Η πολιτική επιστροφή Τσίπρα: Επανεκκίνηση ή πολιτική ρεβάνς;
*Γράφει ο Ηλίας Γιαννακόπουλος, Blog "ΙΔΕΟπολις"
*Τα θυρανοίξια του "Οδυσσέα" της Αριστεράς
**Από την "Ιθάκη" στα "θυρανοίξια"του νέου κόμματος Τσίπρα (ΕΛ.Α.Σ)
{&.“Παρέλαβα σε ηλικία μόλις 34 ετών ένα μικρό κόμμα της Αριστεράς. Το ταξίδι όπου κάναμε μαζί ήταν επικίνδυνο, γεμάτο παγίδες, αλλά συναρπαστικό..."
&&."Να αποδείξω ότι η μάχη για τις ιδέες και η προσφορά δεν ορίζεται από την καρέκλα που κατέχει κανείς".
&&&. "Κατανοώ την ανάγκη για ένα νέο κύμα του ΣΥΡΙΖΑ. Και αποφάσισα να παραμερίσω για να περάσει"} (Ζάππειο 2023).
#.«Κουβαλάμε την κληρονομιά του ΕΑΜ, της Εθνικής Αντίστασης, της ΕΔΑ, των αγώνων για Δημοκρατία και Ειρήνη, του ΠΑΣΟΚ, των πρώτων χρόνων της Αλλαγής, του ΣΥΡΙΖΑ, της Πρώτης Φοράς Αριστερά» (Θησείο 2026).
Να καμιά φορά που οι λέξεις-τα λόγια μας λένε την αλήθεια και μας διαψεύδουν. Ο επανακάμψας στην πολιτική και στην κομματική κονίστρα-μετά από μία βραχύβια πολιτική και κομματική αγρανάπαυση- Αλέξης Τσίπρας περισσότερο τι τον εκφράζει; Αυτά που έλεγε το 2023 στο Ζάππειο, όταν παραιτήθηκε από πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, ή αυτά που περιλαμβάνονται στη διακήρυξη και στις 7 δεσμεύσεις του νέου κόμματος ΕΛ.Α.Σ (Eλληνική Αριστερή Συμπαράταξη);
Το 2008 ο κ. Τσίπρας ανέλαβε την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ως ο νεότερος «πρίγκιπας» της ελληνικής Αριστεράς. Το 2023 αποχώρησε από την προεδρία σαν ένας κουρασμένος ταξιδιώτης που πίστεψε πως έφθασε στο τέλος της διαδρομής του. Και το 2026 επιστρέφει ιδρύοντας νέο κόμμα (ΕΛ.Α.Σ), σαν άλλος Οδυσσέας που δεν άντεξε τη σιωπή της Ιθάκης.
Η πολιτική του πορεία μοιάζει με διαρκές ταξίδι ανάμεσα στην εξουσία, την ήττα, την αυτοκριτική και την ανάγκη της επιστροφής.
Το ερώτημα, όμως, παραμένει ανοιχτό: Έφθασε ποτέ πραγματικά στην «Ιθάκη» του ή μήπως η ίδια η διαδρομή είναι ο βαθύτερος πειρασμός του; Ίσως τελικά να ακολουθεί ασυνείδητα την καβαφική προτροπή: «να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος». Γιατί για ορισμένους πολιτικούς η Ιθάκη δεν είναι ο προορισμός, αλλά είναι η διαρκής ανάγκη να ξαναρχίζουν το ταξίδι, ακόμη κι όταν είχαν ορκιστεί πως αυτό τελείωσε.
Η πολιτική επιστροφή Τσίπρα συνιστά μία επανεκκίνηση ή μία υπόρρητη ομολογία για την πολιτική ρεβάνς; Εμπεριέχει στοιχεία πολιτικού εμπλουτισμού και νέων ιδεών ή απλά είναι μία προσπάθεια να αποκαταστήσει τα πολιτικά τραύματα και να επουλώσει τις πληγές της πρωθυπουργίας του;
Η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα στην ενεργό πολιτική δεν μπορεί να ερμηνευθεί μονοσήμαντα.
Για τους υποστηρικτές του συνιστά μια αναγκαία επανεκκίνηση: Την προσπάθεια, δηλαδή, ενός πολιτικού που γνώρισε την εξουσία, δοκιμάστηκε από τα όριά της και επιστρέφει πιο ώριμος (;) με μεγαλύτερη επίγνωση των διεθνών και κοινωνικών μεταβολών. Η εμπειρία της διακυβέρνησης, ακόμη και μέσα από λάθη και αντιφάσεις, μπορεί να λειτουργήσει ως πολιτικό κεφάλαιο ή θα τον ακολουθεί ως ιστορικό βάρος;
Για τους επικριτές του, όμως, η επιστροφή αυτή κρύβει μια υπόγεια ανάγκη πολιτικής ρεβάνς απέναντι σε όσους τον αμφισβήτησαν ή τον οδήγησαν στην ήττα και την εσωκομματική απαξίωση.
Το ερώτημα παραμένει αν το νέο εγχείρημα θα εκφράσει πράγματι νέες ιδέες, νέα πρόσωπα και διαφορετικό πολιτικό ήθος ή αν θα αποτελέσει κυρίως μια προσωπική απόπειρα αποκατάστασης του ιστορικού και συναισθηματικού αποτυπώματος της πρωθυπουργικής του περιόδου;
Στο Ζάππειο, το 2023, ο Αλέξης Τσίπρας εμφανίστηκε ως ένας πολιτικός που έκλεινε έναν κύκλο με επίγνωση της ήττας αλλά και με διάθεση πολιτικής αξιοπρέπειας. Μίλησε για «ένα νέο κύμα του ΣΥΡΙΖΑ» που έπρεπε να περάσει, δήλωσε πως «η μάχη για τις ιδέες δεν ορίζεται από την καρέκλα» και έδωσε την εντύπωση ενός ανθρώπου που αποχωρεί για να αφήσει χώρο σε άλλους.
Τότε, η παραίτησή του έμοιαζε περισσότερο με συνειδητή παραμέριση παρά με προσωρινή υποχώρηση. Σήμερα, όμως, η ίδρυση νέου κόμματος αλλάζει αναπόφευκτα την ανάγνωση εκείνων των λόγων. Τι μεσολάβησε; Ωρίμασε πολιτικά και κατάλαβε πως η απουσία του άφησε ακέφαλο έναν ολόκληρο χώρο ή μήπως δεν άντεξε να βλέπει την πολιτική σκηνή χωρίς τον ίδιο πρωταγωνιστή;
Η επιστροφή του γεννά ένα υπαρξιακό ερώτημα: Mπορεί πράγματι ένας ηγέτης να υπηρετεί ιδέες χωρίς αξιώματα ή τελικά η πολιτική δράση απαιτεί πάντα έναν θώκο εξουσίας;
Από την «Ιθάκη» της αποχώρησης στα «θυρανοίξια» ενός νέου κόμματος, ο Τσίπρας μοιάζει σήμερα λιγότερο με παραιτημένο ταξιδιώτη και περισσότερο με έναν Οδυσσέα που δεν άντεξε να μείνει μακριά από την πατρίδα της πολιτικής.
«Επιστροφές–καταστροφές». Το παλιό λαϊκό ρεφρέν μοιάζει να διεκδικεί δικαιωματικά μία θέση στη νέα πολιτική σεζόν. Γιατί στην Ελλάδα τίποτε δεν πεθαίνει οριστικά. Απλώς αποσύρεται προσωρινά, κάνει έναν κύκλο τηλεοπτικών εμφανίσεων, μερικές διαλέξεις περί “νέας προοδευτικής προοπτικής” και επιστρέφει ως “ιστορική ανάγκη”.
Έτσι και η επανεμφάνιση του Αλέξης Τσίπρα παρουσιάζεται περίπου ως εθνική απαίτηση, λες και η πολιτική αγορά υπέφερε από έλλειψη σωτήρων.
Οι υποστηρικτές του μιλούν για εμπειρία, διεθνές κύρος και ανάγκη ανασύνθεσης του χώρου. Οι επικριτές του θυμούνται ότι και οι προηγούμενες «ελπίδες» κατέληξαν σε ακριβούς συμβιβασμούς και συλλογικές διαψεύσεις. Άλλωστε, στην ελληνική πολιτική οι επιστροφές έχουν ένα παράξενο γνώρισμα: Εμφανίζονται πάντα ως καινούργιες, ενώ κουβαλούν στις αποσκευές τους όλα τα φαντάσματα του παρελθόντος.
Αν προσπαθήσει κάποιος να ερμηνεύσει την πολιτική επιστροφή του κ. Τσίπρα (και όχι μόνον) θα πρέπει να ανατρέξει τόσο στο χώρο της πολιτικής (να την ερμηνεύσει, δηλαδή, με όρους πολιτικούς), όσο και στο χώρο της ψυχανάλυσης. Γιατί, δηλαδή, ένας πολιτικός που διετέλεσε πρωθυπουργός θέλει να επιστρέψει και να ξαναγίνει πάλι Πρωθυπουργός, διακινδυνεύοντας πολλά!!!
Ίσως, σε ορισμένες περιπτώσεις, η επιμονή ενός πρώην ηγέτη να επιστρέψει στην εξουσία να υπερβαίνει τα όρια της φυσιολογικής πολιτικής φιλοδοξίας και να αγγίζει τη σφαίρα της πολιτικής «ρεβάνς». Ένας πολιτικός που γνώρισε την αποθέωση και στη συνέχεια την εκλογική ήττα συχνά βιώνει την απόρριψη όχι μόνο ως πολιτική αποδοκιμασία αλλά και ως προσωπικό τραύμα.
Τότε, η ανάγκη επιστροφής μπορεί να μετατραπεί σε επιθυμία δικαίωσης απέναντι σε όσους τον αμφισβήτησαν, τον εγκατέλειψαν ή τον καταψήφισαν. Δεν είναι απαραίτητα μια συνειδητή εκδικητικότητα. Συχνά εκφράζεται ως βαθιά ανάγκη να αποδείξει πως «είχαν άδικο». Στην πολιτική, άλλωστε, η υστεροφημία λειτουργεί σχεδόν εμμονικά. Ο ηγέτης δεν θέλει να μείνει στην Ιστορία ως αποτυχημένος ή ηττημένος, αλλά ως εκείνος που επέστρεψε και δικαιώθηκε.
Ωστόσο, όταν η επιθυμία της επιστροφής κυριαρχείται περισσότερο από το πάθος της προσωπικής αποκατάστασης παρά από ένα σαφές συλλογικό όραμα, τότε η πολιτική κινδυνεύει να μετατραπεί σε ψυχολογική μάχη του ηγέτη με το παρελθόν του και όχι σε πραγματική υπηρεσία προς την κοινωνία.
Ψυχολογικά, ένας άνθρωπος που έφτασε στην κορυφή της εξουσίας δύσκολα αποδέχεται οριστικά την αποχώρηση. Η πρωθυπουργία δεν είναι απλώς ένα αξίωμα, αλλά είναι μια εμπειρία ισχύος, ιστορικής σημασίας και προσωπικής επιβεβαίωσης που διαμορφώνει βαθιά την αυτοεικόνα του πολιτικού. Η επιθυμία επιστροφής μπορεί να πηγάζει από διαφορετικά και συχνά αλληλοσυγκρουόμενα κίνητρα.
Για ορισμένους κυριαρχεί η ανάγκη αποκατάστασης της υστεροφημίας: να ξαναγράψουν το τελευταίο κεφάλαιο της πολιτικής τους διαδρομής, να διορθώσουν λάθη ή να ακυρώσουν μια αρνητική ιστορική αποτίμηση. Για άλλους υπάρχει πράγματι η αίσθηση αποστολής, η πεποίθηση ότι διαθέτουν εμπειρία και ικανότητες χρήσιμες σε μια περίοδο κρίσης.
Ωστόσο, δεν μπορεί να αγνοηθεί και η διάσταση του ναρκισσισμού. Η εξουσία δημιουργεί εθισμό στην προβολή, στην επιρροή και στη δημόσια αναγνώριση. Η απομάκρυνση από το κέντρο των εξελίξεων βιώνεται συχνά ως προσωπική συρρίκνωση. Παράλληλα, ενδέχεται να λειτουργεί και ένα είδος «ενοχικού συνδρόμου». Η ανάγκη να αποδείξει ο ηγέτης πως δεν ταυτίζεται μόνο με τις αποτυχίες της θητείας του.
Συνήθως, όμως, η αλήθεια βρίσκεται σε έναν συνδυασμό όλων αυτών: Φιλοδοξία, ιστορική ματαιοδοξία, αίσθηση καθήκοντος και αδυναμία αποχωρισμού της εξουσίας.
Μιλώντας ο κ. Τσίπρας στο Θησείο τόνισε εμφαντικά πως “Δεν πάμε μόνο για πολιτική αλλαγή, αλλά για αλλαγή πολιτικής”. Αυτή η παραδοχή, όμως, δεν έρχεται σε αντίφαση με την αναφορά στις ρίζες του νέου κόμματος;
Η αναφορά του Αλέξη Τσίπρα στην ανάγκη «αλλαγής πολιτικής» πράγματι δημιουργεί ένα ενδιαφέρον ιδεολογικό δίπολο όταν συνοδεύεται από συνεχείς αναδρομές στην Αντίσταση, το ΕΑΜ και τα ιστορικά σύμβολα της ελληνικής Αριστεράς.
Από τη μία πλευρά, δηλαδή, επιδιώκει να εμφανιστεί ως φορέας ανανέωσης, υπέρβασης παλαιών διχασμών και νέας πολιτικής σύνθεσης. Από την άλλη, όμως, η επίκληση ιστορικών μνημών λειτουργεί ως επιστροφή σε ένα γνώριμο αξιακό και συναισθηματικό φορτίο, που ανήκει περισσότερο στη συλλογική ταυτότητα της παραδοσιακής Αριστεράς παρά σε ένα πραγματικά «νέο» αφήγημα.
Ωστόσο, η αντίφαση δεν είναι απόλυτη. Στην πολιτική, η αλλαγή δεν σημαίνει πάντοτε ρήξη με το παρελθόν, αλλά συχνά σημαίνει επανανοηματοδότησή του.
Ο Τσίπρας φαίνεται να επιχειρεί ακριβώς αυτό: Να συνδέσει την ιστορική μνήμη με μια νέα πολιτική πρόταση. Το ερώτημα είναι αν αυτή η σύνθεση μπορεί να πείσει ως δημιουργική συνέχεια ή αν τελικά εκλαμβάνεται ως νοσταλγική επιστροφή σε παλαιούς συμβολισμούς.
Ωστόσο, η συνεχής αναφορά στην Αντίσταση, το ΕΑΜ, το ΠΑΣΟΚ της Μεταπολίτευσης και τον ΣΥΡΙΖΑ δημιουργεί ένα εμφανές ιδεολογικό παράδοξο.
Πώς μπορεί να οικοδομηθεί κάτι πραγματικά νέο όταν το πολιτικό αφήγημα στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε ιστορικές μνήμες, παλαιούς συμβολισμούς και γνώριμες ταυτότητες;
Η επίκληση αυτών των ιστορικών σταθμών συγκινεί συναισθηματικά ένα τμήμα της κοινωνίας, αλλά ταυτόχρονα εγκλωβίζει τη ρητορική σε ένα παρελθόν που δυσκολεύεται να απαντήσει στα σημερινά αδιέξοδα.
Έτσι, η διακηρυγμένη «αλλαγή πολιτικής» μοιάζει να συνυπάρχει με μία βαθιά ανάγκη πολιτικής συνέχειας και ιστορικής νομιμοποίησης. Κι εκεί ακριβώς γεννιέται η αντίφαση: Ανάμεσα στην υπόσχεση της υπέρβασης και στη διαρκή επιστροφή στις ίδιες πολιτικές και ιδεολογικές ρίζες.
Ωστόσο, η Ιστορία δεν λειτουργεί ως καταφύγιο, αλλά λειτουργεί ταυτόχρονα και ως αυστηρός κριτής. Ο κ. Τσίπρας καλείται πλέον να αποδείξει αν επιστρέφει ως φορέας νέας πολιτικής πρότασης ή ως πολιτικός που επιδιώκει να αναμετρηθεί με το ανεκπλήρωτο παρελθόν του. Γιατί η φράση «αλλαγή πολιτικής» δεν αρκεί ως σύνθημα, αλλά απαιτεί σχέδιο, αυτογνωσία και κυρίως πειστική απάντηση στο ερώτημα αν η κοινωνία ζητά πράγματι μια νέα αρχή ή απλώς την επιστροφή ενός γνώριμου πρωταγωνιστή.
Διαβάζοντας κανείς την ιδρυτική διακήρυξη του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα, εύκολα ο καθένας καταφεύγει στο «νέο κύμα» που είχε προαναγγείλει στο Ζάππειο το 2023 (δες τα αποσπάσματα της εισαγωγής του άρθρου). Οι ίδιες αναφορές σε προοδευτική συσπείρωση, κοινωνική δικαιοσύνη και ιστορική συνέχεια γεννούν το ερώτημα αν πρόκειται πράγματι για μια νέα πολιτική αρχή ή για μία αναδιατύπωση παλαιών αφηγημάτων με νέο πολιτικό περιτύλιγμα.
Αν πράγματι η ιδρυτική διακήρυξη και οι 7 δεσμεύσεις συνιστούν το «νέο κύμα» ιδεών και πολιτικών προτάσεων που είχε προαναγγείλει ο Αλέξης Τσίπρας στο Ζάππειο το 2023, τότε εύλογα γεννάται ένα κρίσιμο ερώτημα: Γιατί δεν επιχειρήθηκε τότε μέσα από τον ΣΥΡΙΖΑ ή σε συνεννόηση με τη Νέα Αριστερά;
Γιατί έπρεπε να προηγηθεί η αποδόμηση του κομματικού χώρου που ο ίδιος δημιούργησε και υπηρέτησε πολιτικά; Αν οι ιδέες υπήρχαν ήδη, τί εμπόδιζε τη σύνθεση, τη συνεννόηση και την ανανέωση εκ των έσω; Εκτός κι αν το «νέο κύμα» δεν αφορά τελικά τις ιδέες αλλά τα πρόσωπα, τις ισορροπίες και την ανάγκη ενός νέου πολιτικού ελέγχου.
Αν πάλι το ζητούμενο του Αλέξη Τσίπρα ήταν πράγματι ένα «νέο κύμα» προσώπων, τότε το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο πιεστικό: Γιατί δεν το αναζήτησε και δεν το προώθησε το 2023, όταν ακόμη διέθετε τον πολιτικό χρόνο, το κύρος και τον κομματικό μηχανισμό για να το πράξει; Τι εμπόδιζε μια ουσιαστική ανανέωση στελεχών μέσα από τον ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς διασπάσεις, αποχωρήσεις και πολιτική αποσύνθεση;
Εκτός κι αν τελικά επιβεβαιώνεται η σκληρή λογική της αγγλικής παροιμίας πως «δεν μπορείς να φτιάξεις καινούρια παπούτσια με παλιό και φθαρμένο δέρμα». Αν αυτό ισχύει, τότε η σημερινή προσπάθεια μοιάζει να αποτελεί έμμεση παραδοχή ότι το παλιό πολιτικό υλικό είχε εξαντλήσει τα όριά του. Μόνο που τότε ανακύπτει ένα ακόμη δυσκολότερο ερώτημα: Ποιος είχε την ευθύνη για την επιλογή και τη φθορά αυτού του υλικού όλα τα προηγούμενα χρόνια;
Συνεχίζοντας τη σημειολογική ανάλυση της ομιλίας, της ιδρυτικής διακήρυξης του νέου κόμματος και των 7 δεσμεύσεων του κ. Τσίπρα εύκολα μπορεί κάποιος να επισημάνει την παντελή απουσία όρων που κυριαρχούσαν σε αντίστοιχα κείμενα του ΣΥΡΙΖΑ ή άλλων αριστερών κομμάτων, όπως : «Σοσιαλισμός», «καπιταλισμός», «εργατική τάξη», «ταξική πάλη», «προλεταριάτο», «κεφάλαιο», «ιμπεριαλισμός» κι άλλα…
Η απουσία αυτών των όρων-λέξεων από την ομιλία του Αλέξη Τσίπρα και από τις επτά δεσμεύσεις του νέου φορέα δεν είναι γλωσσική αβλεψία. Μοιάζει περισσότερο με συνειδητή πολιτική επιλογή. Ο πολιτικός λόγος του νέου εγχειρήματος επιχειρεί να απομακρυνθεί από το παραδοσιακό λεξιλόγιο της ιστορικής Αριστεράς, το οποίο για ένα μέρος της κοινωνίας παραπέμπει σε ιδεολογικές βεβαιότητες του 20ού αιώνα και όχι στις αγωνίες της σύγχρονης μεσαίας τάξης.
Το ενδιαφέρον πλέον μετατοπίζεται από τη «σύγκρουση-πάλη των τάξεων» στην «αποτελεσματική διακυβέρνηση» (κυβερνώσα αριστερά), από την ιδεολογική φόρτιση στον θεσμικό ορθολογισμό.
Πρόκειται, επομένως, και για στρατηγική διεύρυνσης προς ένα ευρύτερο κεντροαριστερό ακροατήριο, αλλά και για μία σαφή πολιτική μετατόπιση προς έναν πιο πραγματιστικό, κεντρώο και κυβερνητικά συμβατό λόγο.
Κατά τα άλλα ο κ. Τσίπρας μίλησε για μία “Ηθική Επανάσταση” και “έναν νέο Πατριωτισμό που συνδέεται με την κοινωνική δικαιοσύνη”.
Ηχηρή, επίσης, είναι και η απουσία αναφοράς σε θέματα Οικολογίας (Οικοδημοκρατία…) που παραδοσιακά ήταν προνομιούχος χώρος για κάθε αριστερό κόμμα.
Σχετικά με την επιλογή του εμφαντικού τίτλου «ΕΛ.Α.Σ» που προκάλεσε ήδη ποικίλα σχόλια και ιδιαίτερα το αστέρι στο γράμμα “Α” χρειάζεται ιδιαίτερος χώρος…
Κατά τα άλλα το ενδιαφέρον, πλέον μετατίθεται στο ντέρμπυ των προσεχών εκλογών για την κατάληψη της 2ης θέσης, αφού η 1η θέση κατά κοινή ομολογία όλων είναι ανήκει στη ΝΔ, απότοκο φαινόμενο της “Πολιτικής Ασυμμετρίας” που χαρακτηρίζει τη «Μελαγχολική Δημοκρατία» μας και γενικότερα το πολιτικό μας σύστημα εδώ και καιρό…
*Απορία Ψάλτου βηξ: Αλήθεια ποιο ελληνικό κόμμα δεν θα συμπεριελάμβανε στο κυβερνητικό του πρόγραμμα τις αποστεωμένες από κάθε παραδοσιακό αριστερό στοιχείο 7 δεσμεύσεις του κ.Τσίπρα;
Φαίνεται πως οι επικοινωνιολόγοι νίκησαν στα σημεία την αριστερόστροφη ιδρυτική διακήρυξη της "ΕΛ.Α .Σ".
Στην πολιτική επικοινωνία δεν αρκεί το "Μήνυμα", αλλά χρειάζεται και η "Εικόνα"...Και η Εικόνα προηγείται πάντοτε του Μηνύματος..
Σχόλια Αναγνωστών
Η πολιτική επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα και η ίδρυση της «ΕΛ.Α.Σ» επιχειρούν να παρουσιαστούν ως μια νέα αρχή για τον χώρο της Κεντροαριστεράς και της ευρύτερης Αριστεράς. Ωστόσο, πίσω από τη ρητορική της «επανεκκίνησης» αναδύονται σοβαρές αντιφάσεις που αποδυναμώνουν το αφήγημα του νέου εγχειρήματος.
1. Το παράδοξο του «νέου»
Το πρώτο και βασικότερο πρόβλημα αφορά την ίδια τη διακήρυξη περί «νέας πολιτικής αρχής». Δύσκολα μπορεί να πείσει ως πραγματικά νέο ένα πολιτικό σχήμα που συγκροτείται από πρόσωπα, μηχανισμούς και ιδεολογικά αντανακλαστικά του παρελθόντος.
Όταν ο ίδιος πολιτικός πρωταγωνίστησε επί δεκαπέντε χρόνια στον χώρο της Αριστεράς, κυβέρνησε, ηττήθηκε και αποχώρησε, τότε η επιστροφή του δεν εκλαμβάνεται εύκολα ως «ανανέωση», αλλά περισσότερο ως ανακύκλωση ενός ήδη δοκιμασμένου πολιτικού προϊόντος.
2. Η αντίφαση ανάμεσα στην «αλλαγή πολιτικής» και στις ιστορικές αναφορές.
Ο
Τσίπρας μίλησε για «αλλαγή πολιτικής», αλλά ταυτόχρονα αναζήτησε πολιτική
νομιμοποίηση μέσα από διαρκείς αναφορές στο ΕΑΜ, στην Αντίσταση, στην ΕΔΑ, στο
ΠΑΣΟΚ της Αλλαγής και στον ΣΥΡΙΖΑ της «Πρώτης Φοράς Αριστερά». Αυτό, όμως, δημιουργεί ένα εμφανές ιδεολογικό αδιέξοδο: Πώς
μπορεί να οικοδομηθεί κάτι πραγματικά νέο όταν το πολιτικό αφήγημα στηρίζεται
σχεδόν αποκλειστικά σε μνήμες, σύμβολα και ιστορικές αναφορές του παρελθόντος;
Η επίκληση της Ιστορίας λειτουργεί περισσότερο ως
συναισθηματικό καταφύγιο παρά ως πολιτική πρόταση για τα σημερινά αδιέξοδα.
3.Η
αποσιώπηση της κυβερνητικής εμπειρίας
Ένα
ακόμη κρίσιμο στοιχείο είναι η εμφανής προσπάθεια αποσύνδεσης του νέου φορέα
από τα τραυματικά στοιχεία της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.
Η ιδρυτική διακήρυξη μιλά για κοινωνική
δικαιοσύνη, θεσμούς και δημοκρατία, αλλά αποφεύγει τη βαθιά αυτοκριτική για: το
δημοψήφισμα του 2015, την πολιτική κωλοτούμπα, τη διάψευση των αντιμνημονιακών
προσδοκιών,
την υπερφορολόγηση της μεσαίας τάξης,
την πολιτική τοξικότητα της περιόδου 2015-2019.
Χωρίς ουσιαστική αυτοκριτική, όμως, η «επανεκκίνηση» μοιάζει περισσότερο με
επικοινωνιακή επανασυσκευασία παρά με πολιτική υπέρβαση.
4.Η ιδεολογική απονεύρωση της Αριστεράς
Η
απουσία εννοιών όπως «σοσιαλισμός», «εργατική τάξη», «κοινωνικό κίνημα»,
«ανισότητες του καπιταλισμού» ή «ταξικές συγκρούσεις» δεν είναι τυχαία. Το νέο εγχείρημα επιχειρεί να απομακρυνθεί από την παραδοσιακή αριστερή
ιδεολογία και να κινηθεί προς έναν ασαφή κεντροαριστερό πραγματισμό. Όμως, αυτή ακριβώς η μετάλλαξη γεννά ένα εύλογο ερώτημα: Αν το νέο κόμμα
εγκαταλείπει τα βασικά ιδεολογικά χαρακτηριστικά της ιστορικής Αριστεράς, τότε
τι ακριβώς το διαφοροποιεί από έναν γενικό σοσιαλδημοκρατικό ή κεντρώο φορέα
εξουσίας;
5.Η κυριαρχία της
επικοινωνίας πάνω στην πολιτική.
Η επιλογή του ονόματος «ΕΛ.Α.Σ», η σημειολογία
του αστεριού, οι αναφορές στον «νέο πατριωτισμό» και η έντονα σκηνοθετημένη
δημόσια εικόνα δείχνουν πως το νέο εγχείρημα επενδύει περισσότερο στη συμβολική
πολιτική και στην επικοινωνία παρά σε ένα σαφές ιδεολογικό σχέδιο.Το πρόβλημα είναι ότι η πολιτική δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στη δύναμη των
συμβόλων. Όταν η «εικόνα» προηγείται του περιεχομένου, τότε το κόμμα κινδυνεύει να
λειτουργήσει περισσότερο ως επικοινωνιακό brand παρά ως φορέας κοινωνικού
μετασχηματισμού.
6.Το ερώτημα της προσωπικής
φιλοδοξίας
Τέλος,
δεν μπορεί να αγνοηθεί και η προσωπική διάσταση της επιστροφής.Ένας πρώην
πρωθυπουργός που επιστρέφει τόσο γρήγορα μετά την αποχώρησή του δημιουργεί
αναπόφευκτα την αίσθηση πως η ανάγκη προσωπικής δικαίωσης υπερβαίνει την ανάγκη
συλλογικής ανασύνθεσης.
Έτσι, το νέο εγχείρημα κινδυνεύει να εκληφθεί όχι ως κοινωνική αναγκαιότητα,
αλλά ως πολιτική «ρεβάνς» ενός ηγέτη που επιδιώκει να ξαναγράψει το τελευταίο
κεφάλαιο της πολιτικής του διαδρομής. Και εκεί
ακριβώς βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αδυναμία της «ΕΛ.Α.Σ»: Ότι προς το παρόν
μοιάζει περισσότερο με την επιστροφή ενός γνώριμου πρωταγωνιστή παρά με τη
γέννηση ενός πραγματικά νέου πολιτικού αφηγήματος (N.T)
&. Το νέο εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα επιχειρεί να εμφανιστεί ως «νέα αρχή», όμως πίσω από τη ρητορική της ανανέωσης διακρίνεται περισσότερο η επιστροφή ενός γνώριμου πολιτικού πρωταγωνιστή παρά η γέννηση ενός πραγματικά νέου πολιτικού αφηγήματος. Η επίκληση ιστορικών συμβόλων, η απουσία ουσιαστικής αυτοκριτικής για την περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ και η ιδεολογική μετατόπιση προς έναν ασαφή κεντροαριστερό πραγματισμό δημιουργούν την αίσθηση πως πρόκειται περισσότερο για επικοινωνιακή επανασυσκευασία του παρελθόντος παρά για αυθεντική πολιτική επανεκκίνηση. Τελικά, το βασικό ερώτημα παραμένει ανοιχτό: πρόκειται για ένα νέο πολιτικό όραμα ή για μια προσπάθεια προσωπικής και ιστορικής δικαίωσης ενός ηγέτη που δεν αποδέχθηκε ποτέ οριστικά την πολιτική του «Ιθάκη»;

.jpg)



.jpg)
.jpg)

.jpg)
Πολύ καλησπέρα σας αγαπητέ μου κύριε Ηλία. Τι κάνετε; Εύχομαι να είστε πολύ καλά. Σας ευχαριστώ θερμά για την αποστολή του νέου σας άρθρου που εν προκειμένω αφορά την ανακοίνωση της ίδρυσης νέου πολιτικού κόμματος από τον πρώην πρωθυπουργό και πρόεδρο του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ), Αλέξη Τσίπρα. Εάν δε συνυπολογίσουμε το ότι έχει προηγηθεί και άρθρο για το νέο κόμμα της κυρίας Μαρίας Καρυστιανού, τότε αγαπητέ κύριε Ηλία, θα σας έλεγα πως με ολοκληρώσατε την συγγραφή δύο πολιτικών κατά κύριο λόγο, άρθρων. Εκτιμώ πως με ψυχραιμία και με τρόπο διεισδυτικό ερμηνεύετε την επανεμφάνιση Τσίπρα στην κεντρική πολιτική σκηνή από την οποία είχε αποχωρήσει όχι όταν παραιτήθηκε από βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά από την προεδρία του, τον Ιούνιο του 2023. Η δε επιλογή του ονόματος 'ΕΛΑΣ' (Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη), με τις συνδηλώσεις που έχει, εκφράζει την πρόθεση του επικεφαλής του να απευθυνθεί σε δύο κατηγορίες ψηφοφόρων: Αφενός μεν σε αυτούς που έχουν Αριστερές ιδεολογικές καταβολές και μπορεί να συνδέσουν το όνομα με την στρατιωτική οργάνωση του ΕΑΜ που έδρασε την περίοδο της Κατοχής (ΕΛΑΣ-Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός). Και, αφετέρου δε, σε κατά βάση συντηρητικούς ψηφοφόρους, απογοητευμένους από την Νέα Δημοκρατία αλλά που δεν έχουν αποφασίσει να μετακινηθούν σε κάποιο κόμμα στα δεξιά της. Αυτοί οι ψηφοφόροι που ομνύουν στην έννοια του πατριωτισμού μπορεί να συνδέσουν την ονομασία του κόμματος με την Ελλάδα, με αποτέλεσμα να τεθούν οι βάσεις ώστε να στραφούν προς το κόμμα Τσίπρα. Οι δε θέσεις που εξέφρασε, αποτελούν ένα συμπίλημα των ιδεών της ριζοσπαστικής Αριστεράς και της νέας και ριζοσπαστικής Σοσιαλδημοκρατίας η οποία αποδίδει μεγάλη έμφαση στη φορολόγηση του πλούτου (βλέπε τις συζητήσεις που έχει προκαλέσει στη Γαλλία η πρόταση του οικονομολόγου Γκαμπριέλ Ζουκμάν περί φορολόγησης του πλούτου). Εάν επιχειρήσω να εμβαθύνω περαιτέρω, θα σας έλεγα για την λαϊκιστική, αντι-τραπεζική ρητορική του, για την εμφανή, αλά Ομπάμα προσπάθεια του να συνεγείρει το ακροατήριο του (χωρίς να καταφέρει και πολλά), και επίσης, την έλλειψη αναφορών στους όρους 'κοινωνικό κίνημα' και 'κινηματικές διεργασίες', κάτι που αντιθέτως με τον Αλέξη Τσίπρα επιχείρησε η Μαρία Καρυστιανού την προηγούμενη εβδομάδα στο 'Ολύμπιον' στη Θεσσαλονίκη. Η Μαρία Καρυστιανού προέβη σε μία ανανοηματοδότηση του όρου 'κοινωνικό κίνημα', καθότι το προσέλαβε όχι ως 'οργανωμένη ομάδα που έχει σκοπό την άσκηση πίεσης προς την κυβέρνηση ή προς κάποιο καθεστώς με στόχο την επίτευξη στόχου ή στόχων δια της κινητοποίησης στο δρόμο', αλλά, με την αμιγώς πολιτική δράση και κινητοποίηση με στόχο την 'ανατροπή του σάπιου πολιτικού συστήματος'. Άρα, το κόμμα της 'λειτουργεί' ή θέλει να 'λειτουργήσει ως κίνημα', επιτυγχάνοντας αρχικά την είσοδο του στη Βουλή. Θερμά συγχαρητήρια αγαπητέ κύριε Ηλία!!
ΑπάντησηΔιαγραφήΑπό την στιγμή που κάποιοι κύκλοι είχαν αποφασίσει την επιστροφή του κ. Τσίπρα ώστε να είναι ο επόμενος πρωθυπουργός, μετά την δεύτερη θητεία του κ. Μητσοτάκη, ήδη από τις εκλογές του 2023, θεωρώ, πως όλα τα υπόλοιπα είναι απλά θεωρίες. Το παιχνίδι είναι στημένο. Όσο για την ανάλυση του Ηλία τι να πω; Ας τον καλέσει η κ. Καρυστιανού ή ο κ. Τσίπρας για λογογράφο και όχι μόνο. Όσο για την πρώτη θέση αυτή ανήκει στην αποχή η οποία ήταν στο 46%
ΑπάντησηΔιαγραφήΗ πιο κάτω παράγραφος είναι όλα τα λεφτά.
«Επιστροφές–καταστροφές». Το παλιό λαϊκό ρεφρέν μοιάζει να διεκδικεί δικαιωματικά μία θέση στη νέα πολιτική σεζόν. Γιατί στην Ελλάδα τίποτε δεν πεθαίνει οριστικά. Απλώς αποσύρεται προσωρινά, κάνει έναν κύκλο τηλεοπτικών εμφανίσεων, μερικές διαλέξεις περί “νέας προοδευτικής προοπτικής” και επιστρέφει ως “ιστορική ανάγκη”.
Ηλία τα είπες όλα.