«Την Πατρίδα μ΄ έχασα»: Ένα τραγούδι μοιρολόι και θρήνος
*Γράφει ο Ηλίας Γιαννακόπουλος, Blog "ΙΔΕΟπολις"
&. Αφιέρωμα στην Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου
“Την πατρίδα μ’ έχασα,/έκλαψα κι επόνεσα!/Λύουμαι κι αροθυμώ/[όι, όι! όι, όι!]/Ν’ ανασπάλω ’κ’ επορώ!/
Μίαν κι άλλο ση ζωή μ’,/σο πεγάδι μ’ σην αυλή μ’/νερόπον ας έπινα/[όι, όι! όι, όι!]/και τ’ ομμάτι͜α μ’ έπλυνα/
Τα ταφία μ’ έχασα,/ντ’ έθαψα ’κ’ ενέσπαλα!/Τ’ εμετέρτς αναστορώ/[όι, όι! όι, όι!]/και σο ψ̌όπο μ’ κουβαλώ!/
Μίαν κι άλλο ση ζωή μ’,/σο πεγάδι μ’ σην αυλή μ’/νερόπον ας έπινα/όι, όι! όι, όι!]/και τ’ ομμάτι͜α μ’ έπλυνα” (Παραδοσιακό Ποντιακό τραγούδι)
(Την πατρίδα μου έχασα,/έκλαψα και πόνεσα./Κλαίω και νοσταλγώ, όι όι/να ξεχάσω δεν μπορώ./
[Ρεφραίν:]
Άλλη μια φορά στη ζωή μου/στο πηγάδι μου στην αυλή μου./Να έπινα νερό, όι όι/και να έπλυνα τα μάτια μου./
Έχασα τους τάφους μου/αυτούς που έθαψα και δεν ξέχασα./Θυμάμαι τους δικούς μου, όι όι/και στην ψυχή μου τους κουβαλώ).
Υπάρχουν ιστορικά γεγονότα που καταγράφονται στα βιβλία, στις μαρτυρίες και στα μνημεία, και υπάρχουν κι εκείνα που επιβιώνουν κυρίως μέσα από έναν θρήνο, μια μελωδία, έναν σπαρακτικό στίχο που γίνεται συλλογική μνήμη.
Η γενοκτονία των Ποντίων ανήκει σε αυτή τη δεύτερη, σπάνια κατηγορία, όπου η Ιστορία συναντά την τέχνη με τρόπο σχεδόν απόλυτο. Είναι από τις ελάχιστες περιπτώσεις που ένα τραγούδι κατορθώνει να ταυτιστεί τόσο βαθιά με ένα ιστορικό γεγονός που σκόρπισε ανείπωτο προσωπικό πόνο και άφησε ανεπούλωτες εθνικές πληγές.
Το ποντιακό μοιρολόι «Την Πατρίδα μ’ έχασα…» δεν λειτουργεί απλώς ως μουσικό άκουσμα· μετατρέπεται σε ζωντανό μνημείο μνήμης και οδύνης. Δύσκολα μπορεί κανείς να αποφανθεί τι συγκλονίζει περισσότερο: Οι στίχοι, που αποτυπώνουν με ποιητική λιτότητα τον ξεριζωμό, την απώλεια και τον ανθρώπινο θρήνο, ή η μουσική, που κατορθώνει να μεταμορφώσει το γλωσσικά άρρητο σε βαθύ υπαρξιακό βίωμα.
Ίσως πάλι να είναι η ραγισμένη φωνή του τραγουδιστή ή οι μελαγχολικές νότες της ποντιακής λύρας που εισχωρούν στα άδυτα της ψυχής και μετατρέπουν τον ατομικό οδυρμό σε κοινό, εθνικό κλάμα.
Η δύναμη του ποντιακού τραγουδιού «Την Πατρίδα μ’ έχασα…» υπερβαίνει πολλές φορές ακόμη και την αξία χιλιάδων σελίδων ενός ιστορικού βιβλίου, γιατί εκεί όπου η ψυχρή καταγραφή των γεγονότων αδυνατεί να συγκλονίσει, η μουσική και ο στίχος κατορθώνουν να αφυπνίσουν συνειδήσεις και να γεννήσουν βαθιά ανθρώπινα συναισθήματα.
Ένα ιστορικό κείμενο πληροφορεί, ερμηνεύει και τεκμηριώνει. Το τραγούδι, όμως, κάνει τον ακροατή να βιώνει εσωτερικά τον πόνο του ξεριζωμού, την απώλεια της πατρίδας, το πένθος για τους νεκρούς και τη νοσταλγία για έναν κόσμο που χάθηκε βίαια. Μέσα από τη θρηνητική μελωδία της ποντιακής λύρας και τους σπαρακτικούς στίχους, η ατομική οδύνη μετατρέπεται σε συλλογική μνήμη και εθνική συνείδηση.
Έτσι, ο αναγνώστης-ακροατής δεν μένει απλός θεατής της Ιστορίας, αλλά συμμετέχει συναισθηματικά σε αυτήν, μεταπλάθοντας την πίκρα του εθνικού πάθους σε γνώση, ιστορική εγρήγορση και αγανάκτηση απέναντι στην κτηνωδία και τη βαρβαρότητα που οδήγησαν στον διωγμό, στις σφαγές και στον ξεριζωμό χιλιάδων Ελλήνων του Πόντου από τα πατρογονικά τους χώματα, στο όνομα ανομολόγητων εθνικιστικών σκοπιμοτήτων.
Το ποντιακό τραγούδι «Την Πατρίδα μ’ έχασα» δεν είναι απλώς ένα άκουσμα γεμάτο θλίψη· είναι ένα μοιρολόι της μνήμης και της Ιστορίας. Μέσα από τους στίχους του ξεδιπλώνεται ο πόνος του ξεριζωμένου ανθρώπου που έχασε όχι μόνο έναν τόπο, αλλά τις ρίζες, τους ανθρώπους, τα βιώματα και τις αναμνήσεις του.
Η λέξη «πατρίδα» εδώ δεν σημαίνει μόνο γη. Σημαίνει το σπίτι, την αυλή, το πηγάδι, τις εκκλησίες, ακόμη και τους τάφους των προγόνων. Το τραγούδι γίνεται η φωνή όλων εκείνων που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη γη τους και να κουβαλούν μέσα τους έναν αθεράπευτο καημό.
Ο ξεριζωμένος άνθρωπος νιώθει σαν δέντρο που κόπηκε από τις ρίζες του. Όπου κι αν βρεθεί, όσο κι αν προσπαθήσει να χτίσει μια νέα ζωή, μέσα του υπάρχει ένα κενό που δεν γεμίζει. Η νοσταλγία γίνεται μόνιμος σύντροφος και οι μνήμες επιστρέφουν βασανιστικά. Οι στίχοι για το «πεγάδι στην αυλή» και τα «έρημα μοναστήρια» αποκαλύπτουν πως ο άνθρωπος δεν πονά μόνο για έναν γεωγραφικό χώρο, αλλά για όσα έδιναν νόημα στην ύπαρξή του.
Ο πρόσφυγας κουβαλά την πατρίδα μέσα στην ψυχή του, ακόμη κι όταν όλα γύρω του αλλάζουν.
Κανείς δεν έχει το ηθικό δικαίωμα να στερήσει από έναν άνθρωπο την πατρίδα του. Οι πόλεμοι, οι εθνικισμοί, οι διωγμοί και τα πολιτικά συμφέροντα υπήρξαν συχνά οι αιτίες που εκατομμύρια άνθρωποι έγιναν πρόσφυγες.
Η απώλεια της πατρίδας είναι μια μορφή βίαιου ακρωτηριασμού της ανθρώπινης ταυτότητας. Όταν κάποιος χάνει τον τόπο του, χάνει μαζί ένα κομμάτι της ιστορίας και της ψυχής του. Γι’ αυτό και το δράμα του ξεριζωμού δεν αφορά μόνο το παρελθόν των Ποντίων ή άλλων λαών, αλλά αποτελεί μια διαχρονική πληγή της ανθρωπότητας.
Μπορεί άραγε κάποιος να ξεπεράσει αυτόν τον πόνο; Ίσως να μάθει να ζει μαζί του, αλλά ποτέ να τον σβήσει ολοκληρωτικά. Ο χρόνος απαλύνει την οδύνη, δεν εξαφανίζει όμως τη μνήμη. Η πατρίδα γίνεται εικόνα, τραγούδι, προσευχή και δάκρυ. Γίνεται η αφήγηση που περνά από γενιά σε γενιά, ώστε να μη χαθεί η μνήμη. Ο άνθρωπος μπορεί να αποκτήσει νέα σπίτια, νέους φίλους και νέες πατρίδες, όμως η πρώτη πατρίδα μένει βαθιά χαραγμένη στην καρδιά του.
Ο επίλογος αυτού του τραγουδιού είναι ένα παράπονο που μοιάζει αιώνιο. Το «όι, όι» ακούγεται σαν λυγμός ενός λαού που αρνείται να ξεχάσει. Τα λόγια του τραγουδιού δεν εκφράζουν μόνο θρήνο· εκφράζουν και μια σιωπηλή αντίσταση απέναντι στη λήθη. Το κλάμα του ξεριζωμένου γίνεται φωνή μνήμης και αξιοπρέπειας.
Γιατί
τελικά η πατρίδα μπορεί να χαθεί από
τα χέρια του ανθρώπου, ποτέ όμως ολοκληρωτικά από την ψυχή του.
Το ποντιακό τραγούδι «Την Πατρίδα μ’ έχασα» δεν αποτελεί απλώς ένα μουσικό άκουσμα μνήμης, αλλά μια βαθιά βιωματική κατάθεση ψυχής που κατορθώνει να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στο ατομικό και στο συλλογικό βίωμα. Μέσα από τους σπαρακτικούς στίχους και τη θρηνητική μελωδία της ποντιακής λύρας, το ανοίκειο γίνεται οικείο, αφού ακόμη και εκείνος που δεν έζησε τον ξεριζωμό αισθάνεται σαν να κουβαλά μέσα του το τραύμα της απώλειας.
Η προσωπική ιστορία του πρόσφυγα, της μάνας που θρηνεί, του ανθρώπου που χάνει τη γη και τις ρίζες του, μεταμορφώνεται σε κοινό βίωμα ενός ολόκληρου λαού.
Έτσι, ο προσωπικός πόνος αποκτά κοινωνικές και εθνικές διαστάσεις, ενώ το ατομικό κλάμα γίνεται φωνή συλλογικής μνήμης και ιστορικής συνείδησης. Το τραγούδι κατορθώνει να μεταπλάσει τη θλίψη σε εθνικό θρήνο, αλλά και σε εσωτερική δύναμη αντίστασης απέναντι στη λήθη.
Παράλληλα, το παράπονο και ο λυγμός που αναδύονται από τη μουσική μετατρέπονται σε σιωπηλή οργή απέναντι στη βαρβαρότητα και στον ξεριζωμό, διατηρώντας άσβεστη τη μνήμη της γενοκτονίας των Ποντίων μέσα στον ιστορικό χρόνο.
Το «Την Πατρίδα μ’ έχασα» δεν είναι μόνο ένα ποντιακό μοιρολόι· είναι η κραυγή όλων των ξεριζωμένων της Ιστορίας. Μέσα από τους στίχους του, ο πόνος της Γενοκτονίας των Ποντίων μετατρέπεται σε μνήμη, η μνήμη σε χρέος και το δάκρυ σε οργή απέναντι σε κάθε μορφή βαρβαρότητας.
Το τραγούδι αυτό μάς θυμίζει πως η απώλεια της Πατρίδας δεν είναι μόνο απώλεια τόπου, αλλά απώλεια ρίζας, ταυτότητας και ψυχής. Και μαζί γεννά μία πανανθρώπινη ευχή: Να μη γνωρίσει ποτέ ξανά κανένας λαός τον ξεριζωμό, να μη μείνει κανένα παιδί ορφανό από γη, μνήμη και πατρίδα.


.jpg)




Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου