Οι Μαθητές του Χριστού μπροστά στο “ακατανόητο” της Θείας Φύσης Του.

       *Γράφει ο Ηλίας Γιαννακόπουλος, Blog "ΙΔΕΟπολις"

          Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας τα Ευαγγέλια τις μέρες της Μ. Εβδομάδας και της Ανάστασης είναι δύσκολο να μην αναρωτηθείς για τη στάση των Μαθητών του Χριστού απέναντι στο Θείον Πάθος και την Ανάσταση. Τέσσερις Μαθητές του με το δικό τους τρόπο-συμπεριφορά υπόρρητα δείχνουν πως δεν πείστηκαν για τη θεία φύση του Χριστού ή ποτέ τους δεν την εννόησαν. 

          Πιο συγκεκριμένα οι Ιάκωβος-Ιωάννης ζητούν μία σημαντική θέση δίπλα του, ο Ιούδας τον προδίδει, ο Πέτρος τον αρνείται σε μία δύσκολη στιγμή και ο Θωμάς ζητά αποδείξεις για την Ανάστασή του. Και όταν ο Χριστός στον κήπο της Γεσθημανής ετοιμάζεται για το θείον δράμα οι Μαθητές του κοιμούνται προκαλώντας το θυμό-παράπονο-επίπληξή του!

        Μέσα σε αυτήν την δραματική αλληλουχία των γεγονότων, αναδύεται έντονα η ανθρώπινη αδυναμία τους να υπερβούν τα όρια της λογικής και του φόβου. Ο ύπνος τους στη Γεθσημανή δεν ήταν απλώς μία σωματική κόπωση, αλλά σύμβολο πνευματικής αδράνειας.  μια αδυναμία να σταθούν άγρυπνοι μπροστά στο μυστήριο του Πάθους. Η φιλοδοξία, η προδοσία, η άρνηση και η αμφιβολία συνθέτουν ένα ψηφιδωτό ανθρώπινης ατέλειας. Κι όμως, μέσα από αυτές τις ρωγμές, αναδεικνύεται πιο έντονα η απόσταση ανάμεσα στο ανθρώπινο και το θείο, καθιστώντας το μήνυμα της Ανάστασης ακόμη πιο συγκλονιστικό και πιο λυτρωτικό.

     Α. Ύπνος στη Γεθσημανή και η αντίδραση του Χριστού  

   «Οὕτως οὐκ ἰσχύσατε μίαν ὥραν γρηγορῆσαι μετ’ ἐμοῦ;».

              Στον κήπο της Γεθσημανής αποκαλύπτεται μια από τις πιο ανθρώπινες και ταυτόχρονα δραματικές στιγμές της ζωής του Χριστού. Την ώρα που η αγωνία Του κορυφώνεται, ζητά από τους μαθητές Του να σταθούν δίπλα Του, άγρυπνοι και προσευχόμενοι. Αντί γι’ αυτό, τους βρίσκει να κοιμούνται. Η αντίδρασή Του δεν είναι οργή, αλλά πικρή απογοήτευση: «Οὕτως οὐκ ἰσχύσατε μίαν ὥραν γρηγορῆσαι μετ’ ἐμοῦ;».

        Η φράση αυτή δεν είναι απλώς επίπληξη. Είναι κραυγή μοναξιάς. Ο Χριστός βιώνει την εγκατάλειψη όχι μόνο από τον κόσμο, αλλά και από τους πιο κοντινούς Του ανθρώπους. Η ανθρώπινη αδυναμία των μαθητών συγκρούεται με τη θεία αποστολή Του. Εκείνοι υποκύπτουν στον ύπνο, ενώ Εκείνος στέκεται άγρυπνος απέναντι στο Πάθος. Η σκηνή αυτή αναδεικνύει το χάσμα ανάμεσα στη βούληση και την πράξη, ανάμεσα στην πρόθεση και την αντοχή, αποκαλύπτοντας την τραγικότητα της ανθρώπινης φύσης.

                               Β. Η προδοσία του Ιούδα  

     “Τι θέλετέ μοι δούναι, κάγώ υμίν παραδώσω αυτόν; Οι δε έστησαν αυτώ τριάκοντα αργύρια”   

           Η προδοσία του Ιούδα δεν είναι απλώς μια ιστορική πράξη. Είναι ένα υπαρξιακό αίνιγμα. Ο μαθητής (ο πιο αμφιλεγόμενος/Το Ευαγγέλιο του Ιούδα) που έζησε από κοντά τη διδασκαλία και τα θαύματα του Χριστού γίνεται ο ίδιος το όργανο της παράδοσής Του. Το φιλί, σύμβολο αγάπης και οικειότητας, μετατρέπεται σε εργαλείο προδοσίας. Η τραγικότητα της πράξης του Ιούδα έγκειται ακριβώς σε αυτή την αντιστροφή: Το ιερό γίνεται βέβηλο.

     Ο Χριστός, ωστόσο, δεν αντιδρά με καταδίκη, αλλά με μια σχεδόν σπαρακτική ερώτηση: «Ἰούδα, φιλήματι τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου παραδίδως;»). Η ερώτηση αυτή δεν ζητά απάντηση. Αποκαλύπτει το βάθος της ανθρώπινης πτώσης. Ο Ιούδας ενσαρκώνει την ελευθερία που στρέφεται εναντίον του καλού. Δεν είναι απλώς προδότης. Είναι ο άνθρωπος που γνωρίζει και όμως επιλέγει το αντίθετο     

                                  Γ. Η άρνηση του Πέτρου  

   «Ουκ οίδα τον άνθρωπον και ευθέως αλέκτωρ εφώνησε…..και εξελθών έξω έκλαυσε πικρώς»       

       Ο Πέτρος, ο πιο θερμός και αυθόρμητος μαθητής, γίνεται το σύμβολο της ανθρώπινης αστάθειας. Λίγο πριν, είχε διαβεβαιώσει τον Χριστό για την αφοσίωσή του μέχρι θανάτου. Κι όμως, μπροστά στον φόβο, καταρρέει. Τρεις φορές αρνείται ότι Τον γνωρίζει, επαναλαμβάνοντας το «οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον».

          Η ειρωνεία είναι βαθιά: Αυτός που πίστευε ότι γνωρίζει, αποκηρύσσει τη γνώση του. Το βλέμμα του Χριστού προς τον Πέτρο, μετά την τρίτη άρνηση, δεν είναι κατηγορία αλλά καθρέφτης. Εκεί, μέσα σε μια στιγμή, ο Πέτρος βλέπει τον εαυτό του γυμνό από ψευδαισθήσεις. Και κλαίει πικρά. Η μετάνοια αυτή δεν αναιρεί την πτώση. Την φωτίζει. Ο Πέτρος δεν είναι απλώς ο αρνητής, είναι ο άνθρωπος που συντρίβεται από την ίδια του την αδυναμία.

       Η ιστορία του δείχνει ότι η πίστη-η κάθε ανθρώπινη πίστη δεν είναι δεδομένη, αλλά δοκιμάζεται μέσα στον φόβο και την αβεβαιότητα.

                       Δ. Η απαίτηση των Ιακώβου-Ιωάννη 

                          

                            «Οὐ γὰρ οἴδατε τί αἰτεῖσθε»,

          Η επιθυμία των  Ιακώβου-Ιωάννη να καθίσουν «εκ δεξιών και εξ ευωνύμων» του Χριστού αποκαλύπτει μια βαθιά παρεξήγηση της φύσης της βασιλείας Του. Ενώ ο Χριστός μιλά για θυσία και σταύρωση, εκείνοι ονειρεύονται δόξα και εξουσία. Η απαίτηση αυτή δεν είναι απλώς φιλοδοξία. Είναι ένδειξη αδυναμίας κατανόησης.

        Ο Χριστός απαντά με μια ερώτηση που αποδομεί την επιθυμία τους: «Δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω;». Το «ποτήριον» εδώ δεν είναι τιμή, αλλά πόνος. Οι μαθητές απαντούν καταφατικά, χωρίς να συνειδητοποιούν το βάθος των λόγων Του. Η σκηνή αυτή φανερώνει πόσο εύκολα ο άνθρωπος προβάλλει τις δικές του επιθυμίες πάνω στο θείο σχέδιο. Η επιδίωξη της πρωτιάς συγκρούεται με το μήνυμα της διακονίας. Ο Χριστός ανατρέπει την ιεραρχία: Ο πρώτος καλείται να γίνει έσχατος. Έτσι, η απαίτηση των Ιακώβου-Ιωάννη γίνεται μάθημα ταπείνωσης.

                               Ε. Η απιστία του Θωμά

                          «ἐὰν μὴ ἴδω… οὐ μὴ πιστεύσω».

     Ο Θωμάς, συχνά αποκαλούμενος «άπιστος», αντιπροσωπεύει την ανάγκη του ανθρώπου για βεβαιότητα. Δεν αρκείται στη μαρτυρία των άλλων μαθητών· ζητά προσωπική εμπειρία: «ἐὰν μὴ ἴδω… οὐ μὴ πιστεύσω». Η στάση του δεν είναι απλή άρνηση, είναι απαίτηση για άμεση γνώση. Όταν ο Χριστός του εμφανίζεται, δεν τον απορρίπτει, αλλά τον καλεί να αγγίξει, να δει, να πιστέψει.

       Και τότε ο Θωμάς εκφωνεί μια από τις πιο δυνατές ομολογίες: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου». Η πορεία του από την αμφιβολία στην πίστη είναι αποκαλυπτική. Η απιστία του δεν τον απομακρύνει, τον οδηγεί σε βαθύτερη κατανόηση. Ο Χριστός, όμως, προσθέτει: «Μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες». Η φράση αυτή δεν ακυρώνει τον Θωμά, αλλά ανοίγει τον δρόμο για όλους εκείνους που πιστεύουν χωρίς άμεση εμπειρία. Ο Θωμάς γίνεται έτσι σύμβολο της γόνιμης αμφιβολίας.

              ΣΤ. «Περίλυπος εστὶν η ψυχή μου έως θανάτου»

         Η φράση «περίλυπος ἐστὶν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου» αποκαλύπτει την εσωτερική κατάσταση του Χριστού με τρόπο συγκλονιστικό. Δεν πρόκειται για απλή λύπη, αλλά για μια υπαρξιακή συντριβή. Ο Χριστός δεν εμφανίζεται ως απρόσβλητος Θεός, αλλά ως άνθρωπος που βιώνει το βάρος της εγκατάλειψης, του φόβου και της επερχόμενης θυσίας.

      Η λύπη Του δεν είναι αδυναμία, αλλά είναι έκφραση πλήρους συνείδησης του Πάθους. Μέσα σε αυτή τη φράση συμπυκνώνεται η ένταση ανάμεσα στη θεία αποστολή και την ανθρώπινη εμπειρία. Η ψυχή Του «περίλυπη» γίνεται καθρέφτης της ανθρώπινης αγωνίας μπροστά στον πόνο και τον θάνατο. Κι όμως, δεν υποχωρεί. Προχωρά συνειδητά προς τη θυσία. Η φράση αυτή λειτουργεί ως γέφυρα: Ενώνει το θείο με το ανθρώπινο, δείχνοντας ότι η λύπη δεν αναιρεί την αποστολή, αλλά την καθιστά βαθύτερα κατανοητή.

              Η. «Τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι;».

         Στο τέλος όλων αυτών των σκηνών, το ερώτημα του Χριστού αντηχεί με ιδιαίτερη ένταση: «Τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι;». Δεν είναι μια απλή ερώτηση ταυτότητας, αλλά είναι πρόσκληση αυτογνωσίας. Οι μαθητές, παρά τα όσα έζησαν, δίστασαν, φοβήθηκαν, παρεξήγησαν. Ο ύπνος, η προδοσία, η άρνηση, η φιλοδοξία, η αμφιβολία και η λύπη συνθέτουν ένα μωσαϊκό ανθρώπινης αδυναμίας.

         Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το ερώτημα του Χριστού δεν ζητά πληροφορία ή επιβεβαίωση, αλλά στάση. Καθένας καλείται να τοποθετηθεί απέναντι στο πρόσωπό Του, όχι με λόγια, αλλά με ζωή. Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό μέσα στον χρόνο, προκαλώντας κάθε άνθρωπο να αναμετρηθεί με τη δική του πίστη, αμφιβολία και ευθύνη.Αρχή φόρμαςΤέλος φόρμας      

          Και όμως, μήπως αυτή η στάση δεν είναι απλώς ένδειξη αδυναμίας, αλλά μια βαθύτερη, σχεδόν αναγκαία διαδρομή προς την αλήθεια; Μήπως οι ίδιοι οι μαθητές, μέσα από τις αντιφάσεις τους, αποδομούν την εύκολη και επιφανειακή εικόνα της θείας φύσης του Χριστού, αναγκάζοντας τον αναγνώστη να αναμετρηθεί με το καίριο ερώτημα που ο ίδιος θέτει: «Τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι;».

                                            Επιμύθιον

          Η φιλοδοξία, η προδοσία, η άρνηση και η αμφιβολία ίσως δεν αναιρούν την πίστη, αλλά τη δοκιμάζουν στα άκρα, αποκαλύπτοντας ότι η αναγνώριση του Θείου δεν είναι αυτονόητη βεβαιότητα, αλλά επίπονη κατάκτηση.

        Έτσι, οι μαθητές δεν στέκονται μόνο ως παραδείγματα πτώσης, αλλά και ως καθρέφτες της ανθρώπινης αγωνίας μπροστά στο μυστήριο του Χριστού.

         Ίσως τελικά η πιο ειλικρινής στάση απέναντι στο μυστήριο της Ανάστασης να μην είναι η άκριτη αποδοχή, αλλά η τολμηρή αμφισβήτηση. Ο Θωμάς, συχνά στιγματισμένος ως «άπιστος», γίνεται στην πραγματικότητα η πιο αυθεντική φωνή του ανθρώπου που αρνείται να αρκεστεί σε δανεικές βεβαιότητες. Δεν αρκείται στο άκουσμα της Ανάστασης, αλλά ζητά να τη βιώσει, να τη ψηλαφήσει, να τη μετατρέψει από λόγο σε εμπειρία. Και ίσως εκεί ακριβώς κρύβεται μια βαθύτερη αλήθεια: Ότι η πίστη που δεν δοκιμάστηκε ποτέ, που δεν πέρασε από το φίλτρο της αμφιβολίας, παραμένει εύθραυστη και επιφανειακή.   

 

       Ακόμη-ακόμη και το «ο Κύριός μου και ο Θεός μου» δεν είναι μια αυθόρμητη κραυγή συγκίνησης, αλλά το αποκορύφωμα μιας πορείας από την άγνοια προς τη γνώση. Ο Θωμάς δεν αρκείται στο «λέγεται», αλλά διεκδικεί το «οἶδα», δεν δέχεται την πίστη ως δεδομένο, αλλά την κατακτά ως εμπειρία. Και εδώ ακριβώς συναντά το γλωσσικό και υπαρξιακό βάθος του ρήματος «οἶδα»: Μία γνώση που δεν είναι απλή πληροφορία, αλλά μία βεβαιότητα βιωμένη.      

        Ίσως, λοιπόν, ο «άπιστος» Θωμάς να είναι ο πιο συνεπής εκφραστής του «οἶδα», γιατί αρνείται να συγχέει την πίστη με την άκριτη αποδοχή. Αντίθετα, περνά μέσα από την αμφιβολία για να φτάσει σε μια γνώση πιο σταθερή και αυθεντική.

 

Αρχή φόρμας

 

Τέλος φόρμας

 

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα, Γ΄ Λυκείου (Νέες τεχνολογίες – Τεχνητή Νοημοσύνη)

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα και τη Λογοτεχνία, Γ΄ Λυκείου (Βία)

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα, Γ΄ Λυκείου (Φανατισμός)

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία, Γ΄ Λυκείου (Πόλεμος - Ειρήνη)