Η “δικαίωση” των νεκρών: Ένας φιλοσοφικός μύθος.
*Γράφει ο Ηλίας Γιαννακόπουλος, Blog "ΙΔΕΟπολις"
«Συνελήφθησαν οι δράστες», «αν αποδειχθεί η εμπλοκή των συλληφθέντων, θα είναι λύτρωση και δικαίωση για τα θύματα», «οι ένοχοι θα οδηγηθούν στη Δικαιοσύνη», «τα θύματα επιτέλους δικαιώνονται». Αυτές οι φράσεις συνοδεύουν σχεδόν πάντοτε την εξιχνίαση ειδεχθών εγκλημάτων, όπως εκείνων της Marfin ή του εμπρησμού της οικίας του Νέστορα.
Αναμφίβολα, η σύλληψη και η τιμωρία των ενόχων αποτελούν θεμελιώδη υποχρέωση μιας ευνομούμενης πολιτείας. Η ατιμωρησία προσβάλλει τη μνήμη των θυμάτων και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη.
Ωστόσο, πίσω από τον δημόσιο λόγο παραμένει ένα ερώτημα που σπάνια τίθεται: Mπορεί πράγματι η καταδίκη των ενόχων να «δικαιώσει» τους νεκρούς; Ή μήπως χρησιμοποιούμε τη λέξη «δικαίωση» περισσότερο ως ηθική παρηγοριά των ζωντανών παρά ως πραγματική αποκατάσταση μιας ανεπανόρθωτης απώλειας;
Η αφαίρεση μιας ανθρώπινης ζωής είναι οριστική και μη αναστρέψιμη. Καμία ποινή, όσο αυστηρή και αν είναι, δεν επιστρέφει τον νεκρό στους δικούς του ούτε αναιρεί τον πόνο που άφησε πίσω του. Η Δικαιοσύνη οφείλει να τιμωρεί τους ενόχους, να προστατεύει την κοινωνία και να επιβεβαιώνει την ισχύ του νόμου. Δεν μπορεί, όμως, να αποκαταστήσει αυτό που χάθηκε.
Γι' αυτό ίσως χρειάζεται να είμαστε πιο προσεκτικοί όταν επαναλαμβάνουμε τη στερεότυπη διατύπωση ότι «οι νεκροί δικαιώθηκαν». Η πραγματική δικαίωση των θυμάτων ίσως βρίσκεται όχι μόνο στην τιμωρία των δραστών, αλλά κυρίως στη συλλογική μνήμη, στην ιστορική αλήθεια και στην έμπρακτη αποτροπή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον.
Η ανθρώπινη δικαιοσύνη μπορεί να εντοπίσει, να δικάσει και να τιμωρήσει τους ενόχους. Δεν μπορεί, όμως, να αναιρέσει το ανεπανόρθωτο του θανάτου. Όπως δίδαξε ο Επίκουρος, ο “άνθρωπος γεννιέται μία φορά και πεθαίνει μία φορά” (“άπαξ άνθρωποι γεγόναμεν, δις δε ουκ έστιν γενέσθαι”).
Η ζωή δεν επαναλαμβάνεται ούτε αποκαθίσταται.
Επομένως, καμία ποινή, όσο αυστηρή και αν είναι, δεν επιστρέφει στα αθώα θύματα τη ζωή που τους αφαιρέθηκε. Πραγματική δικαίωση θα υπήρχε μόνο αν η τιμωρία των ενόχων συνοδευόταν από την επαναφορά των θυμάτων στη ζωή, κάτι που υπερβαίνει τις δυνατότητες κάθε ανθρώπινου δικαστηρίου και ανήκει αποκλειστικά στους αμετάβλητους νόμους της φύσης και της ύπαρξης. Η δε εφαρμογή της αρχής «ζωή αντί ζωής» (παραλλαγή του μωσαϊκού νόμου) όχι μόνο δεν θα αποκαθιστούσε την απώλεια, αλλά θα αναπαρήγαγε τη βαρβαρότητα. Το ίδιο ανεπανόρθωτος είναι και ο πόνος των οικείων, που χαράσσεται ανεξίτηλα στη μνήμη τους.
Γι' αυτό ας εγκαταλείψουμε τη στερεότυπη διατύπωση ότι «τα θύματα δικαιώθηκαν». Η τιμωρία των ενόχων υπηρετεί τον νόμο και την κοινωνική τάξη και δεν ανασταίνει τους νεκρούς ούτε θεραπεύει την πληγή όσων έμειναν πίσω.
«Τὰ μὲν γὰρ τῶν νόμων ἐπίθετα, τὰ δὲ τῆς φύσεως ἀναγκαῖα» (Αντιφών, «Οι νόμοι είναι ανθρώπινα θεσπίσματα, ενώ οι νόμοι της φύσης είναι αναγκαίοι»)
Πέρα από τους ανθρώπινους νόμους υπάρχει ένας αρχαιότερος και αμείλικτος νόμος: Ο νόμος της φύσης. Κάθε ζωντανός οργανισμός, από το απλούστερο κύτταρο έως τις ανθρώπινες κοινωνίες, διαθέτει όχι μόνο το δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση της αυτοάμυνας απέναντι σε κάθε υπαρκτή ή δυνητική απειλή που στρέφεται κατά της ύπαρξης και της διαιώνισής του. Η φύση δεν γνωρίζει επιείκεια, συγχώρεση ή συναισθηματικές εκπτώσεις. Λειτουργεί με την αυστηρότητα της αναγκαιότητας και της αυτοσυντήρησης. Η άμυνα απέναντι στον επιτιθέμενο δεν αποτελεί πράξη εκδίκησης αλλά όρο επιβίωσης.
Αυτή η διαχρονική πραγματικότητα υπήρξε το πρώτο σχολείο δικαίου πριν ακόμη εμφανιστούν οι ανθρώπινοι θεσμοί.
Αν ο ανθρώπινος νόμος επιθυμεί να υπηρετεί τη ζωή και όχι να μετατρέπεται σε αφελή ηθικολογία, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του αυτή τη θεμελιώδη αρχή της φύσης. Οι ποινές δεν αποδίδονται από εκδικητική διάθεση ούτε για να «δικαιώσουν» τους νεκρούς, αλλά για να προστατεύσουν τους ζωντανούς, να αποτρέψουν νέες εγκληματικές πράξεις και να διασφαλίσουν τη συνοχή της κοινωνίας.
Στο σημείο αυτό ο φυσικός και ο ανθρώπινος νόμος συναντώνται. Η δικαιοσύνη δεν μπορεί να αναστήσει τα θύματα. Μπορεί όμως να υψώσει ένα ισχυρό ανάχωμα απέναντι σε όσους επιβουλεύονται τη ζωή. Και αυτή, ίσως, είναι η μόνη δικαίωση που μπορεί να προσφέρει μια ευνομούμενη πολιτεία στους νεκρούς: Όχι την ανατροπή του ανεπανόρθωτου, αλλά την αποφασιστική προστασία των ζωντανών.
Βέβαια δικαιϊκός πολιτισμός μας δεν διδάσκει την άμετρη και άκριτη μίμηση του Φυσικού Δικαίου(Βία). Από τον Αριστοτέλη έως τους σύγχρονους φιλοσόφους του δικαίου, πολλοί υποστηρίζουν ότι ο σκοπός ανθρώπινου δικαίου είναι ακριβώς να εξανθρωπίζει τη φυσική βία, όχι να την αντιγράφει.
Το να πεις ότι δικαιώθηκαν οι αγώνες ενός ανθρώπου που θυσιάστηκε για την ελευθερία και τη δημοκρατία έχει νόημα, όταν οι αξίες για τις οποίες αγωνίστηκε τελικά επικρατήσουν. Πρόκειται για τη δικαίωση ενός οράματος, όχι του θανάτου του.
Το ίδιο, όμως, δεν μπορεί να ειπωθεί για τα θύματα της Μarfin ή της Βάγιας Νέστορα. Η σύλληψη, η καταδίκη ή η προφυλάκιση των υπευθύνων συνιστούν απονομή δικαιοσύνης(στο μέτρο που αυτή επιτυγχάνεται), όχι δικαίωση του άδικου θανάτου τους. Κανένα δικαστήριο δεν αναιρεί την απώλεια της ζωής ούτε αποκαθιστά το κενό που αυτή άφησε.
Η δικαιοσύνη μπορεί να επιβάλει κυρώσεις στους ενόχους και να αναγνωρίσει την ευθύνη τους· δεν μπορεί, όμως, να «δικαιώσει» τον θάνατο ενός αθώου. Η δικαίωση αφορά ιδέες, αγώνες και αξίες· η δικαιοσύνη αφορά πράξεις, ευθύνες και ποινές.
Η σύγχυση των δύο εννοιών αλλοιώνει τόσο το ηθικό όσο και το γλωσσικό τους περιεχόμενο..
Η λέξη «δικαίωση» χρησιμοποιείται συχνά με τρόπο που συγχέεται με τη «δικαιοσύνη». Κι όμως, οι δύο έννοιες δεν ταυτίζονται. Η δικαιοσύνη είναι έργο των θεσμών: Αναζητά την αλήθεια, αποδίδει ευθύνες και επιβάλλει ποινές. Η δικαίωση, αντίθετα, είναι πρωτίστως ηθική και ιστορική. Aφορά, δηλαδή, την αναγνώριση μιας ιδέας, ενός αγώνα ή μιας θυσίας που αποκτά νόημα μέσα στον χρόνο.
Γι αυτό ο άδικος θάνατος αθώων θυμάτων, όπως εκείνων της Marfin ή της Βάγιας Νέστορα, δεν μπορεί ποτέ να «δικαιωθεί». Η σύλληψη, η καταδίκη ή η προφυλάκιση των δραστών αποτελούν αναγκαίες πράξεις απονομής δικαιοσύνης, όχι δικαίωση του θανάτου. Καμία δικαστική απόφαση δεν αποκαθιστά τη ζωή που χάθηκε ούτε γεφυρώνει το κενό που άφησε. Η δικαιοσύνη μπορεί να τιμωρήσει το έγκλημα. Η δικαίωση, όμως, δεν μπορεί να μετατρέψει μια άδικη απώλεια σε κάτι ηθικά αποδεκτό.
Ορισμένοι θάνατοι δεν δικαιώνονται ποτέ. Μόνο απαιτούν να μη λησμονηθούν και να μη επαναληφθούν.
.png)
.jpg)



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου