Η κατά Κρίστοφερ Νόλαν “Oδύσσεια”

        &. Γράφει ο Ηλίας Γιαννακόπουλος, Blog "ΙΔΕΟπολις"        

               *Ένα Πρόσωπο, ένα Όνομα, ένα Τέχνασμα

          Ο θεατής της κατά Νόλαν «Οδύσσειας», αν θελήσει να την αξιολογήσει, βρίσκεται εγκλωβισμένος σε δύο πραγματικότητες που δύσκολα θα μπορούσε να αγνοήσει ή να υπερβεί.

       Από τη μία πλευρά γνωρίζει, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, το ομηρικό κείμενο και, επομένως, η εξέλιξη της υπόθεσης δεν του επιφυλάσσει ουσιαστικές εκπλήξεις. Το στοιχείο του σασπένς υποχωρεί, αφού ο προορισμός του Οδυσσέα και η τελική του επιστροφή στην Ιθάκη είναι ήδη γνωστά.

       Από την άλλη πλευρά, πριν ακόμη καθίσει στην κινηματογραφική αίθουσα, έχει δεχθεί την επίδραση ενός πραγματικού καταιγισμού από κριτικές, σχόλια και αναλύσεις. Έτσι, η προσωπική του κρίση κινδυνεύει να μην είναι απολύτως αυθόρμητη, αλλά να λειτουργεί ως σύνθεση προκαταλήψεων, προσδοκιών και ήδη διαμορφωμένων αξιολογήσεων.

       Με αυτά τα δεδομένα, η κρίση και η αξιολόγηση της ταινίας είναι εκ των πραγμάτων έντονα επηρεασμένες από αυτήν την προϋπάρχουσα πραγματικότητα. Κάθε θεατής προσέρχεται στην αίθουσα κουβαλώντας όχι μόνο τις γνώσεις του για τον Όμηρο, αλλά και το βάρος της δημόσιας συζήτησης που έχει προηγηθεί. Συχνά, αντί να παρακολουθεί ανοιχτός το κινηματογραφικό έργο, αναζητά συνεχώς επιβεβαίωση ή διάψευση όσων διάβασε ή άκουσε.

       Έτσι, η εμπειρία της θέασης μετατρέπεται σε μία διαρκή σύγκριση ανάμεσα στο πρωτότυπο κείμενο, στις προσδοκίες που έχουν καλλιεργηθεί και στο τελικό αισθητικό αποτέλεσμα, γεγονός που δυσκολεύει μια πραγματικά αμερόληπτη αποτίμηση.

      Μία άλλη σημαντική παράμετρος της αξιολόγησης της συγκεκριμένης ταινίας είναι το ίδιο το κριτήριο που θα επιλεγεί. 

         Θα επικρατήσουν, δηλαδή, αποκλειστικά τα αισθητικά και κινηματογραφικά κριτήρια ή θα παρεισφρήσουν και στοιχεία που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «εθνικά» ή ακόμη και «εθνικιστικά»;

       Ως Έλληνες αισθανόμαστε συχνά ότι η ομηρική παράδοση αποτελεί μέρος της συλλογικής μας ταυτότητας και, συνεπώς, απαιτούμε από κάθε ξένο δημιουργό όχι μόνο να την προσεγγίζει με σεβασμό, αλλά και να την αναπαράγει σχεδόν απαράλλακτη. Το παράδοξο, ωστόσο, είναι ότι πολλές φορές εμείς οι ίδιοι αγνοούμε, υποτιμούμε ή απαξιώνουμε την πολιτιστική αυτή κληρονομιά, την οποία απαιτούμε από τους άλλους να τιμούν.

     Με αυτές τις σκέψεις παρακολούθησα κι εγώ την ταινία του Νόλαν. Πριν ακόμη μπω στην αίθουσα, ένιωσα την ανάγκη να ξαναθυμηθώ την ομηρική αφήγηση, όχι μόνο για να ανανεώσω τη μνήμη μου, αλλά και για να μπορέσω να αξιολογήσω δικαιότερα τις επιλογές του σκηνοθέτη. Οι αμέτρητες κριτικές που είχαν προηγηθεί συγκλίνουν ή αποκλίνουν σχεδόν αποκλειστικά σε ένα ζήτημα: Στον βαθμό πιστότητας προς το ομηρικό πρωτότυπο.

      Έτσι, αντί να αναρωτιέται κανείς εξαρχής αν η ταινία είναι καλή ως κινηματογραφικό έργο, οδηγείται σχεδόν αναπόφευκτα να εξετάζει κατά πόσο ακολουθεί ή αποκλίνει από το έπος του Ομήρου.

         Για άλλους, λοιπόν, ο Νόλαν παραχαράσσει την ομηρική αφήγηση, αλλοιώνοντας πρόσωπα, επεισόδια ή ακόμη και το βαθύτερο πνεύμα του έπους. Για άλλους, όμως, κάθε δημιουργική διασκευή είναι όχι μόνο θεμιτή αλλά και αναγκαία, αφού ο κινηματογράφος δεν αποτελεί εικονογραφημένη αναπαραγωγή ενός λογοτεχνικού έργου.

     Κάθε τέχνη, δηλαδή, διαθέτει τους δικούς της εκφραστικούς νόμους, τους δικούς της ρυθμούς και τις δικές της απαιτήσεις. Η απόλυτη προσήλωση στο πρωτότυπο ενδέχεται να οδηγήσει σε ένα έργο πιστό μεν, αλλά κινηματογραφικά άκαμπτο. Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο η πιστότητα, αλλά και η ικανότητα του δημιουργού να μεταφέρει το ουσιαστικό νόημα του έργου με τα μέσα της δικής του τέχνης.

        Στους δεύτερους θα υπενθύμιζα ότι ο Θηβαϊκός κύκλος αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για πολλούς τραγικούς ποιητές, χωρίς κανείς να απαιτεί από αυτούς απόλυτη ταύτιση μεταξύ τους. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα του «Οιδίποδα Τυράννου». Οι θεατές γνώριζαν ήδη τον μύθο, γνώριζαν την πατροκτονία, την         αιμομιξία και την τελική αυτοτύφλωση του ήρωα. Κι όμως, αυτό δεν μείωνε στο ελάχιστο το ενδιαφέρον τους.

        Αντίθετα, η αγωνία τους μεγάλωνε, επειδή περίμεναν να δουν με ποια δραματουργική τεχνική ο ποιητής θα ύφαινε τα επιμέρους επεισόδια, πώς θα οικοδομούσε σταδιακά την αποκάλυψη της αλήθειας και πώς θα οδηγούσε τον άνθρωπο στη συντριβή του. Ο ίδιος ο Οιδίποδας, που κάποτε νίκησε τη Σφίγγα χάρη στη γνώση της αλήθειας, συντρίβεται τελικά όταν η αλήθεια στρέφεται εναντίον του, αποκαλύπτοντας τη βαθιά τραγική ειρωνεία της ανθρώπινης ύπαρξης.

        Ίσως, λοιπόν, η ουσιαστικότερη απάντηση να βρίσκεται στην ίδια την αισθητική θεωρία του Αριστοτέλη. Η τέχνη δεν αποτελεί απλή αντιγραφή της πραγματικότητας ούτε πιστή αναπαραγωγή ενός προγενέστερου έργου, αλλά δημιουργική μίμηση, μια νέα σύνθεση που επιδιώκει να αποδώσει το καθολικό και όχι το επιμέρους.

      Με αυτήν την έννοια, κάθε κινηματογραφική μεταφορά της «Οδύσσειας» δικαιούται να αναζητήσει τον δικό της εκφραστικό δρόμο, αρκεί να μη χάνει τον πυρήνα του ομηρικού κόσμου: Την περιπέτεια του ανθρώπου, τον αγώνα απέναντι στη μοίρα, τη νοσταλγία της πατρίδας, την αντοχή της μνήμης και την αδιάκοπη αναζήτηση της ταυτότητας.

        Έτσι, η επιτυχία ή η αποτυχία της κατά Νόλαν «Οδύσσειας» δεν θα κριθεί μόνο από την πιστότητα στα γεγονότα του έπους, αλλά κυρίως από το αν κατόρθωσε να διασώσει την ποιητική του αλήθεια και να τη μεταφέρει δημιουργικά στον σύγχρονο θεατή.

        Σίγουρα η ταινία συνιστά μία υπερπαραγωγή με πολλές πιθανότητες να διακριθεί σε διεθνή κινηματογραφικά βραβεία και, ίσως, να κατακτήσει αρκετά Όσκαρ. Με τίποτα, όμως, δεν μπορεί να θεωρηθεί το αριστούργημα της Έβδομης Τέχνης που ορισμένοι έσπευσαν να προαναγγείλουν.

        Από την άλλη πλευρά, δεν ευσταθούν ούτε οι υπερβολικές κατηγορίες περί παραχάραξης ή αλλοίωσης της ομηρικής αφήγησης σε τέτοιο βαθμό ώστε να ακυρώνεται η ουσία του έπους. Πρόκειται για μία ελεύθερη κινηματογραφική διασκευή που διαθέτει σημαντικές αρετές, αλλά και ορισμένες επιλογές που γεννούν εύλογους προβληματισμούς.

      Ωστόσο, θα μπορούσαν κάλλιστα από έναν καλόπιστο θεατή ή κριτικό να διατυπωθούν οι παρακάτω ενστάσεις.

        Πρώτον, θεωρώ σημαντική αβλεψία να παραλειφθεί εντελώς από το σενάριο και τη διασκευή της κατά Νόλαν «Οδύσσειας» το πέρασμα και η διαμονή του Οδυσσέα στο νησί των Φαιάκων. Και αυτό γιατί στο νησί αυτό απαντάται ένας πολιτισμός που ξεχωρίζει από όλους τους άλλους τόπους στους οποίους κατέληξε ως ναυαγός ο ήρωας. Σε αντίθεση με τους Λαιστρυγόνες, τον Κύκλωπα, την Κίρκη, τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη ή ακόμη και την ερωτική «αιχμαλωσία» της Καλυψώς, η χώρα των Φαιάκων προβάλλει έναν κόσμο φιλοξενίας, μέτρου, πολιτισμένης κοινωνικής οργάνωσης και σεβασμού προς τον ξένο. Εκεί ο Οδυσσέας δεν σώζεται απλώς, αλλά αποκαθίσταται η ανθρώπινη αξιοπρέπειά του και βρίσκει το ασφαλές πέρασμα προς την Ιθάκη. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Όμηρος αφιερώνει τόση έκταση σε αυτή την ενότητα.

       Δεύτερον, σημαντική και μάλλον ανεξήγητη είναι η απουσία από τη σπηλιά του Κύκλωπα όχι μόνο του πραγματικού τρόπου διαφυγής του Οδυσσέα και των συντρόφων του, όπως τον περιγράφει ο Όμηρος, αλλά και του περίφημου «Ούτις». Για τη λέξη αυτή έχει χυθεί πολύ μελάνι, αφού συμπυκνώνει τη δύναμη της ευφυΐας απέναντι στη βία. Δεν πρόκειται απλώς για ένα εύρημα του σεναρίου του Ομήρου, αλλά για μία από τις σημαντικότερες στιγμές της ανθρώπινης ευρηματικότητας στη δυτική λογοτεχνία. Η απουσία της αφαιρεί από τον Οδυσσέα ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα της προσωπικότητάς του.

     «Κύκλωψ, ειρωτάς μ’ όνομα κλυτόν;……/ Ούτις εμοί γ’ όνομα˙ Ούτιν δε με κικλήσκουσι/ μήτηρ ηδέ πατήρ ηδ’ άλλοι πάντες εταίροι» (Ομήρου Οδύσσεια, ι 364-367. Το ξακουστό γυρεύεις, Κύκλωπα, να μάθεις όνομά μου….Κανένας το όνομά μου, κι όλοι τους/ κανένα με φωνάζουν, /κι η μάνα μου μαθές κι ο κύρης μου κι/ οι επίλοιποι σύντροφοι….)

           Τρίτον, στη σκηνή του Κάτω Κόσμου προκαλεί απορία η απουσία της συνάντησης του Οδυσσέα με τη μητέρα του και τον Αχιλλέα. Οι δύο αυτές συνομιλίες δεν υπηρετούν απλώς την πλοκή, αλλά μεταφέρουν βαθύτατα ανθρωπολογικά και φιλοσοφικά μηνύματα. Η συγκλονιστική εξομολόγηση της μητέρας του και η ομολογία του Αχιλλέα ότι θα προτιμούσε να είναι ζωντανός και φτωχός παρά βασιλιάς των νεκρών αποτελούν διαχρονικά διδάγματα για την αξία της ζωής και της ανθρώπινης παρουσίας.

         Τέταρτον, η επτάχρονη παραμονή του Οδυσσέα στο νησί της Καλυψώς θα μπορούσε να συμπεριλάβει και τη συγκινητική σκηνή όπου ο ήρωας κάθεται μόνος πάνω στα βράχια, αντικρίζει το πέλαγος και κλαίει, επειδή η ψυχή του ποθεί διαρκώς την επιστροφή στην Ιθάκη. Πρόκειται ίσως για την πιο ανθρώπινη στιγμή του έπους, όπου ο ήρωας δεν παρουσιάζεται ως ακαταμάχητος πολεμιστής αλλά ως άνθρωπος που νοσταλγεί την πατρίδα, την οικογένεια και την προηγούμενη ζωή του.

       Πέμπτον, αισθητή είναι η παντελής απουσία της λέξης «νόστος» από το σενάριο, τη στιγμή που η έννοια αυτή διαπερνά ολόκληρη την «Οδύσσεια». Ο νόστος δεν είναι απλώς η επιστροφή σε έναν γεωγραφικό τόπο. Είναι η επανάκτηση της ταυτότητας, της οικογένειας, της πατρίδας και της ίδιας της ανθρώπινης ολοκλήρωσης. Οι λέξεις σε μία ταινία έχουν τη δική τους δύναμη και συμβολική βαρύτητα, όπως ακριβώς και το «Ούτις».

     Έκτον, περιορισμένη ή σχεδόν ανύπαρκτη υπήρξε–αν θυμάμαι σωστά–η χρήση της λέξης «Αχαιοί», του κυρίαρχου ονόματος με το οποίο ο Όμηρος προσδιορίζει τους Έλληνες, παράλληλα με τα ονόματα «Αργείοι» και «Δαναοί». Ίσως η ένσταση αυτή να φαίνεται φιλολογική, όμως οι λέξεις κουβαλούν ιστορία, πολιτισμό και συλλογική μνήμη. Η διατήρησή τους θα ενίσχυε την αυθεντικότητα της ατμόσφαιρας.

     Έβδομον, η επιλογή και η εμφάνιση του Μενελάου, τόσο σκηνοθετικά όσο και σκηνογραφικά, θεωρώ ότι αδικεί τον ίδιο τον χαρακτήρα αλλά και τη συνολική αισθητική της ταινίας. Ο βασιλιάς της Σπάρτης, είτε συμφωνεί κανείς είτε όχι με τον τρόπο που παρουσιάζεται στα έπη, διαθέτει βασιλική υπόσταση και ιστορικό βάρος που δεν αναδείχθηκαν επαρκώς.

      Όγδοον, η εμφάνιση και η παρουσία της θεάς Αθηνάς θα μπορούσε να είναι σαφώς πιο προσεγμένη. Η σκηνοθεσία είχε τη δυνατότητα να δημιουργήσει γύρω από τη θεά μία αίσθηση μυστηρίου, μεγαλείου και μεταφυσικής παρουσίας. Η Αθηνά δεν είναι ένας ακόμη ανθρώπινος χαρακτήρας της αφήγησης. Είναι η προστάτιδα του Οδυσσέα και η ενσάρκωση της σοφίας. Η παρουσία της όφειλε να αποπνέει δέος.

       Ένατον, θεμιτό και βαθιά ποιητικό θα ήταν στην αρχή της ταινίας, ή έστω σε κάποιο καίριο σημείο της, να ακουστεί αυτούσιο και στα αρχαία ελληνικά το προοίμιο της «Οδύσσειας». Το προοίμιο αποτελεί ταυτόχρονα δοξαστικό του Οδυσσέα και συμπύκνωση ολόκληρου του έπους. Είναι κρίμα να μη δοθεί στον θεατή η δυνατότητα να ακούσει τον εμβληματικό στίχο «πολλῶν δ' ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω», τη λέξη «πολύτροπον», που αποτελεί το κατεξοχήν ταυτοτικό γνώρισμα του ήρωα, αλλά και τη φράση «νόστιμον ἦμαρ», η οποία εκφράζει την πρωταρχική αιτία κάθε δοκιμασίας και κάθε πράξης του Οδυσσέα.

      “ἄνδρα μοι ἔννεπε, Μοῦσα, πολύτροπον, ὃς μάλα πολλὰ 

           πλάγχθη, ἐπεὶ Τροίης ἱερὸν πτολίεθρον ἔπερσε·
            
πολλῶν δ᾽ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω,
            πολλὰ δ᾽ ὅ γ᾽ ἐν πόντῳ πάθεν ἄλγεα ὃν κατὰ θυμόν,
             ἀρνύμενος ἥν τε ψυχὴν καὶ
νόστον ἑταίρων.
            ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ὣς ἑτάρους ἐρρύσατο, ἱέμενός περ·
          αὐτῶν γὰρ σφετέρῃσιν ἀτασθαλίῃσιν ὄλοντο,
                νήπιοι, οἳ κατὰ βοῦς Ὑπερίονος Ἠελίοιο
            ἤσθιον· αὐτὰρ ὁ τοῖσιν ἀφείλετο
νόστιμον ἦμαρ.
               τῶν ἁμόθεν γε, θεά, θύγατερ Διός, εἰπὲ καὶ ἡμῖν”.

                       

          Δέκατον, το μαύρο χρώμα δέρματος της ωραίας Ελένης εξακολουθώ να μην κατανοώ τι ακριβώς προσφέρει στις ιδεολογικές ή σκηνοθετικές επιλογές του Νόλαν. Από τη στιγμή, μάλιστα, που ο ρόλος της στην ταινία είναι περιορισμένος και δεν επηρεάζει ουσιαστικά την εξέλιξη της δράσης, η επιλογή αυτή φαίνεται να λειτούργησε περισσότερο ως αφορμή δημόσιων συζητήσεων παρά ως στοιχείο με πραγματική καλλιτεχνική ή δραματουργική αναγκαιότητα. Τελικά, περισσότερο σχολιάστηκε η εξωτερική της εμφάνιση παρά η ίδια η ερμηνεία της.

          Γενικά, θα ήθελα περισσότερη Ελλάδα στην ταινία. Όχι μόνο ως φυσικό τοπίο ή ως αρχαιολογικό σκηνικό, αλλά ως πνεύμα, ως γλώσσα, ως πολιτισμική ατμόσφαιρα και ως βαθύτερος συμβολισμός. Άλλωστε, πρωταγωνιστές δεν είναι μόνο ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του, αλλά και οι ελληνικοί μύθοι, οι αξίες που αυτοί μεταφέρουν και η διαχρονική τους επίδραση στον παγκόσμιο πολιτισμό. Εκεί πιστεύω ότι η ταινία θα μπορούσε να είχε πλησιάσει ακόμη περισσότερο το μεγαλείο του ομηρικού κόσμου.

            Εν κατακλείδι, η κατά Νόλαν «Οδύσσεια» αποτελεί αναμφίβολα μία σπουδαία κινηματογραφική κατάθεση που θα συγκινήσει εκατομμύρια θεατές και πιθανότατα θα γνωρίσει μεγάλη καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία.   Ωστόσο, κάθε μεταφορά ενός τόσο πολυσήμαντου έργου στη μεγάλη οθόνη είναι αναπόφευκτα μια επιλογή ανάμεσα σε όσα θα προβληθούν και σε όσα θα παραλειφθούν.

       Οι παραπάνω επισημάνσεις δεν αποσκοπούν στη μείωση της αξίας της ταινίας, αλλά εκφράζουν τη φυσική προσδοκία κάθε αναγνώστη του Ομήρου να αναγνωρίσει στην οθόνη όχι μόνο τις περιπέτειες του Οδυσσέα, αλλά και τον βαθύ ανθρωπισμό, τη σοφία, τη γλωσσική μεγαλοπρέπεια και τον ελληνικό πολιτισμό που διαπερνούν κάθε στίχο της «Οδύσσειας».

      Άλλωστε, οι μεγάλες ταινίες γεννούν συζητήσεις. Τα μεγάλα έπη, όμως, εξακολουθούν να τις υπερβαίνουν.

         Σίγουρα κάποιος θα μπορούσε να αντιτείνει πως, αν οι παραπάνω ενστάσεις και προτάσεις ενσωματώνονταν στον κύριο κορμό της ταινίας, η διάρκειά της θα αυξανόταν αισθητά, ίσως ακόμη και κατά μία επιπλέον ώρα. Η ένσταση αυτή δεν είναι αβάσιμη.

         Ωστόσο, θεωρώ πως ορισμένοι πλατειασμοί ή σκηνοθετικές επιλογές που δεν συμβάλλουν ουσιαστικά στην εξέλιξη της αφήγησης θα μπορούσαν να είχαν περιοριστεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εκτεταμένη αναφορά στη θεωρία των «Λαών της Θάλασσας», μια υπόθεση που εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο επιστημονικής συζήτησης και δεν έχει τεκμηριωθεί οριστικά. Ο χρόνος που αφιερώνεται σε τέτοιες εικασίες θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για την ανάδειξη ορισμένων από τις παραπάνω παρατηρήσεις, πολλές από τις οποίες δεν απαιτούν παρά λίγες εύστοχες σκηνές ή σύντομους διαλόγους για να αποδοθούν με μεγαλύτερη πιστότητα το πνεύμα και οι αξίες του ομηρικού έπους.

        Παρά τις επιμέρους αυτές γκρίνιεςπου άλλωστε συνοδεύουν σχεδόν κάθε μεγάλη κινηματογραφική μεταφορά ενός κλασικού έργου–η ταινία παραμένει μια εντυπωσιακή υπερπαραγωγή και, κυρίως, ένα πραγματικό δοξαστικό για την Ελλάδα και τον ελληνικό πολιτισμό.

       Εκατομμύρια θεατές σε ολόκληρο τον κόσμο έρχονται σε επαφή με τον Όμηρο, την ελληνική μυθολογία, τα τοπία και τα διαχρονικά σύμβολα του ελληνικού πνεύματος. Από αυτή την άποψη, η ταινία λειτουργεί ως μια ανεκτίμητη πολιτιστική προβολή της χώρας μας σε παγκόσμιο επίπεδο, υπενθυμίζοντας ότι η αρχαία ελληνική γραμματεία εξακολουθεί να εμπνέει τη σύγχρονη τέχνη και να συγκινεί το διεθνές κοινό.

       Ίσως, τελικά, αυτό να είναι και το μεγαλύτερο επίτευγμα της ταινίας. Όχι ότι μας πρόσφερε την οριστική ή την πληρέστερη κινηματογραφική εκδοχή της Οδύσσειας, αλλά ότι μας υπενθύμισε πως τα μεγάλα έργα δεν ολοκληρώνουν ποτέ τον διάλογό τους με τον άνθρωπο. Κάθε εποχή τα ξαναδιαβάζει, τα ερμηνεύει και τα αμφισβητεί μέσα από τις δικές της αγωνίες και τις δικές της αναζητήσεις.

        Αν, λοιπόν, μετά την έξοδο από την κινηματογραφική αίθουσα αισθανθούμε την ανάγκη να ξαναπιάσουμε στα χέρια μας τον Όμηρο, να αναζητήσουμε τον αυθεντικό λόγο του ποιητή και να αναμετρηθούμε με τα διαχρονικά μηνύματα του νόστου, της περιπέτειας, της γνώσης και της ανθρώπινης αντοχής, τότε η ταινία θα έχει πετύχει κάτι πολύ σημαντικότερο από την εμπορική της επιτυχία: Θα έχει ανοίξει ξανά τον δρόμο προς τις πνευματικές πηγές του ελληνικού πολιτισμού, αποδεικνύοντας ότι τα αριστουργήματα δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν, αλλά εξακολουθούν να φωτίζουν το παρόν και να δείχνουν τον δρόμο προς το μέλλον.

        Σε μια εποχή κατά την οποία πολλοί λαοί και έθνη αναζητούν τις ιστορικές και πολιτισμικές τους ρίζες, προκειμένου να ενισχύσουν την ταυτότητά τους και να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις του παρόντος, η επιστροφή στο δημιουργικό παρελθόν δεν αποτελεί πράξη νοσταλγίας, αλλά όρο αυτογνωσίας, πολιτιστικής συνέχειας και δημιουργικής επιβίωσης.

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα, Γ΄ Λυκείου (Νέες τεχνολογίες – Τεχνητή Νοημοσύνη)

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα και τη Λογοτεχνία, Γ΄ Λυκείου (Βία)

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα, Γ΄ Λυκείου (Φανατισμός)

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία, Γ΄ Λυκείου (Πόλεμος - Ειρήνη)