκυδίδης και ο πόλεμος ως διδάσκαλος βίας

 

    «ὁ δὲ πόλεμος ὑφελὼν τὴν εὐπορίαν τοῦ καθ’ ἡμέραν βίαιος διδάσκαλος καὶ πρὸς τὰ παρόντα τὰς ὀργὰς τῶν πολλῶν ὁμοιοῖ» (Αλλ' όταν έρθει ο πόλεμος που φέρνει στους ανθρώπους την καθημερινή στέρηση, γίνεται δάσκαλος της βίας κ' ερεθίζει τα πνεύματα του πλήθους σύμφωνα με τις καταστάσεις που δημιουργεί). 

       Ο Θουκυδίδης, περιγράφοντας τα δεινά του Πελοποννησιακού Πολέμου, διατύπωσε τη διαχρονική θέση ότι «πόλεμος βίαιος διδάσκαλος». Με τη φράση αυτή δεν υποστήριζε ότι ο πόλεμος διδάσκει αρετές, αλλά ότι απελευθερώνει τα πιο σκοτεινά ένστικτα του ανθρώπου και ανατρέπει τις ηθικές σταθερές που συγκρατούν την κοινωνική ζωή. Όταν κυριαρχεί η βία, οι νόμοι σιωπούν, οι αξίες υποχωρούν και ο φόβος μετατρέπεται σε κίνητρο πράξεων αδιανόητων σε καιρό ειρήνης.

        Το Δίστομο αποτελεί μια τραγική επιβεβαίωση αυτής της θουκυδίδειας διαπίστωσης. Οι ναζιστικές δυνάμεις κατοχής, εγκλωβισμένες στη λογική του πολέμου και του ολοκληρωτισμού, αντιμετώπισαν αθώους ανθρώπους ως αντικείμενα εξόντωσης. Η πολεμική βία δεν περιορίστηκε στην επίτευξη στρατιωτικών στόχων αλλά εξελίχθηκε σε τυφλή εκδίκηση και απανθρωπιά.

         Έτσι, ο πόλεμος αποδείχθηκε πράγματι διδάσκαλος βίας, αποκαλύπτοντας πόσο εύκολα ο άνθρωπος μπορεί να απομακρυνθεί από την ηθική του υπόσταση.

     Homo homini lupus” (Ο άνθρωπος λύκος για τον άνθρωπο, Χομπς).

        Η γνωστή λατινική φράση «Homo homini lupus», την οποία αξιοποίησε φιλοσοφικά ο Χομπς, υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος, όταν δεν περιορίζεται από νόμους και θεσμούς, μπορεί να μετατραπεί σε βίαιο θηρευτή του συνανθρώπου του. Κατά τον Άγγλο φιλόσοφο, η φυσική κατάσταση χαρακτηρίζεται από ανταγωνισμό, φόβο και αμοιβαία καχυποψία, στοιχεία που οδηγούν σε σύγκρουση όλων εναντίον όλων.

          Το Δίστομο αποκαλύπτει με τραγικό τρόπο αυτή τη σκοτεινή δυνατότητα της ανθρώπινης φύσης. Οι θύτες δεν αντιμετώπισαν τα θύματά τους ως πρόσωπα με δικαιώματα και αξιοπρέπεια αλλά ως εχθρικά αντικείμενα που έπρεπε να συντριβούν. Η ναζιστική ιδεολογία, καταργώντας κάθε ηθικό φραγμό, επέτρεψε την πλήρη από-ανθρωποποίηση του άλλου. Όταν ο άνθρωπος παύει να αναγνωρίζει την κοινή ανθρώπινη ιδιότητα στους συνανθρώπους του, τότε αναδύεται ο «λύκος» που περιέγραψε ο Χομπς.

         Το Δίστομο αποτελεί μία από τις πιο φρικτές ιστορικές αποδείξεις αυτής της πραγματικότητας.

              Ο Σοφοκλής και τα δεινά που γεννά ο άνθρωπος

    «Πολλά τα δεινά κουδέν αθρώπου δεινότερον πέλει…ποτέ με κακόν, άλλοτ΄ επ΄εσθλόν έρπει».

 

      Στην αρχαία ελληνική γραμματεία, ο Σοφοκλής διατύπωσε μια βαθιά ανθρωπολογική αλήθεια με τον στίχο «πολλά τα δεινά, κουδέν ανθρώπου δεινότερον πέλει». Παρότι ο στίχος ανήκει στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, το πνεύμα του διαπερνά ολόκληρη την τραγική σκέψη και εκφράζει την αμφισημία της ανθρώπινης φύσης. Ο άνθρωπος είναι το πιο θαυμαστό αλλά και το πιο επικίνδυνο ον. Με την ευφυΐα του δημιουργεί πολιτισμό, αλλά με την ίδια δύναμη μπορεί να επινοήσει τρόπους καταστροφής και εξόντωσης.

           Το Δίστομο αναδεικνύει ακριβώς αυτή τη σκοτεινή όψη. Οι δράστες δεν ενήργησαν ως άλογα όντα αλλά ως άνθρωποι που χρησιμοποίησαν συνειδητά τη λογική, την οργάνωση και την τεχνική τους ικανότητα για να υπηρετήσουν το κακό. Η τραγωδία του χωριού υπενθυμίζει ότι η μεγαλύτερη απειλή για τον άνθρωπο δεν προέρχεται πάντοτε από τη φύση αλλά από τον ίδιο του τον εαυτό. Εκεί βρίσκεται η διαχρονική σοφία της αρχαίας τραγικής σκέψης.

                                                     Το ζητούμενον

          Ωστόσο, το μείζον ζητούμενο δεν είναι μόνο η διατήρηση της ιστορικής μνήμης απέναντι σε θηριωδίες όπως εκείνη του Διστόμου. Η μνήμη, όσο αναγκαία και αν είναι, δεν αρκεί από μόνη της για να αποτρέψει την επανάληψη του κακού. Το ουσιαστικό διακύβευμα είναι η αναζήτηση τρόπων διαμόρφωσης ενός νέου ανθρωπολογικού τύπου ανθρώπου, ικανού να αντιστέκεται στις δυνάμεις του μίσους, της βίας και της απανθρωποποίησης του άλλου.

        Η παιδεία, η δημοκρατική αγωγή, η καλλιέργεια της ενσυναίσθησης και η ανάπτυξη μιας παγκόσμιας ηθικής συνείδησης αποτελούν θεμελιώδεις προϋποθέσεις προς αυτή την κατεύθυνση.

            Ίσως η ανθρωπότητα οφείλει να επιδιώξει, σε συμβολικό επίπεδο, την ανάπτυξη εκείνων των «ηθικών αντισωμάτων» που θα λειτουργούν όπως τα βιολογικά αντισώματα απέναντι στις ασθένειες. Αντισώματα απέναντι στον ρατσισμό, στον φανατισμό, στην τυφλή υπακοή, στην ιδεολογική μισαλλοδοξία και στην περιφρόνηση της ανθρώπινης ζωής.

          Η ιστορία απέδειξε ότι ο άνθρωπος διαθέτει την ικανότητα να κατασκευάζει στρατόπεδα εξόντωσης και τόπους μαρτυρίου.  Οφείλει, όμως, να αποδείξει ότι μπορεί να κατασκευάζει και θεσμούς, αξίες και πολιτισμούς που καθιστούν αδιανόητη μια τέτοια βαρβαρότητα. Μόνον τότε η μνήμη του Διστόμου θα δικαιωθεί πραγματικά, όχι ως θρήνος για το παρελθόν, αλλά ως υπόσχεση για ένα πιο ανθρώπινο μέλλον.

        Απέναντι στη μνήμη του Διστόμου γεννιέται αναπόφευκτα το ερώτημα αν δικαιούμαστε να αισιοδοξούμε για ένα ειρηνικότερο και ανθρωπινότερο μέλλον. Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Από τη μία πλευρά, η ανθρωπότητα έχει επιτύχει σημαντικές κατακτήσεις στο πεδίο των δικαιωμάτων, της δημοκρατίας, της επιστήμης και της διεθνούς συνεργασίας. Από την άλλη, οι πολεμικές συγκρούσεις που εξακολουθούν να μαίνονται σε διάφορες περιοχές του πλανήτη υπενθυμίζουν ότι η βία, η κυριαρχία και η επιβολή παραμένουν ενεργά στοιχεία της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Οι εικόνες νεκρών αμάχων, κατεστραμμένων πόλεων και προσφυγικών ροών αποκαλύπτουν ότι το φάσμα του πολέμου και τα βαρβαρότητας δεν έχει εκλείψει από την ιστορία.

         Γι’ αυτό η αισιοδοξία δεν μπορεί να είναι αφελής ούτε να στηρίζεται στην ψευδαίσθηση μιας αυτόματης ηθικής βελτίωσης και προόδου. Μπορεί, όμως, να θεμελιωθεί στην πεποίθηση ότι ο άνθρωπος διαθέτει και την ικανότητα της αυτογνωσίας, της αυτοκριτικής και της ηθικής υπέρβασης.

        Το μέλλον θα κριθεί από το ποια πλευρά της φύσης μας θα ενισχύσουμε: Εκείνη που γεννά το Δίστομο ή εκείνη που οικοδομεί την ειρήνη και το ανθρωπισμό. Η ιστορία δεν είναι πεπρωμένο, αλλά είναι ένα πεδίο διαρκούς αγώνα ανάμεσα στη βαρβαρότητα και τον ανθρωπισμό.

                          Η δικαίωση ή ακύρωση του Θουκυδίδη;

         Ο Θουκυδίδης, αναφερόμενος στις συμφορές του πολέμου, διατύπωσε τη διαχρονική διαπίστωση: «γιγνόμενα μεν και αεί εσόμενα, ἕως ἂν ἡ αὐτὴ φύσις ἀνθρώπων ᾖ». Η θέση του δεν συνιστά μοιρολατρική παραίτηση αλλά ρεαλιστική επίγνωση των σταθερών στοιχείων της ανθρώπινης φύσης. Οι σύγχρονοι πόλεμοι φαίνεται συχνά να τον δικαιώνουν.

        Ωστόσο, η ίδια η ιστορία δείχνει ότι, αν και η φύση του ανθρώπου δεν αλλάζει εύκολα, οι θεσμοί, η παιδεία και οι αξίες μπορούν να περιορίζουν τις καταστροφικές της εκδηλώσεις. Εκεί ακριβώς εδράζεται η ελπίδα της ανθρωπότητας.

        Διαφορετικά είναι σαν να παραιτούμαστε από κάθε προσπάθεια και περιμένουμε για μία ακόμη φορά να επιβεβαιωθούν οι επισημάνσεις του Θουκυδίδη για τη ανθρώπινη φύση:

      «απλώς τε αδύνατον και πολλής ευηθείας, όστις οίεται της ανθρωπείας φύσεως ορμωμένης προθύμως τι πράξαι αποτροπήν τινά έχειν ή νόμων ισχύι ή άλλων τω δεινώ».

        Με άλλα λόγια δεχόμαστε παθητικά την κυνική θέση της “Real Politik” πως οι πράξεις των ανθρώπων και η πολιτική των κρατών και των ηγετών καθορίζεται απόλυτα από το γονιδιακό υπόστρωμα – την ανθρώπινη φύση που πολλές φορές αδυνατούμε να την αποδεχτούμε ως μία σταθερά της ζωής μας.

              Ο Θουκυδίδης θεωρεί πως αυτή είναι ακατανίκητη και συνιστά ανοησία να προσπαθούμε να την αποτρέψουμε με τη δύναμη του νόμου ή με άλλο φόβητρο. Κι αυτό γιατί αναδεικνύεται και  επιβεβαιώνεται περίτρανα η μονιμότητα και διαχρονικότητα* των άλογων στοιχείων της ανθρώπινης φύσης που δεν τιθασεύονται εύκολα ούτε είναι επιδεικτικά καμίας διδαχής.

        *Προς επίρρωση της παραπάνω θέσης, θα είχε ενδιαφέρον να δούμε ένα συγκλονιστικό χωρίο, εκείνο της σφαγής στη Μυκαλυσσό, όπου Θράκες μισθοφόροι υπό την καθοδήγηση του Αθηναίου Διειτρέφη κατέστρεψαν ολοσχερώς τη μικρή βοιωτική πόλη. Η Μυκαλησσός, μια πόλη ουσιαστικά ατείχιστη και αφρούρητη, βρέθηκε αντιμέτωπη με τη θηριωδία των Θρακών, οι οποίοι κατέσφαξαν τους άτυχους κατοίκους. Πίσω από την εύγλωττη περιγραφή του Θουκυδίδη και την προσεκτική επιλογή των λέξεων με τις οποίες στόλισε το παρακάτω χωρίο, ξεπροβάλλει ο οδυρμός του για τη φρίκη του πολέμου και την αποκτήνωση και αποθηρίωση του ανθρώπου:

        «Οι Θράκες όρμησαν μέσα στην πόλη και άρχισαν να καταστρέφουν τα σπίτια και τα ιερά και να σκοτώνουν τους ανθρώπους χωρίς να λυπηθούν ούτε γέρους ούτε νέους αλλά σφάζοντας αράδα όποιον έβρισκαν μπροστά τους, και παιδιά και γυναίκες, κι αυτά ακόμη τα υποζύγια και ό,τι άλλο ζωντανό έβλεπαν. Διότι οι θράκες, όπου νομίσουν πως δεν έχουν να φοβηθούν τίποτα, γίνονται αιμοβόροι όπως οι πιο αιμοχαρείς βάρβαροι. Και δεν έφθανε ο πανικός, που δεν ήταν λίγος, και ο όλεθρος σε όλες του τις μορφές· όρμησαν και σε ένα σχολείο, το μεγαλύτερο που υπήρχε εκεί και στο οποίο τα παιδιά μόλις είχαν μπει μέσα, και τα έσφαξαν όλα· και ήταν αυτή η συμφορά, που έπεσε επάνω σε ολόκληρη την πόλη, πιο μεγάλη από οποιαδήποτε άλλη, απροσδόκητη και τρομερή. [...] Αυτά συνέβησαν στη Μυκαλησσό, μια συμφορά που σε σχέση με το μέγεθος της πόλης δεν είναι από καμία άλλη σε τούτο τον πόλεμο λιγότερο άξια για θρήνους». (Θουκυδίδης, Ιστορία, 7.29-30.3)

 

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα, Γ΄ Λυκείου (Νέες τεχνολογίες – Τεχνητή Νοημοσύνη)

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα και τη Λογοτεχνία, Γ΄ Λυκείου (Βία)

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα, Γ΄ Λυκείου (Φανατισμός)

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία, Γ΄ Λυκείου (Πόλεμος - Ειρήνη)