“OΙΔΑ”: Ένα γλωσσικό οδοιπορικό στον αστερισμό του “Οίδα” = Γνωρίζω
*Γράφει ο Ηλίας Γιαννακόπουλος, Blog "ΙΔΕΟπολις"
&. Η γλωσσική και νοηματική διαδρομή του "ΟΙΔΑ"
Με αφορμή μια τυχαία αλλά βαθιά συγκινητική ακρόαση των Ευαγγελίων της Μεγάλης Εβδομάδας, την προσοχή μου απορρόφησε μία φράση του Χριστού προς τους δύο μαθητές του Ιάκωβο και Ιωάννη: «Ου γαρ οίδατε τι αιτείσθε».
Η λέξη «οίδα» λειτούργησε σαν γλωσσικό έναυσμα, σχεδόν εμμονικό, οδηγώντας με σε μια αναζήτηση των χρήσεών της και των παραγώγων της στην αρχαία και στη νέα ελληνική γλώσσα. Από την έννοια της γνώσης και της συνείδησης έως τις σύγχρονες εκφράσεις, το ρήμα αυτό άνοιξε έναν δρόμο εσωτερικής και γλωσσικής διερεύνησης, όπου η γλώσσα συνιστά το εργαλείο με το οποίο σκεφτόμαστε αλλά ταυτόχρονα και το όχημα-ένδυμα της σκέψης μας.
Η έννοια του «οἶδα» αποτελεί έναν από τους θεμελιώδεις άξονες της αρχαιοελληνικής σκέψης, καθώς δεν περιορίζεται σε μια απλή γνωστική λειτουργία, αλλά επεκτείνεται στην αυτογνωσία και την ηθική επίγνωση. Από τον Σωκράτη και τον Οιδίποδα, από τον Αριστοτέλη και τον Πρωταγόρα έως και τη διδασκαλία του Ιησού Χριστού, η γνώση συνδέεται άρρηκτα με την ευθύνη και τη συνείδηση των ορίων του ανθρώπου.
Το «οἶδα» γίνεται έτσι όχι μόνο δήλωση γνώσης, αλλά και αφετηρία αναζήτησης, αμφισβήτησης και εσωτερικής καλλιέργειας.
Το ρήμα οἶδα (παρακείμενος με ενεστωτική χρήση) το χρησιμοποιούμε καθημερινά στον λόγο μας. Οι λέξεις “Είδηση, Συνείδηση, Ιστορία” προέρχονται από τα διαφορετικά του θέματα. Πρόκειται γραμματικά για τον παρακείμενο του ρήματος “Εἴδω” < από το Fείδω (σανσκριτικό), ο οποίος στη συνέχεια επικράτησε με τη σημασία ενεστώτα.
Το “Εἴδω”, το οποίο σήμαινε “Βλέπω” και “Γνωρίζω” , έπεσε στη συνέχεια σε αχρηστία καθώς το αντικατέστησε το “ὁράω” για τη σημασία του “βλέπω” και το “οἶδα “ για τη σημασία του γνωρίζω.
Υπάρχουν τρία ρήματα της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας, που συνηθίζουμε να μεταφράζουμε ως “ γνωρίζω”. Το Οἶδα , το Επίσταμαι και το Γιγνώσκω. Μία λεπτή σημασιολογική διαφορά τα χωρίζει.
Το Επίσταμαι που κατά λέξη σημαίνει ότι “στέκομαι πάνω από” έχει την έννοια της εποπτείας της σφαιρικής γνώσης ενός θέματος που είναι μετρήσιμο. Εντάσσεται επομένως όπως δηλώνει και η λέξη στην επιστήμη.
Το Γιγνώσκω εμπεριέχει την έννοια της κρίσης. Έχω τη δυνατότητα να γνωρίζω, επομένως έχω και τη δυνατότητα να κρίνω, να αντιληφθώ κάτι πέραν του μετρήσιμου.
Το Οἶδα είναι αυτό που εμπεριέχει την έννοια του βιώματος. Δεν το γνωρίζω απλά, το έχω βιώσει μέσα μου. Είναι μια καταγραμμένη γνώση, κάτι που μόνο εγώ μπορώ να γνωρίζω με τον τρόπο που το γνωρίζω.
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ-ΠΑΡΑΓΩΓΑ
ΘΕΜΑΤΑ: Οιδ-, ΕΙδ-, Ιδ-
ΘΕΜΑ Οιδ-: Oίδα, Οίδασιν…
ΘΕΜΑ Ειδ-: Eιδήμων, Είδησις, Συνείδησις (συνειδώς), Είδος, Ειδής, Είδωλον…
ΘΕΜΑ Ίδ-: Ιδέα, Ιστέον, Ιστορία, Ίστωρ
Από το ταπεινό «οἶδα» του τραγικού ανθρώπου έως το υψηλό «εἰδέναι» του φιλοσόφου και τη βαθειά ηθική εγρήγορση του «συνειδότος», η ελληνική σκέψη χαράσσει μια πορεία που δεν είναι απλώς γλωσσική, αλλά βαθύτατα υπαρξιακή. Ο Αχιλλέας σε μία σπαρακτική ομολογία προλέγει τον τόπο του θανάτου του. Ο Σωκράτης διακηρύσσει πως η γνώση-σοφία του περνά μέσα από την ομολογία της άγνοιας. Ο Σοφοκλής φανερώνει την τραγική ειρωνεία της γνώσης: Ο άνθρωπος νομίζει πως γνωρίζει, ενώ βυθίζεται στην άγνοια. Ο Αριστοτέλης ανυψώνει αυτή την αναζήτηση σε φυσικό προορισμό του ανθρώπου, καθιστώντας το «εἰδέναι» την ίδια την ουσία της πνευματικής του ύπαρξης. Ο Πρωταγόρας αμφισβητεί ευθέως την ύπαρξη των Θεών, αφού πολλά πράγματα εμποδίζουν τον άνθρωπο για να τους γνωρίσει («περί μεν θεών ουκ έχω ειδέναι»). Τέλος οι Ευαγγελιστές με την επικουρία του «Οίδα» περιγράφουν τις τελευταίες στιγμές του Θεανθρώπου, ως ανθρώπου επί της Γης.
Το «Οίδα» στον Όμηρο
Στον Όμηρο, Ιλιάδα (Α,70) η φράση «ὃς ᾔδη τά τ’ ἐόντα τά τ’ ἐσσόμενα πρό τ’ ἐόντα» (μάντης Κάλχας) αναφέρεται σε γνώση σχεδόν προφητική, που υπερβαίνει τα ανθρώπινα όρια. Έτσι, το «οἶδα» λειτουργεί άλλοτε ως δήλωση άγνοιας, άλλοτε ως κορύφωση σοφίας και άλλοτε ως γνώση θεϊκής τάξεως, αποτυπώνοντας τη βαθιά φιλοσοφική και ποιητική διάσταση της ελληνικής γλώσσας.
Στο παρακάτω απόσπασμα ο Αχιλλέας σε μία δραματική του εξομολόγηση-απάντηση στον Ξάνθο (Θεός ποταμός) επισημαίνει το επερχόμενο βιολογικό του τέλος χρησιμοποιώντας το *Οίδα- συνοδευόμενο από το *ευ.
"Ευ νυ το οίδα και αυτός, ό μοι μόρος ενθάδ΄ ολέσθαι" (Ιλιάδα, Τ,421, Τώρα, βέβαια καλά γνωρίζω και ο ίδιος, ότι μού είναι η μοίρα μου εδώ να πεθάνω) .
Το εκκρεμές του Οιδίποδα: Από το «Οίδα» στο «Ουκ Οίδα»
ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ: «σὺ καὶ
δέδορκας κοὐ βλέπεις ἵν᾽ εἶ κακοῦ,/οὐδ᾽ ἔνθα ναίεις, οὐδ᾽ ὅτων οἰκεῖς μέτα./ἆρ᾽ οἶσθ᾽ ἀφ᾽ ὧν εἶ;» (Σου λέω λοιπόν πως βλέπεις
κι όμως δε βλέπεις, πως κολυμπάς στη συμφορά. Δεν ξέρεις που
κατοικείς και με ποιους συνοικείς. Ξέρεις πούθε κρατά η γενιά σου;).
Στο απόσπασμα αυτό, ο Τειρεσίας αποδομεί την ψευδαίσθηση γνώσης του Οιδίποδα. Το «ἆρ’ οἶσθα» λειτουργούν δραματικά και ειρωνικά: O ήρωας, που φημίζεται για τη σοφία του, αποδεικνύεται ανίδεος ως προς την ίδια του την ύπαρξη. Η γνώση μετατρέπεται σε αίνιγμα, και το «οἶδα» από βεβαιότητα γίνεται ερώτημα. Εδώ κορυφώνεται η τραγική ιδέα ότι η βαθύτερη άγνοια είναι η άγνοια του εαυτού μας. Αυτή είναι μία ιδέα που διαπερνά ολόκληρη την αρχαία ελληνική σκέψη.
OIΔΙΠΟΔΑΣ: “οἴμοι τάλας· ἔοικ᾽ ἐμαυτὸν εἰς ἀρὰςδεινὰς προβάλλων ἀρτίως οὐκ εἰδέναι” (Αλίμονο ο ταλαίπωρος! Δεν ήξερα πρωτύτερα πως καταριόμουν τον εαυτό μου).
Η πορεία του Οιδίποδα στον Οιδίποδα Τύραννο είναι μια δραματική διαδρομή ανάμεσα στο «οἶδα» και το «οὐκ οἶδα», ανάμεσα δηλαδή στη γνώση και την ολέθρια άγνοια. Ξεκινά ως βέβαιος γνώστης, περήφανος για τη σοφία του, ικανός να λύσει το αίνιγμα της Σφίγγας και να σώσει τη Θήβα. Ωστόσο, πίσω από αυτή τη φαινομενική γνώση κρύβεται μια βαθιά άγνοια της ίδιας του της ταυτότητας. Χωρίς να το γνωρίζει, έχει διαπράξει τα πιο φοβερά εγκλήματα: πατροκτονία και αιμομιξία. Η αλήθεια αποκαλύπτεται σταδιακά, μετατρέποντας το «οἶδα» σε τραγική αυτογνωσία.
Το «Οίδα» και η Ιστορία
Η ετυμολογική συγγένεια του «οἶδα» με τη λέξη «ἱστορία» (θέμα ίστ-) αποκαλύπτει μια βαθιά ενότητα ανάμεσα στη γνώση και την έρευνα. Το ρήμα «οἶδα», που σημαίνει «γνωρίζω», ανάγεται στην ινδοευρωπαϊκή ρίζα weid- («βλέπω»), υποδηλώνοντας ότι η γνώση προέρχεται από την όραση και την άμεση εμπειρία. Από την ίδια ρίζα προέρχεται και ο «ἵστωρ», δηλαδή ο γνώστης, ο μάρτυρας, εκείνος που έχει δει και άρα γνωρίζει.
Η «ἱστορία», αρχικά, δεν σήμαινε απλώς αφήγηση γεγονότων, αλλά έρευνα, αναζήτηση της γνώσης μέσω παρατήρησης και εξέτασης. Έτσι, το «οἶδα» και η «ἱστορία» συνδέονται οργανικά: Το πρώτο εκφράζει το αποτέλεσμα της γνώσης, ενώ η δεύτερη τη διαδικασία απόκτησής της. Η συγγένεια αυτή φωτίζει την αρχαιοελληνική αντίληψη ότι η αλήθεια δεν είναι δεδομένη, αλλά κατακτάται μέσα από την εμπειρία, την όραση και τη συστηματική διερεύνηση του κόσμου.
Το «Οίδα» και η «Συνείδηση»
«Ο νους είναι όπως ένα παγόβουνο του οποίου το περισσότερο μέρος είναι κρυμμένο. Η συνειδητή επίγνωση μας είναι το κομμάτι εκείνο του παγόβουνου που αιωρείται πάνω από την επιφάνεια» (Φρόιντ).
Αλλά και η έννοια «συνείδηση» (συν+οίδα) συνδέεται ετυμολογικά και εννοιολογικά με το «οἶδα», δηλαδή με το «γνωρίζω». Στη θεωρία του Sigmund Freud, η ανθρώπινη ψυχή διαρθρώνεται σε συνειδητό, προσυνειδητό και ασυνείδητο επίπεδο, όπου το «οἶδα» δεν ταυτίζεται πάντοτε με αυτό που πραγματικά γνωρίζουμε. Η συνείδηση αποτελεί μόνο την επιφάνεια της ψυχικής ζωής, ενώ βαθύτερες επιθυμίες, τραύματα και απωθημένα παραμένουν στο ασυνείδητο, επηρεάζοντας τη συμπεριφορά χωρίς να τα «οἶδαμε» πλήρως.
Έτσι, η φράση «συν-είδηση» υποδηλώνει μια κοινή γνώση με τον εαυτό μας, μια εσωτερική επίγνωση που όμως, κατά τον Φρόιντ, είναι συχνά περιορισμένη και μερική. Η ψυχαναλυτική διαδικασία αποσκοπεί ακριβώς στο να μετατρέψει το ασυνείδητο σε συνειδητό, ώστε το «οἶδα» να γίνει πιο αυθεντικό και ολοκληρωμένο, γεφυρώνοντας το χάσμα ανάμεσα σε αυτό που νομίζουμε ότι γνωρίζουμε και σε αυτό που πραγματικά μας καθορίζει (από το διαδίκτυο).
Από τον Όμηρο, λοιπόν, μέχρι σήμερα το ρήμα *Οίδα με όλα τα παράγωγά του και τις παραλλαγές του κατέχει σημαντική θέση στην επικοινωνία μας. Κατεξοχήν η παρουσία του, όμως, καθίσταται έντονη μέσα από τα ρητά ή τις αποφθεγματικές φράσεις που χρησιμοποιούμε τακτικά ή τις διαβάζουμε.
Ενδεικτικά παρατίθενται οι παρακάτω φράσεις, χωρίς να είναι υποχρεωτικά οι μοναδικές ή οι πιο αντιπροσωπευτικές, κι αυτό γιατί ο καθένας ανάλογα με τα ενδιαφέροντα, τις αναζητήσεις και τις περιπλανήσεις του πνεύματός του διατηρεί στη μνήμη του αυτές που δίνουν απαντήσειςστους προβληματισμούς και τα ερωτήματά του.
Το ρήμα «Οίδα» απαντάται σε πολλές αποφθεγματικές φράσεις, όπως: 1.«Ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα», 2. «πάντες ἄνθρωποι τοῦ εἰδέναι ὀρέγονται φύσει», 3. «Περὶ μὲν θεῶν οὐκ ἔχω εἰδέναι, οὔθ’ ὡς εἰσίν οὔθ’ ὡς οὐκ εἰσίν». 4.«Οὐ γὰρ οἴδατε τί αἰτεῖσθε», 5. «Ουκ Οίδα τον Άνθρωπον» 6. «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασιν τί ποιοῦσιν».
1.«Ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα»
«ἐγὼ δέ, ὥσπερ οὖν οὐκ οἶδα, οὐδὲ οἴομαι: ἔοικα γοῦν τούτου γε σμικρῷ τινι αὐτῷ τούτῳ σοφώτερος εἶναι, ὅτι ἃ μὴ οἶδα οὐδὲ οἴομαι εἰδέναι» (Πλάτων, Απολογία Σωκράτους, 21d, ενώ εγώ, καθώς δεν ξέρω, έτσι ουδέ νομίζω πως ξέρω. Μου φαίνεται λοιπόν πως απ᾽ αυτόν είμαι λιγάκι σοφότερος δηλαδή τούτο μόνο, πως τουλάχιστο δεν νομίζω πως ξέρω εκείνα που δεν ξέρω).
Ο Σωκράτης, με τη φράση «Ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα», θεμελιώνει την αληθινή σοφία στην επίγνωση της άγνοιας, δείχνοντας ότι η γνώση αρχίζει από την ταπεινή αναγνώριση των ορίων μας. Ο άνθρωπος, γνωρίζοντας την άγνοια, τη φύση και τα όριά του, οδηγείται σε βαθύτερη σοφία, σύνεση και κατανόηση της ανθρώπινης κατάστασης. Αντίθετα όσοι βαυκαλίζονται ή και διατυμπανίζουν το μέγεθος της Γνώσης τους δεν καταλήγουν μόνον στην Οίηση, αλλά ίσως και σε μία πνευματική αυταρέσκεια που όχι σπάνια λειτουργεί ως ανασταλτικός μηχανισμός για την ανανέωση των γνώσεων ή της διεύρυνσης του πνευματικού τους πεδίου.
«πρὸς ἐμαυτὸν δ᾽ οὖν ἀπιὼν ἐλογιζόμην ὅτι τούτου μὲν τοῦ ἀνθρώπου ἐγὼ σοφώτερός εἰμι· κινδυνεύει μὲν γὰρ ἡμῶν οὐδέτερος οὐδὲν καλὸν κἀγαθὸν εἰδέναι, ἀλλ᾽ οὗτος μὲν οἴεταί τι εἰδέναι οὐκ εἰδώς, ἐγὼ δέ, ὥσπερ οὖν οὐκ οἶδα, οὐδὲ οἴομαι· ἔοικα γοῦν τούτου γε σμικρῷ τινι αὐτῷ τούτῳ σοφώτερος εἶναι, ὅτι ἃ μὴ οἶδα οὐδὲ οἴομαι εἰδέναι».
(Φεύγοντας λοιπόν συλλογιζόμουν ότι είμαι σοφώτερος αυτού του ανθρώπου∙ διότι φοβάμαι πως κανείς μας από τους δύο κανένα ‘’καλόν καγαθόν’’ γνωρίζει, όμως αυτός μεν νομίζει πως γνωρίζει κάτι χωρίς να το γνωρίζει, εγώ δε, καθώς δεν το γνωρίζω, ούτε νομίζω∙ μου φαίνεται λοιπόν εξ΄ αυτού βεβαίως κατά τι λίγο από αυτόν σοφότερος είμαι, καθόσον αυτά που δεν γνωρίζω ούτε φρονώ πως γνωρίζω)
2. «Πάντες άνθρωποι του ειδέναι ορέγονται φύσει»
Η εμβληματική αυτή φράση-θέση του Αριστοτέλη από τα «Μετά τα Φυσικά» εκφράζει μία από τις βαθύτερες ανθρωπολογικές του θέσεις. Ότι, δηλαδή, η επιθυμία για γνώση συνιστά ένα εγγενές γνώρισμα του ανθρώπου, μία έμφυτη τάση. Δεν είναι κάτι επίκτητο ή κάτι που του επιβάλλεται έξωθεν, αλλά πρόκειται για μία φυσική ροπή που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη ύπαρξη, ως πνευματική οντότητα, από τη γέννησή της.
Η γνώση για τον Αριστοτέλη δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην πρακτική και μόνο χρησιμότητά της, αλλά επεκτείνεται και σε άλλα πεδία. Η γνώση, δηλαδή, δεν είναι απλά ένα προϊόν χρησιμοθηρίας, αλλά κάτι περισσότερο αφού σχετίζεται και με την πνευματικότητα , στοιχείο που διαφοροποιεί τον άνθρωπο από τα άλλα έμβια όντα.
Παράλληλα με τη θέση αυτή αναδεικνύεται ο καταλυτικός ρόλος της γνώσης στην αυτοπραγμάτωση του ανθρώπου, αφού με τη βοήθειά της δεν γνωρίζει μόνον τον περιβάλλοντα χώρο (Φυσικό και ανθρώπινο περιβάλλον), αλλά και τον εαυτό του (αυτογνωσία).
Η θέση-φράση αυτή πέραν όλων των άλλων θεμελιώνει και το ρόλο της φιλοσοφίας ως μιας προέκτασης της ανθρώπινης φύσης και όχι κάτι που διακονεί μόνον τις ιδιαιτερότητες κάποιων “ευφάνταστων”.
Πρέπει να επισημανθεί πως σε αντίθεση με τον Οιδίποδα που η γνώση οδηγεί στον πόνο (συνειδητοποίηση της τραγικής του μοίρας/πατροκτονία, αιμομιξία), στον Αριστοτέλη η γνώση συνιστά τον προθάλαμο της αρτίωσης του ανθρώπου, ακόμη κι όταν αυτή προκαλεί υπαρξιακά ερωτήματα που αποδομούν την εσφαλμένη εικόνα που έχουμε για τη θέση μας στον κόσμο αυτόν ως όντα θνητά και πεπερασμένα.
3. «Περί μεν θεών ουκ έχω ειδέναι, ούθ’ ως εισίν ούθ’ ως ουκ εισίν ούθ’ οποίοι τινες ιδέαν· πολλά γαρ τα κωλύοντα ειδέναι, η τ’ αδηλότης και βραχύς ων ο βίος του ανθρώπου». (Πρωταγόρας, Σε ό,τι αφορά τους θεούς, δεν μπορώ να ξέρω ούτε αν υπάρχουν ούτε αν δεν υπάρχουν ούτε ποια είναι η μορφή τους. Και τούτο, διότι πολλά είναι εκείνα που εμποδίζουν τη γνώση: το άδηλο του πράγματος και το βραχύχρονο της ανθρώπινης ζωής.]
Ο Πρωταγόρας, ο κεντρικός εκπρόσωπος της σοφιστικής σκέψης, εκφράζει με απόλυτη φιλοσοφική νηφαλιότητα το όριο της ανθρώπινης γνώσης απέναντι στο θείο. Στο γνωστό απόσπασμα της παράδοσης δηλώνει:
«Περὶ μὲν θεῶν οὐκ ἔχω εἰδέναι, οὔθ’ ὡς εἰσίν οὔθ’ ὡς οὐκ εἰσίν». Η φράση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια επιφυλακτική στάση, αλλά θεμελιώδη γνωσιολογική θέση: Ο άνθρωπος δεν διαθέτει επαρκή στοιχεία για να καταλήξει σε βέβαιη κρίση για την ύπαρξη ή τη φύση των θεών. Η αδυναμία αυτή αποδίδεται τόσο στη βραχύτητα της ανθρώπινης ζωής όσο και στην αδυναμία πρόσβασης στο απόλυτο. Έτσι, η γνώση περιορίζεται στο ανθρώπινο μέτρο, ενώ το μεταφυσικό παραμένει εκτός ασφαλούς εμπειρίας.
Η θέση αυτή του Πρωταγόρας συνδέεται άμεσα με τον γνωστό ανθρωποκεντρισμό του («πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπος»), καθώς μεταφέρει το κέντρο βάρους από την αντικειμενική αλήθεια στην ανθρώπινη πρόσληψη. Δεν αρνείται απλώς τους θεούς, αλλά αρνείται τη δυνατότητα βέβαιης γνώσης για αυτούς, εισάγοντας μια πρώιμη μορφή επιστημολογικού αγνωστικισμού. Η διατύπωση αυτή προκάλεσε αντιδράσεις στην αρχαιότητα, καθώς αμφισβητούσε τις παραδοσιακές βεβαιότητες της θρησκευτικής σκέψης (με απόφαση της εκκλησίας του δήμου κάηκαν τα βιβλία του).
Ωστόσο, η σημασία της έγκειται στο ότι θέτει τα όρια της γνώσης ως θεμελιώδες φιλοσοφικό πρόβλημα, ανοίγοντας δρόμο για τη μετέπειτα κριτική σκέψη.
4.«Οὐ γὰρ οἴδατε τί αἰτεῖσθε»,
«δος ημίν ίνα εις εκ δεξιών σου και εις εξ ευωνύμων σου καθίσωμεν εν τη δόξη σου» (Μαρκ. Ι 37).
Στην παραπάνω παράκληση-αίτημα των δύο μαθητών Ιακώβου και Ιωάννη προς τον Ιησού αυτός απάντησε, κάπως με θυμό: «Οὐ γὰρ οἴδατε τί αἰτεῖσθε»,
Η αποστροφή-φράση αυτή απευθύνεται σε ανθρώπους που ζητούν χωρίς επίγνωση των συνεπειών. Ο Χριστός αποκαλύπτει πως οι ανθρώπινες επιθυμίες συχνά καθοδηγούνται από φιλοδοξία, άγνοια ή επιφανειακή κατανόηση της ζωής. Δεν πρόκειται για απλή άρνηση του αιτήματος, αλλά για παιδαγωγική υπενθύμιση ότι η γνώση προηγείται της διεκδίκησης. Το «οἶδα» εδώ αποκτά ηθική διάσταση: Δεν είναι μόνο γνωστική πράξη, αλλά και εσωτερική επίγνωση της αλήθειας. Η φράση καλεί τον άνθρωπο να εξετάζει βαθύτερα τις επιθυμίες του, να αναζητά την ουσία και όχι το φαινόμενο, και να συνειδητοποιεί τα όριά του πριν απαιτήσει.
Ίσως, όμως, το αίτημα των δύο μαθητών να υποδηλώνει πως και οι μαθητές του ακόμη ποτέ δεν κατάλαβαν ή δεν πείστηκαν για τη θεϊκή φύση του Χριστού. Τον έβλεπαν, δηλαδή, ως έναν απελευθερωτή και παρεξήγησαν τα παρακάτω λόγια του:
“Αιτείται και δοθήσεται υμίν, ζητείται, και ευρήσεται, κρούετε, και ανοιγήσεται υμίν. Πάς γαρ ο αιτών λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει και τω κρούοντι ανοιγήσεται” [Λουκ. ια’9-10]
5. «Ουκ Οίδα τον Άνθρωπον»
Ο Πέτρος αρνήθηκε τον Δάσκαλό του τρεις φορές, υποστηρίζοντας πως «Ουκ οίδα τον άνθρωπον». Τα κλάματα (εκ των υστέρων) του Πέτρου πολύ λίγο ωφέλησαν τόσο τον Ιησού όσο και τον ίδιο «Και εξελθών έξω έκλαυσε πικρώς».
Η μορφή του Πέτρου αποκαλύπτει την ανθρώπινη αδυναμία μπροστά στον φόβο. Ο πιστός μαθητής, που δήλωνε αφοσίωση, έφτασε στην άρνηση όταν η απειλή έγινε προσωπική. Κι όμως, μέσα από αυτή την πτώση αναδύεται η δύναμη της μετάνοιας και της επιστροφής. Ο Πέτρος δεν είναι μόνο σύμβολο άρνησης, αλλά και ελπίδας: Ότι ο άνθρωπος μπορεί να λυγίσει χωρίς να χαθεί οριστικά. Όποιος βαδίζει όρθιος, γνωρίζει πως θα υπάρξουν στιγμές δισταγμού. Το κρίσιμο σημείο είναι να μη μείνει εκεί. Η συνείδηση που αναγνωρίζει το λάθος, γίνεται ξανά πυξίδα πορείας.
6. «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασιν τί ποιοῦσιν».
Η φράση αυτή εκφράζει την κορύφωση της συγχώρεσης μέσα στην πιο ακραία στιγμή του πόνου. Ο Χριστός δεν καταδικάζει, αλλά αιτιολογεί και δικαιολογεί τους διώκτες του μέσω της άγνοιάς τους. Το «οὐκ οἴδασιν» δηλώνει όχι απλώς έλλειψη γνώσης, αλλά ηθική τύφλωση. Έτσι, η άγνοια γίνεται λόγος επιείκειας και όχι καταδίκης. Η προσευχή αυτή αποκαλύπτει μια ανώτερη ηθική στάση, όπου η κατανόηση υπερβαίνει την εκδίκηση.
Παράλληλα, λειτουργεί ως πρότυπο για τον άνθρωπο, καλώντας τον να συγχωρεί, να δείχνει κατανόηση και να αναγνωρίζει ότι πολλές πράξεις πηγάζουν από άγνοια και όχι από συνειδητή κακία. Ίσως κάπου εδώ να μας θυμίζει το σωκρατικό «Ουδείς εκών κακός».
Ας μην ξεχνούμε, εξάλλου, αυτό που έγραψε ο Άγγλος ποιητής Alexander Pope τον 18ο αιώνα: «Το να σφάλεις είναι ανθρώπινο, το να συγχωρείς θεϊκό».
Οι Μαθητές του δεν κατάλαβαν σωστά τη φύση και την αποστολή του Χριστού και ούτε απάντησαν στο ερώτημά του: «Τίνα με λέγουσιν οι άλλοι είναι τον υιόν του ανθρώπου;». O Ιούδας τον πρόδωσε, ο Πέτρος τον αρνήθηκε τρεις φορές, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης ζήτησαν μερίδιο της δόξης του, οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι τον ενέπαιζαν, ο Πόντιος Πιλάτος τον καταδίκασε «νίπτων τας χείρας» του και ο Λαός-Όχλος αθωώνοντας τον Βαραββάν εκραύγαζε το «άρον άρον Σταύρωσον αυτόν».
Μπροστά σε όλα τα παραπάνω το μόνο που είχε να πει στον Θεό-Πατέρα του ήταν το εμβληματικό «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασιν τί ποιοῦσιν».
Αυτό που είπε, δηλαδή, στην επί του όρους ομιλία του διορθώνοντας το νόμο της Παλαιάς Διαθήκης αυτό πράττει τώρα. Είχε πει τότε. «Ακούσατε ότι έχει λεχθεί, ν’ αγαπήσεις τον πλησίον σου και να μισήσεις τον εχθρό σου. Εγώ όμως σας λέγω, ν’ αγαπάτε τους εχθρούς σας, να ευλογείτε αυτούς που σας καταριόνται, να φέρεσθε καλά σ’ αυτούς που σας μισούν και να προσεύχεσθε γι’ αυτούς που σας δημιουργούν προβλήματα και σας διώκουν. Κι όλα αυτά να τα κάνετε για να γίνετε αληθινά και γνήσια παιδιά του επουράνιου πατέρα σας, που τον ήλιο τον ανατέλλει για όλους, πονηρούς και αγαθούς, και βρέχει σε δικαίους και σε αδίκους. Διότι αν αγαπήσετε αυτούς που σας αγαπούν, ποιος θα είναι ο μισθός σας; Και οι τελώνες (που είναι οι χειρότεροι άνθρωποι) το ίδιο κάνουν. Να γίνετε λοιπόν τέλειοι όπως ακριβώς ο επουράνιος πατέρας σας είναι τέλειος» (Ματθ. 43-48).
Τελικά, το «οἶδα» με όλα τα παράγωγά του δεν είναι μια στατική κατάκτηση, αλλά μια διαρκής πορεία, ένα ατέλειωτο οδοιπορικό προς την αλήθεια και την αυτογνωσία. Όσο περισσότερο ο άνθρωπος συνειδητοποιεί τι γνωρίζει και κυρίως “τι δεν γνωρίζει”, τόσο πλησιάζει την ουσία της σοφίας. Η επίγνωση αυτή τον οδηγεί σε ταπεινότητα, σύνεση και βαθύτερη κατανόηση τόσο του εαυτού του όσο και των άλλων. Έτσι, το «οἶδα» μετατρέπεται από απλή γνώση σε στάση ζωής, που φωτίζει την ανθρώπινη ύπαρξη και καθοδηγεί τις πράξεις της.
Κάπου εδώ τελειώνει και το γλωσσικό οδοιπορικό στο μικρο-σύμπαν του ρήματος «Οίδα» και των παραγώγων του. Ένα οδοιπορικό που επικυρώνει την άποψη πως τελικά η “ανθρώπινη πορεία-ιστορία είναι η πορεία-ιστορία της Γλώσσας του”. Κι αυτό γιατί ο άνθρωπος δεν είναι τίποτα λιγότερο ή περισσότερο από τις λέξεις που εφηύρε και χρησιμοποίησε-οιεί όχι μόνον για να επικοινωνήσει, αλλά και για να σκεφτεί για τον κόσμο και τον Εαυτό του.
Και το ρήμα «Οίδα» και τα παράγωγά του ανήκει σε αυτήν την κατηγορία των λέξεων-ρημάτων που φανερώνει την αγωνία και τον αγώνα του ανθρώπου στη διαχρονική του πορεία να γνωρίσει καλύτερα τον Κόσμο και τον Εαυτό του.
Ολοκληρώνοντας, λοιπόν, αυτό το γλωσσικό οδοιπορικό, το «οἶδα» δεν στέκει απλώς ως ένα ρήμα γνώσης, αλλά ως μια ζωντανή μαρτυρία της ανθρώπινης περιπέτειας. Από τη ρίζα του που συνδέεται με την όραση έως τη φιλοσοφική του ωρίμανση ως συνείδηση, το «οἶδα» διασχίζει τον χρόνο όπως ο άνθρωπος διασχίζει την ιστορία του: αναζητώντας, αμφιβάλλοντας, φωτιζόμενος. Δεν είναι τυχαίο ότι η κορύφωση της σοφίας εκφράστηκε ως παραδοχή άγνοιας, διότι εκεί όπου το «οἶδα» συναντά το «οὐκ οἶδα», γεννιέται η αληθινή γνώση.
Έτσι, το «οἶδα» γίνεται κάτι περισσότερο από λέξη: γίνεται στάση ζωής. Είναι η διαρκής ένταση ανάμεσα στο φως και το σκότος, στην επίγνωση και τη λήθη, στην ιστορία και τη συνείδηση. Και ίσως τελικά, μέσα στον αστερισμό του «οἶδα», ο άνθρωπος να μη βρίσκει μόνο απαντήσεις, αλλά τον ίδιο του τον εαυτό, ως ένα ον που γνωρίζει, επειδή συνεχίζει να αναζητά.
Η λέξη «συνείδηση» αποτελεί ίσως τη μοναδική σύγχρονη γλωσσική γέφυρα προς το αρχαίο «οἶδα», ένα ρήμα που δηλώνει γνώση εσωτερική, άμεση και βεβαία. Ενώ σήμερα το «ξέρω» αναφέρεται κυρίως σε πληροφοριακή γνώση, η «συνείδηση» διατηρεί κάτι από εκείνη την άμεση αυτογνωσία: Tο να γνωρίζω μέσα μου, χωρίς μεσολάβηση. Είναι μια γνώση που δεν αποδεικνύεται αλλά βιώνεται, μια επίγνωση που συνδέει το είναι με το “γνωρίζειν”.
Έτσι, η «συνείδηση» δεν είναι απλώς μία ηθική φωνή, αλλά το κατάλοιπο ενός τρόπου γνώσης όπου το υποκείμενο ταυτίζεται με την αλήθεια που κατέχει βαθιά και αδιαμεσολάβητα.
Οι έννοιες, λοιπόν, Ιστορία και Συνείδηση είναι οι πρεσβευτές του αρχαίου «ΟΙΔΑ» στις μέρες μας και στην γλωσσική μας επικοινωνία, επιβεβαιώνοντας περίτρανα το “συνεχές” της Ελληνικής Γλώσσας.















Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου