ΜΑΛΤΑ: Μία Χώρα-Νησί που αγνόησαν οι αρχαίοι Έλληνες άποικοι

        &. Γράφει ο Ηλίας Γιαννακόπουλος, Blog "ΙΔΕΟπολις"

   *Από το "Μάλτα γιοκ" σε μία Μάλτα που βουλιάζει από τους Τουρίστες. 

          Όταν επισκέπτομαι ως Έλληνας μία ξένη χώρα ως τουρίστας ή ταξιδιώτης (η διαφορά τους είναι ουσιώδης) εκείνο που προσέχω κι αναζητώ είναι το ελληνικό στοιχείο που υπάρχει σε αυτήν*.

          Μπορεί αυτό να συνιστά μία προσωπική ιδιαιτερότητα, μία sui generis Ελληνολατρία ή τέλος πάντων το υγιές κατάλοιπο ενός παραδοσιακού υγιούς εθνοκεντρισμού. Εξάλλου αυτή η αναζήτηση πέραν όλων των άλλων θετικών που εμπεριέχει εμπλουτίζει την ιστοριογνωσία και την καλώς εννοούμενη "εθνική υπερηφάνεια".

            Σε ένα πρόσφατο ταξίδι μου στη Μάλτα, σε αυτήν την γήινη κουκίδα της Μεσογείου, είδα με έκπληξη την απουσία του ελληνικού στοιχείου σε αυτήν τη μικρή χώρα. Δεν θα μπορούσα να υπερηφανευτώ  ότι γνώριζα πολλά γι αυτήν τη χώρα που κατοικείται από τους  προϊστορικούς χρόνους.


         Θα αφήσω κατά μέρος τις φυσικές της ομορφιές και την ιστορία της, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία αλληλοδιαδοχή των κατακτητών (Φοίνικες, Καρχηδόνιοι, Άραβες, Ρωμαίοι και ων ουκ έστιν αριθμός- η τύχη των μικρών νησιωτικών νησιών-κρατών  γαρ της Μεσογείου).
        Ωστόσο, εκείνο που πρέπει να επισημανθεί και να καταγραφεί ως ταυτοτικό στοιχείο της Μάλτας είναι η ξεχωριστή θέση που κατέχουν οι Ιππότες ανάμεσα στους κατακτητές. Κι αυτό γιατί είναι αυτοί που διαμόρφωσαν την ταυτότητα της σύγχρονης  Μάλτας και ιδιαίτερα της πρωτεύουσάς της (Βαλέτας).
         Η παλιά πόλη ελκύει χιλιάδες-εκατομμύρια επισκέπτες κάθε χρόνο δίνοντας έτσι οικονομικές ανάσες στην οικονομία της.
        Οι επιβλητικοί ναοί και τα παραδοσιακά κτίρια αποτελούν πηγή έλξης χιλιάδων-εκατομμυρίων τουριστών που ωστόσο όταν συγκριθούν με τα σημερινά τσιμεντένια οικιστικά κτίρια προκαλούν κατάθλιψη. Ιδιαίτερα η εικόνα κάποιων περιοχών όπου τα νεότερα κακόγουστα τσιμεντένια ξενοδοχειακά τέρατα βρίσκονται δίπλα στα παραδοσιακά κτίρια της εποχής των ιπποτών επιτείνουν την κατάθλιψη και την μετατρέπουν σε οργή για την σύγχρονη αισθητική οικιστική βαρβαρότητα.

            Επειδή, όμως, ο σκοπός αυτού του άρθρου δεν είναι η καταγγελία αυτού του "αισθητικού και οικιστικού εγκλήματος" (κάτι ξέρει από αυτό η Ελλάδα...), αλλά η παρουσία-απουσία του ελληνικού στοιχείου στη χώρα της Μάλτας θα αρκεστώ σε μία “ιστορική παραδοξότητα” που χρήζει ιστορικής ερμηνείας.

          Η "παραδοξότητα" αυτή εντυπώθηκε στο νου μου στο βαθμό που είχα να συγκρίνω τις εντυπώσεις μου (σχετικά με την παρουσία του ελληνικού στοιχείου στην Μάλτα) με εκείνες από την επίσκεψή μου στη Σικελία.
        Τα μεγέθη της παρουσίας του ελληνικού στοιχείου-πολιτισμού στα δύο αυτά νησιωτικά συγκροτήματα είναι συντριπτικά υπέρ της Σικελίας. Στη Σικελία νιώθεις πως ζεις στην αρχαία Ελλάδα (ναοί, αρχαιολογικά ευρήματα, φιλόσοφοι...), αφού σε αυτήν το αρχαίο ελληνικό πνεύμα αναπνέει ακόμη.

         Η καταγραφή των ελληνικών ναών και άλλων αρχαιολογικών ευρημάτων θα ήταν κουραστική, αφού είναι γνωστό σε όλους πως η Σικελία μαζί με την κάτω Ιταλία μάς παραπέμπουν στη γνωστή "Μεγάλη Ελλάδα".

         Ας επιστρέψουμε όμως στο "ιστορικό παράδοξο" και λίγο δυσερμήνευτο συνάμα, όπως τουλάχιστον το ένιωσα εγώ. Στη σύγχρονη Μάλτα σπανίζουν (μέχρι ανυπαρξίας) τα στοιχεία που να μαρτυρούν την παρουσία των αρχαίων Ελλήνων στο νησί αυτό που βρίσκεται μία αναπνοή από τη Σικελία.
           Πώς εξηγείται η αδιαφορία των αρχαίων Ελλήνων αποίκων προς τη Μάλτα; Γιατί αυτή η απουσία ενδιαφέροντος των αρχαίων Ελλήνων αποίκων προς ένα νησί που δεν προκαλούσε και τον τρόμο στους επίδοξους κατακτητές του;

          Επειδή, όμως τίποτα δεν είναι αναιτιολόγητο και επειδή στην ιστορική ζωή των κρατών τα οποιαδήποτε γεγονότα δεν ευδοκιμούν στο "ιστορικό κενό", ας προσπαθήσουμε να αιτιολογήσουμε την "περιφρόνηση" των αρχαίων Ελλήνων αποίκων προς τη Μάλτα. 

          Το «ιστορικό παράδοξο» που επισημάναμε δεν είναι τόσο μια συνειδητή αγνόηση-περιφρόνηση των αρχαίων Ελλήνων προς τη Μάλτα, όσο αποτέλεσμα συγκεκριμένων γεωπολιτικών, οικονομικών και πολιτισμικών επιλογών του αρχαίου ελληνικού αποικισμού.

       Πρώτον, ο ελληνικός αποικισμός (8ος–6ος αι. π.Χ.) δεν εξαπλώθηκε τυχαία, αλλά ακολούθησε δίκτυα εμπορίου και στρατηγικών συμφερόντων.

        Η Σικελία και η Κάτω Ιταλία (η λεγόμενη Μεγάλη Ελλάδα) προσέφεραν εύφορες εκτάσεις, άφθονο νερό και σημαντικές εμπορικές δυνατότητες. Αντίθετα, η Μάλτα, με περιορισμένους φυσικούς πόρους και μικρή γεωργική παραγωγικότητα, δεν αποτελούσε ελκυστικό στόχο για μαζική αποίκιση.

         Οι Έλληνες δεν αναζητούσαν απλώς νησιά, αλλά βιώσιμα οικονομικά οικοσυστήματα.

            Δεύτερον, η Μάλτα βρισκόταν ήδη μέσα στη σφαίρα επιρροής ισχυρών θαλάσσιων δυνάμεων, κυρίως των Φοινίκων και αργότερα της Καρχηδόνας. Οι Φοίνικες είχαν αναπτύξει εμπορικούς σταθμούς στο νησί πολύ πριν την κορύφωση του ελληνικού αποικισμού, δημιουργώντας ένα «κλειστό» δίκτυο επιρροής που δύσκολα θα αμφισβητούσαν οι Έλληνες χωρίς σοβαρό κόστος. Αντίθετα, στη Σικελία υπήρχε μεγαλύτερο περιθώριο εγκατάστασης και ανταγωνισμού.

            Τρίτον, ο χαρακτήρας της Μάλτας ως διαμετακομιστικού κόμβου-και όχι ως αυτόνομου παραγωγικού κέντρου-την καθιστούσε περισσότερο χρήσιμη ως ενδιάμεσος σταθμός παρά ως αποικία. Οι Έλληνες συχνά προτιμούσαν να ελέγχουν τέτοιους κόμβους εμμέσως μέσω εμπορικών σχέσεων, παρά με άμεση εγκατάσταση πληθυσμών.

         Τέλος, δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε ότι η «απουσία» ελληνικού στοιχείου δεν είναι απόλυτη, αλλά σχετική. Υπάρχουν ενδείξεις επαφών και πολιτισμικών επιρροών, όμως αυτές δεν πήραν τη μορφή ισχυρών πόλεων-κρατών, όπως οι Συρακούσες ή ο Ακράγας στη Σικελία. Έτσι, η ιστορική μνήμη διατηρεί έντονα ό,τι άφησε μνημειακά ίχνη - και η Μάλτα, σε αυτό το επίπεδο, ανήκει περισσότερο στη φοινικική και μετέπειτα ρωμαϊκή και ιπποτική παράδοση.

        Συνεπώς, η «αδιαφορία» των αρχαίων Ελλήνων δεν ήταν αμέλεια ή άγνοια, αλλά επιλογή προσαρμοσμένη στις συνθήκες της εποχής: Μία ψυχρή, ρεαλιστική εκτίμηση κόστους και οφέλους μέσα στον ανταγωνιστικό κόσμο της αρχαίας Μεσογείου.

             Έτσι, το νησί παρέμεινε περισσότερο σταθμός ναυσιπλοΐας και εμπορικής διέλευσης παρά στόχος οργανωμένου αποικισμού, γεγονός που αποτυπώνεται και στην περιορισμένη αρχαιολογική μαρτυρία ελληνικής παρουσίας.

            Συνεπώς, η «αδιαφορία» υπήρξε στρατηγική αποφυγή και όχι ιστορική παράλειψη.

          H “σιωπή” των αρχαίων Ελλήνων απέναντι στη Μάλτα δεν είναι ένα κενό της ιστορίας, αλλά μια εύγλωττη επιλογή.

          Σε έναν κόσμο όπου η θάλασσα ήταν δρόμος και υπόσχεση, η παράκαμψη ενός τόπου φανερώνει τα όρια του οράματος και τις προτεραιότητες της εποχής.

           Η Μάλτα έμεινε έξω από τον ελληνικό αποικιακό χάρτη όχι επειδή δεν υπήρχε («Μάλτα γιοκ»), αλλά επειδή δεν εξυπηρετούσε το άμεσο συμφέρον, την ασφάλεια ή την οικονομική στρατηγική των πόλεων-κρατών.    

                 Έτσι, η απουσία γίνεται παρουσία: Μία υπενθύμιση ότι η ιστορία δεν γράφεται μόνο από όσα έγιναν, αλλά και από όσα συνειδητά παραλείφθηκαν.

           Αιώνες αργότερα, το νησί απέκτησε τον ρόλο που κάποτε του αρνήθηκαν άλλοι. Η Βαλέτα, δημιούργημα των Ιπποτών, δεν είναι απλώς μια πόλη, αλλά η καρδιά που τροφοδοτεί οικονομικά και πολιτισμικά τη Μάλτα.

         Με τη στρατηγική της θέση, την αρχιτεκτονική της επιβλητικότητα και τη συνεχή της παρουσία ως διοικητικό και τουριστικό κέντρο, λειτουργεί ως μοχλός ανάπτυξης και διεθνούς ακτινοβολίας. Εκεί όπου οι αρχαίοι Έλληνες δεν είδαν προοπτική, η ιστορία απέδειξε πως ο χώρος μπορούσε να μετατραπεί σε πυρήνα δύναμης. 

              Η Μάλτα σήμερα «ανασαίνει» οικονομικά μέσα από τη Βαλέτα, δικαιώνοντας, έστω καθυστερημένα, τη γεωγραφία της.Αρχή φόρμας

             Η οικονομική ευφορία ορισμένων πόλεων και χωρών συχνά δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη σύγχρονη παραγωγή τους, αλλά σε ένα παράδοξο ιστορικό κεφάλαιο: Τα κτίσματα που άφησαν πίσω τους οι κατακτητές. Στη Ρόδο, για παράδειγμα, τα επιβλητικά τείχη και η μεσαιωνική πόλη των Ιπποτών λειτουργούν ως ζωντανό μουσείο που προσελκύει χιλιάδες επισκέπτες ετησίως, μετατρέποντας την ιστορική μνήμη σε οικονομικό πόρο.

            Αντίστοιχα, στη Βαλέτα, η αρχιτεκτονική κληρονομιά των Ιωαννιτών Ιπποτών και των μεταγενέστερων κυρίαρχων έχει διαμορφώσει μια πόλη-σύμβολο, όπου κάθε πέτρα αφηγείται ιστορίες εξουσίας και επιβολής, αλλά ταυτόχρονα παράγει σύγχρονο πλούτο μέσω του τουρισμού. 

           Το φαινόμενο αυτό εγείρει ένα ενδιαφέρον δίλημμα: Οι κατακτητές, ενώ υπήρξαν φορείς κυριαρχίας και συχνά καταπίεσης, άφησαν πίσω τους υποδομές και αισθητικά επιτεύγματα που σήμερα αποτελούν τη βάση της τοπικής οικονομίας. Έτσι, οι κοινωνίες αυτές καλούνται να διαχειριστούν δημιουργικά μια κληρονομιά που δεν τους ανήκε αρχικά, μετατρέποντας το παρελθόν της επιβολής σε παρόν ευημερίας και πολιτιστικής ανάδειξης.

 

       Και εκεί που το “Μάλτα γιοκ” μας διασκέδαζε με την αφέλεια ή ανικανότητα των Τούρκων, σήμερα η Μάλτα είναι παρούσα και κατακλύζεται από χιλιάδες-εκατομμύρια τουρίστες που ως ένα σημείο αδυνατεί να διαχειριστεί.

                                                   Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Η

         *Πρεσβευτής του Ελληνικού  πνεύματος  στη Μάλτα είναι  το κτίριο της Εθνικής Βιβλιοθήκης στην είσοδο της οποίας και σε διακριτό σημείο δεσπόζει το BIBLIOTHECA, παραπέμποντας ευθέως στην ελληνική γλώσσα.

         Η ελληνική γλώσσα στην ταμπέλα της βιβλιοθήκης στη Μάλτα λειτουργεί ως διακριτική αλλά ουσιαστική γέφυρα πολιτισμού. Υπενθυμίζει τη διαχρονική επιρροή του ελληνικού πνεύματος στη Μεσόγειο και προσδίδει κύρος στον χώρο της γνώσης, αναδεικνύοντας τη συνέχεια και την αντοχή της γλωσσικής μας κληρονομιάς.

        Το γεγονός ότι η ταμπέλα γράφτηκε στα ελληνικά και όχι στα μαλτέζικα υποδηλώνει το κύρος που αποδιδόταν στην ελληνική ως γλώσσα παιδείας και επιστήμης. Φανερώνει μια συνειδητή επιλογή προβολής πολιτισμικής ανωτερότητας και ένταξης σε ένα ευρύτερο πνευματικό και ιστορικό πλαίσιο της Μεσογείου.

 

 

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα, Γ΄ Λυκείου (Νέες τεχνολογίες – Τεχνητή Νοημοσύνη)

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα και τη Λογοτεχνία, Γ΄ Λυκείου (Βία)

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα, Γ΄ Λυκείου (Φανατισμός)

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία, Γ΄ Λυκείου (Πόλεμος - Ειρήνη)