«…Αφέθηκα στον πειρασμό Θωμάς να γίνω…»*
*Γράφει ο Ηλίας Γιαννακόπουλος, Blog "ΙΔΕΟπολις"
“Ευλογημένη ας είναι η αμφιβολία!”(Mπρεχτ)//«σώφρονος δ’ απιστίας ουκ έστιν ουδέν χρησιμώτερον βροτοίς (ανθρώπων)»(“Ελένη”, Ευριπίδη)//« Θωμά, άγιε Θωμά, θα ΄χες αγιάσει/μόνο και μόνο γιατί επέμενες στη δυσπιστία» (Γιάννης Βαρβέρης, «Θωμάς»)
Από μία απροσδιόριστη αιτία κι από μία έφεση προς την “θρησκευτκή αντισυστημικότητα” πάντοτε ένιωθα ευνοϊκά διακείμενος προς την “απιστία-δυσπιστία” του Θωμά, του μαθητή του Χριστού που την αγιότητά του γιορτάζουμε κάθε χρόνο την πρώτη Κυριακή μετά το Πάσχα.
H απιστία-δυσπιστία του προς τα λεγόμενα των συμμαθητών του περί ανάστασης του Χριστού-Δασκάλου τους και η απαίτησή του «Εάν μη ίδω εν ταις χερσίν αυτού τον τύπον των ήλων και βάλω τον δάκτυλόν μου εις τον τύπον των ήλων, και βάλω την χείρα μου εις την πλευράν αυτού, ου μη πιστεύσω» (Ιωάν. Κ, 25) βάδισε παράλληλα, κατά μία σατανική σύμπτωση, με μία πρόσφατη μελέτη μου της γνωστής θέσης του Αριστοτέλη:
“Πάντες ἄνθρωποι τοῦ εἰδέναι ὀρέγονται φύσει. σημεῖον δ' ἡ τῶν αἰσθήσεων ἀγάπησις· καὶ γὰρ χωρὶς τῆς χρείας ἀγαπῶνται δι' αὑτάς, καὶ μάλιστα τῶν ἄλλων ἡ διὰ τῶν ὀμμάτων”(Όλοι οι άνθρωποι έχουν από τη φύση τους έφεση για τη γνώση. Αυτό φαίνεται από την ιδιαίτερη εκτίμηση που έχουμε για τις αισθήσεις μας. Γιατί, ανεξάρτητα από τη χρησιμότητά τους, μας είναι προσφιλείς οι ίδιες οι αισθήσεις, και περισσότερο από όλες η αίσθηση της όρασης).
Αυτή η παράλληλη ανάγνωση προκάλεσε μία αλυσίδα ερωτημάτων σχετικά με τη σχέση της «απιστίας-δυσπιστίας» του Θωμά και των εκφραστών της φιλοσοφικής σχολής του Εμπειρισμού και της Αισθησιοκρατίας, αλλά και με τις γενικότερες θέσεις του Αριστοτέλη για το ρόλο των αισθήσεων στην απόκτηση της γνώσης, του αγνωστικισμού του Πρωταγόρα, των απόψεων του Επίκουρου περί Θεών και φυσικά της προτροπής του Μπρεχτ για μία συνεχή και δημιουργική αμφισβήτηση-αμφιβολία.
Επειδή όλα τα παραπάνω ερωτήματα φαντάζουν άκρως σύνθετα, αιρετικά και “προκλητικά” προς τα θεολογικά δόγματα ζήτησα τη βοήθεια της Α.Ι σε μια προσπάθειά μου να επαληθεύσω, αν η τεχνολογία μπορεί να αποφανθεί περί τέτοιων θεμάτων και σε τι βαθμό εγκυρότητας.
Το τελευταίο προέκυψε τόσο από την απαγόρευση-άρνηση έκδοσης λογοτεχνικών έργων με τη βοήθεια της Α.Ι (από κάποιον εκδοτικό οίκο) όσο και από την πρόταση κάποιων να απαγορευθεί η χρήση της Α.Ι σε κάποιους χώρους-πεδία με τις αντίστοιχες, βεβαίως, ενστάσεις από πολλούς που πήραν τη μορφή χιονοστιβάδας του τύπου: Τότε να απαγορευτεί η αυτόματη διόρθωση λαθών, η αναζήτηση πληροφοριών…
Οι θέσεις που ακολουθούν και που έχουν ως βασικό πυρήνα τη “δυσπιστία-απιστία” του Θωμά (αποστόλου του Χριστού) αποτελούν ένα δείγμα των απαντήσεων (με την απαραίτητη και αναγκαία δική μου καθοδήγηση και επεξεργασία) που έλαβα από την Α.Ι σε σχετικές με το θέμα ερωτήσεις και οδηγίες-κατευθύνσεις μου.
Ομολογώ πως ξαφνιάστηκα λίγο με την αμηχανία της Α.Ι, όταν εκλήθη να απαντήσει σε τέτοια θέματα περίπλοκα και θεολογικά. Η “ουδετερότητα της τεχνολογίας” για μένα αποτελεί βασική αφετηρία κάθε συζήτησης ή ένστασης σε αυτό εγχείρημα και η ευθύνη βαραίνει τον Χρήστη και το είδος-σκοπό της Χρήσης.
Εξάλλου αυτό λύθηκε από παλιά όταν λέμε πως το μαχαίρι μπορεί να κόψει ένα μήλο, αλλά μπορεί να αποτελέσει-χρησιμοποιηθεί και φονικό όργανο, κανείς δεν υποστήριξε πως πρέπει να καταργήσουμε το μαχαίρι, για να αποφύγουμε τη δεύτερη λειτουργία του.
Ας επιστρέψουμε, όμως, στην αφετηρία του εγχειρήματος για να βρούμε αναλογίες μεταξύ της συμπεριφοράς του “άπιστου” Θωμά και των θέσεων κάποιων στοχαστών.
O “άπιστος” Θωμάς πρόδρομος του Εμπειρισμού και της Αισθησιοκρατίας;
«Κύριε, ουκ οίδαμεν που υπάγεις, και πώς δυνάμεθα την οδόν ειδέναι»
Ο «άπιστος» Θωμάς, όπως παρουσιάζεται στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, δεν είναι απλώς ο μαθητής που αμφέβαλε, αλλά μια εμβληματική μορφή της ανθρώπινης ανάγκης για γνώση μέσω της εμπειρίας. Η επιμονή του να αγγίξει τα σημάδια της σταύρωσης δεν συνιστά απιστία, αλλά μια βαθιά υπαρξιακή απαίτηση για βεβαιότητα.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Θωμάς γίνεται πρόδρομος του εμπειρισμού: Δεν αρκείται σε λόγια ή μαρτυρίες, αλλά ζητά άμεση επαφή με την αλήθεια. Η πίστη του δεν είναι δεδομένη. Οικοδομείται μέσα από την αμφιβολία και την επαλήθευση.
Παράλληλα, η στάση του μπορεί να ιδωθεί και υπό το πρίσμα της αισθησιοκρατίας, καθώς η γνώση για εκείνον περνά μέσα από τις αισθήσεις. Η αφή - «φέρε τον δάκτυλόν σου ὧδε» - γίνεται το μέσο που γεφυρώνει την αμφιβολία με την πίστη. Σε αντίθεση με άλλους μαθητές που αποδέχονται την Ανάσταση χωρίς αντίρρηση, ο Θωμάς εκφράζει την ανάγκη του ανθρώπου να θεμελιώσει την πίστη του σε απτά δεδομένα.
Έτσι, δεν αποδυναμώνει την πίστη, αλλά την καθιστά πιο συνειδητή και προσωπική.
Ο “άπιστος” Θωμάς και ο Αριστοτέλης
*Ο ρόλος αισθήσεων στην απόκτηση τη γνώσης
Το αίτημα του “άπιστου” Θωμά «ἐὰν μὴ βάλω τὴν χεῖρά μου… οὐ μὴ πιστεύσω» συνδέεται ουσιαστικά με τη γνωσιολογική θέση του Αριστοτέλη για τον πρωταρχικό ρόλο των αισθήσεων, και ιδιαίτερα της όρασης “Πάντες ἄνθρωποι τοῦ εἰδέναι ὀρέγονται φύσει. σημεῖον δ' ἡ τῶν αἰσθήσεων ἀγάπησις· καὶ γὰρ χωρὶς τῆς χρείας ἀγαπῶνται δι' αὑτάς, καὶ μάλιστα τῶν ἄλλων ἡ διὰ τῶν ὀμμάτων”.
Για τον Αριστοτέλη, η γνώση ξεκινά από την εμπειρία: Oι αισθήσεις παρέχουν τα πρώτα δεδομένα, τα οποία ο νους επεξεργάζεται για να καταλήξει σε καθολικές αλήθειες. Αντίστοιχα, ο Θωμάς δεν απορρίπτει a priori την Ανάσταση, αλλά ζητά εμπειρική επιβεβαίωση.Eπιθυμεί να μετατρέψει το άκουσμα σε βίωμα, την πίστη σε γνώση που θεμελιώνεται στην αφή και την όραση. Η στάση του εκφράζει έναν «πρωτογενή εμπειρισμό», όπου η βεβαιότητα απαιτεί αισθητηριακή στήριξη.
Ωστόσο, ενώ στον Αριστοτέλη οι αισθήσεις αποτελούν αφετηρία που οδηγεί σε ανώτερη νοητική σύλληψη, στο ευαγγελικό πλαίσιο το αίτημα του Θωμά υπογραμμίζει και τα όρια της αισθησιοκρατίας: Η πίστη καλείται να υπερβεί την άμεση εμπειρία («μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες»).
Έτσι, η σχέση τους είναι διαλεκτική: Ο Θωμάς ενσαρκώνει την αριστοτελική ανάγκη για εμπειρική τεκμηρίωση, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύεται η υπέρβαση αυτής προς μια βαθύτερη, μη αισθητηριακή βεβαιότητα (πίστη;)
O “άπιστος” Θωμάς και ο Πρωταγόρας
*Η δυσπιστία και ο αγνωστικισμός
«Περί μεν θεών ουκ έχω ειδέναι, ούθ’ ως εισίν ούθ’ ως ουκ εισίν ούθ’ οποίοι τινες ιδέαν· πολλά γαρ τα κωλύοντα ειδέναι, η τ’ αδηλότης και βραχύς ων ο βίος του ανθρώπου». (Σε ό,τι αφορά τους θεούς, δεν μπορώ να ξέρω ούτε αν υπάρχουν ούτε αν δεν υπάρχουν ούτε ποια είναι η μορφή τους. Και τούτο, διότι πολλά είναι εκείνα που εμποδίζουν τη γνώση: το άδηλο του πράγματος και το βραχύχρονο της ανθρώπινης ζωής.]
Η μορφή του Θωμά, ως «αγίου της αμφισβήτησης», αποκτά ακόμη βαθύτερη φιλοσοφική διάσταση αν ιδωθεί υπό το πρίσμα της θέσης του Πρωταγόρας: «Περί μεν θεών οὐκ ἔχω εἰδέναι…». Η αγνωστικιστική αυτή στάση δεν συνιστά άρνηση, αλλά επίγνωση των ορίων της ανθρώπινης γνώσης. Ο Θωμάς δεν αρνείται τον Χριστό, αλλά αρνείται να δεχθεί άκριτα. Ζητά εμπειρία, αφή, βεβαίωση, όπως ο σοφιστής ζητά τεκμήρια πριν αποφανθεί για το θείο.
Έτσι, η αμφιβολία μετατρέπεται σε μεθοδολογικό εργαλείο και όχι σε πνευματική αδυναμία. Στο πρόσωπο του Θωμά συναντώνται η πίστη και η φιλοσοφική επιφύλαξη: Μία πίστη που δεν φοβάται την ερώτηση και μια άγνοια που δεν οδηγεί στην άρνηση, αλλά στην αναζήτηση.
Εντέλει, ο Θωμάς και ο Πρωταγόρας, από διαφορετικές αφετηρίες, συγκλίνουν σε μια κοινή στάση: Το θείο δεν κατακτάται χωρίς την ειλικρινή παραδοχή ότι «δεν γνωρίζουμε» και ακριβώς εκεί αρχίζει η ουσιαστική γνώση.
Ο Πρωταγόρας δηλώνει: «Περί μεν θεών οὐκ ἔχω εἰδέναι η τε αδηλότης …». Το εμπόδιο εδώ είναι αντικειμενικό: η φύση του θείου είναι «ἄδηλος-αδηλότης» (μη φανερή) και η ανθρώπινη ζωή σύντομη «βραχύς ων ο βίος του ανθρώπου». . Άρα η άγνοιά του είναι οντολογική και γνωσιολογική και δεν υπάρχει επαρκές πεδίο εμπειρίας για να γνωρίσουμε.
Αντίθετα, ο Απόστολος Θωμάς δεν λέει «δεν γνωρίζεται», αλλά «δεν αρκεί η μαρτυρία». Ζητά «τύπον τῶν ἥλων», δηλαδή μετατρέπει το άδηλο σε ελέγξιμο μέσω εμπειρίας. Εκεί που ο Πρωταγόρας σταματά λόγω αδυναμίας γνώσης, ο Θωμάς επιμένει στην επέκτασή της.
Η σχέση τους λοιπόν, βρίσκεται σε ένα κοινό σημείο εκκίνησης: Και οι δύο αρνούνται την άκριτη αποδοχή. Όμως αποκλίνουν στην προοπτική:
- ο Πρωταγόρας θεμελιώνει έναν αγνωστικισμό (όρια της γνώσης),
- ο Θωμάς έναν εμπειρισμό (απαίτηση επαλήθευσης).
Έτσι, ναι μεν ο αγνωστικισμός του Πρωταγόρα και η δυσπιστία του Θωμά σχετίζονται, αλλά όχι ως ταυτότητα: Ο πρώτος θέτει το όριο της γνώσης, ο δεύτερος προσπαθεί να το υπερβεί.
O “άπιστος” Θωμάς και ο Επίκουρος
*Οι αισθήσεις ως κριτήρια γνώσης και αλήθειας
«ΕΝ ΤΟΙΝΥΝ ΤΩ ΚΑΝΟΝΙ ΛΕΓΩΝ ΕΣΤΙΝ Ο ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΑΣ ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΘΗ» (Διογένης Λαέρτιος – Βίοι Φιλοσόφων, Ο Επίκουρος λέει στον Κανών ότι τα κριτήρια της αλήθειας είναι οι αισθήσεις, οι προλήψεις και τα πάθη(συναισθήματα).//«ΕΤΙ ΤΕ ΚΑΙ ΤΑΣ ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ ΔΕΙ ΠΑΝΤΩΣ ΤΗΡΕΙΝ ΚΑΙ ΑΠΛΩΣ ΤΑΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΕΠΙΒΟΛΑΣ ΕΙΤΕ ΔΙΑΝΟΙΑΣ ΕΙΘ’ ΟΤΟΥ ΔΗΠΟΤΕ ΤΩΝ ΚΡΙΤΗΡΙΩΝ, ΟΜΟΙΩΣ ΔΕ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΑΘΗ, ΟΠΩΣ ΑΝ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΣΜΕΝΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΑΔΗΛΟΝ ΕΧΩΜΕΝ ΟΙΣ ΣΗΜΕΙΩΣΟΜΕΘΑ»(Επίκουρος - επιστολή προς Ηρόδοτο, στηριζόμενοι λοιπόν στις αισθήσεις, στις απλές επιβολές είτε στις διανοητικές ή σε όποιο άλλο κριτήριο καθώς επίσης και στα υπάρχοντα πάθη, μπορούμε να βγάζουμε συμπεράσματα και για όσα επιδέχονται επιβεβαίωση και για τα άδηλα)
Η στάση του Θωμά απέναντι στην Ανάσταση του Χριστού παρουσιάζει έντονες αναλογίες με τη γνωσιολογία του Επίκουρου. Ο Επίκουρος υποστηρίζει πως «…ΚΑΙ ΤΑΣ ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ ΔΕΙ ΠΑΝΤΩΣ ΤΗΡΕΙΝ…» τα κριτήρια της αλήθειας είναι οι αισθήσεις, οι προλήψεις και τα πάθη, δηλαδή η άμεση εμπειρία του ανθρώπου.
Αντίστοιχα, ο Θωμάς αρνείται να αποδεχθεί τη μαρτυρία των άλλων μαθητών και θέτει ως όρο πίστης τη δική του αισθητηριακή επαφή με το γεγονός («ἐὰν μὴ ἴδω… καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου… οὐ μὴ πιστεύσω»).
Και στις δύο περιπτώσεις, η γνώση δεν θεμελιώνεται στην αυθεντία ή στον λόγο των άλλων, αλλά στην προσωπική εμπειρία.
Ωστόσο, ενώ ο Επίκουρος παραμένει σε ένα πλαίσιο ορθολογικού εμπειρισμού που αποκλείει το θαυμαστό, ο Θωμάς, μόλις ικανοποιηθεί το αίτημά του για αισθητηριακή βεβαιότητα, υπερβαίνει τον εμπειρισμό και καταλήγει σε μια βαθιά ομολογία πίστης («ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου»).
Έτσι, η πορεία του Θωμά ξεκινά από μια επικούρεια αφετηρία, αλλά ολοκληρώνεται σε ένα θρησκευτικό βίωμα που υπερβαίνει τα όρια της καθαρής εμπειρικής γνώσης.
Γενικότερα ο Θωμάς προσεγγίζει περισσότερο τον Επίκουρο ως προς το κριτήριο της γνώσης (αισθήσεις και εμπειρία), αλλά διαφέρει ριζικά ως προς το αποτέλεσμα: ο Θωμάς καταλήγει στην πίστη, ενώ ο Επίκουρος παραμένει σε έναν κόσμο χωρίς θαυματουργική παρέμβαση.
O “άπιστος” Θωμάς και ο Καρτέσιος
*Από το «Ου μη πιστεύσω…» στο “de omnibus dubitandum”.
Ο Ντεκάρτ προτείνει να αμφιβάλλουμε για όλα μέχρι να βρούμε κάτι απολύτως βέβαιο. Ο Θωμάς λειτουργεί παρόμοια: Aπορρίπτει τη μαρτυρία των άλλων μέχρι να αποκτήσει προσωπική, αδιαμφισβήτητη εμπειρία. Η διαφορά είναι ότι ο Ντεκάρτ μένει στη λογική βεβαιότητα, ενώ ο Θωμάς καταλήγει σε υπαρξιακή πίστη («ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου»).
Ο Καρτέσιος ακολουθώντας κάποια βήματα του σκεπτικισμού πασχίζει μέσω της αμφιβολίας- ακόμη και για όλα (de omnibus dubito)-να θεμελιώσει την αλήθεια και την έγκυρη γνώση. Οδηγούμενος ο Καρτέσιος στα όρια μίας απώτατης αμφιβολίας στο τέλος αναγνωρίζει και διακηρύσσει ότι για ένα δεν μπορεί να αμφιβάλλει, για το γεγονός ότι αμφιβάλλει. Κι αυτό γιατί η αμφιβολία του συνιστά στοιχείο επιβεβαιωτικό της ύπαρξής του, στο βαθμό που δέχεται την ύπαρξη μιας σκεπτόμενης ουσίας-οντότητας, της res cogitans. Έτσι από το «Αμφιβάλλω, άρα Υπάρχω» έφθασε στο εμβληματικό “Gogito, ergo Sum”
Κάπου εκεί μας οδηγεί και η “απιστία” –αμφιβολία του Θωμά που αναζητά την επαλήθευση του αναστάντος Κυρίου του. Και όταν αυτό το επιτυγχάνει κραυγάζει το «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου».
Ο “άπιστος” Θωμάς και ο “δύσπιστος” στα Θαύματα Χιουμ
Ο Χιουμ είναι καχύποπτος απέναντι στις μαρτυρίες για θαύματα και ζητά εξαιρετικά ισχυρές αποδείξεις. Αυτό θυμίζει έντονα τον Θωμά: Όσο πιο απίθανο το γεγονός (Ανάσταση), τόσο πιο αυστηρό το κριτήριο αποδοχής.
Γι αυτό ο Θωμάς με εμφαντικό τρόπο ζητά «ἐὰν μὴ ἴδω… καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου… οὐ μὴ πιστεύσω».
Ο Θωμάς με την επιμονή του, που πολλοί τη βάπτισαν απιστία, φαίνεται να συγκλίνει στη διαπίστωση του Χιουμ:
«Ένας σοφός άνθρωπος φροντίζει η πεποίθησή του να είναι ευθέως ανάλογη της τεκμηρίωσης».
Η δυσπιστία και των δύο στα θαύματα αναιρείται μόνο στο βαθμό που υπάρξουν ισχυρές αποδείξεις γι αυτά. Σχετικά ο Χιουμ διακηρύσσει τη γνωστή του αρχή-αξίωμα:
«Καμιά μαρτυρία δεν είναι αρκετή για να επαληθεύσει ένα θαύμα, παρά μόνον αν η μαρτυρία αυτή είναι τέτοια, ώστε το να ήταν εσφαλμένη θα αποτελούσε μεγαλύτερο θαύμα από εκείνο που επιχειρεί να θεμελιώσει».
Να, λοιπόν, γιατί κάποιοι τόνισαν πως ο Θωμάς μπορεί να θεωρηθεί και ως ένας άτυπος πρόδρομος του εμπειρισμού και της αισθησιοκρατίας στο βαθμό που επιμένει να έχει απτές αποδείξεις για την ανάσταση του Χριστού.
Ο “άπιστος” Θωμάς συναντά τον Βάκωνα και τον Λοκ
Η στάση του «άπιστου» Θωμά συνδέεται άμεσα με τον εμπειρισμό του Francis Bacon, καθώς και οι δύο δίνουν προτεραιότητα στην εμπειρική επιβεβαίωση έναντι της αυθεντίας. Ο Θωμάς ζητά αισθητηριακή επαλήθευση («να δω και να αγγίξω»), όπως ο Βάκων απορρίπτει τις προκαταλήψεις και τα «είδωλα» που εμποδίζουν τη γνώση. Για τον Βάκωνα, η αλήθεια προκύπτει από τη συστηματική παρατήρηση και το πείραμα. Για τον Θωμά, από την άμεση εμπειρία της Ανάστασης. Και οι δύο, επομένως, εκφράζουν μια ριζική στροφή προς τη γνώση που θεμελιώνεται στην εμπειρία και όχι στην απλή πίστη ή παράδοση.
Η σχέση του Θωμά με τον John Locke αναδεικνύεται μέσα από την έννοια ότι ο νους ξεκινά ως «tabula rasa» και γεμίζει μέσω των αισθήσεων. Ο Θωμάς δεν αποδέχεται a priori την Ανάσταση, αλλά απαιτεί εμπειρία για να σχηματίσει γνώση. Αυτό αντανακλά τη θέση του Λοκ ότι οι ιδέες προέρχονται από την αίσθηση και την εμπειρία. Ωστόσο, ενώ ο Λοκ οικοδομεί μια γενική γνωσιοθεωρία, ο Θωμάς βιώνει μια υπαρξιακή στιγμή: Η αμφιβολία του δεν είναι θεωρητική, αλλά προσωπική ανάγκη για βεβαιότητα που τελικά οδηγεί στην πίστη.
Ο Θωμάς και η “Αμφιβολία” του Μπρεχτ.
Η μορφή του «άπιστου» Θωμά και το ποίημα «Αμφιβολία» του Bertolt Brecht συγκλίνουν σε μια κοινή στάση απέναντι στην αλήθεια: Την ανάγκη της επαλήθευσης. Ο Θωμάς, αρνούμενος να αποδεχθεί την Ανάσταση χωρίς αισθητηριακή επιβεβαίωση («εάν μη ίδω… ου μη πιστεύσω»), δεν εκφράζει απλή απιστία, αλλά μια βαθύτερη επιθυμία για βεβαιότητα.
Αντίστοιχα, στο ποίημα “Αμφιβολία”, ο Μπρεχτ προβάλλει την αμφιβολία ως δημιουργική δύναμη που αντιστέκεται στην παθητική αποδοχή και προάγει την κριτική σκέψη.
Και στις δύο περιπτώσεις, η αμφιβολία δεν είναι αδυναμία, αλλά μέθοδος προσέγγισης της αλήθειας. Ο Θωμάς ζητά εμπειρία· O Μπρεχτ ζητά διαρκή έλεγχο των «βεβαιοτήτων».
Ωστόσο, υπάρχει και μια ουσιώδης διαφορά: Στον Θωμά, η αμφιβολία αίρεται μέσα από μια προσωπική συνάντηση που οδηγεί στην πίστη («ο Κύριός μου και ο Θεός μου»), ενώ στον Μπρεχτ η αμφιβολία παραμένει ενεργή και αναγκαία ως κοινωνικό και πολιτικό εργαλείο.
Έτσι, ο Θωμάς εκφράζει μια υπαρξιακή πορεία από την αμφιβολία προς την πίστη, ενώ ο Μπρεχτ υπερασπίζεται την αμφιβολία ως μόνιμη στάση αντίστασης.
Και οι δύο, όμως, απορρίπτουν την άκριτη αποδοχή και αναδεικνύουν τη σημασία της προσωπικής αναζήτησης της αλήθειας.
ΣΥΝΟΨΗ
Η στάση του Θωμά απέναντι στην Ανάσταση του Χριστού προσφέρεται για γόνιμη σύγκριση με διαφορετικές φιλοσοφικές και πνευματικές παραδόσεις (Αριστοτέλη > Εμπειρισμό και Αισθησιοκρατία)
Με τον Αριστοτέλη τον συνδέει η έμφαση στην εμπειρία ως αφετηρία της γνώσης: Όπως ο φιλόσοφος θεωρεί τις αισθήσεις βάση του «εἰδέναι», έτσι και ο Θωμάς ζητά να δει και να αγγίξει για να πεισθεί. Παράλληλα, με τον Πρωταγόρα μοιράζεται μια επιφυλακτική στάση απέναντι σε ό,τι δεν μπορεί να τεκμηριωθεί, αφού ο σοφιστής δηλώνει άγνοια «περὶ θεῶν», αναδεικνύοντας τα όρια της ανθρώπινης γνώσης. Στο ίδιο επίπεδο κοινά σημεία περί Θεών υπάρχουν και στον Επίκουρο, με τις ιδιαιτερότητες του φιλοσόφου. Με τον Επίκουρο, ο Θωμάς συγκλίνει ως προς το κριτήριο της γνώσης, καθώς και οι δύο αναγνωρίζουν την αισθητηριακή εμπειρία ως θεμέλιο της βεβαιότητας. Ωστόσο, η πορεία τους αποκλίνει, αφού ο Επίκουρος αποκλείει το θαυμαστό, ενώ ο Θωμάς, όταν αποκτήσει εμπειρική επιβεβαίωση, οδηγείται σε πίστη.
Ο Βάκων, ο Λοκ, ο Χιουμ και ο Καρτέσιος με τις θέσεις τους για το ρόλο της εμπειρίας για την κατάκτηση της γνώσης προσεγγίζουν την απαίτηση του Θωμά «εάν μη ίδω… ου μη πιστεύσω»).
Σε νεότερο πλαίσιο, η αμφιβολία του Θωμά βρίσκει αναλογία στον Μπέρτολτ Μπρεχτ, όπου η αμφισβήτηση λειτουργεί ως κίνητρο αναζήτησης της αλήθειας και όχι ως άρνησή της. Η αμφιβολία γίνεται δημιουργική δύναμη.. Συνολικά, ο Θωμάς ενσαρκώνει μια μορφή εμπειρικού σκεπτικισμού που ξεκινά από την αμφιβολία, συνομιλεί με διαφορετικές φιλοσοφικές στάσεις, αλλά τελικά υπερβαίνει όλες αυτές, καταλήγοντας σε μια βιωματική και προσωπική πίστη.
Ε Π Ι Μ Υ Θ Ι Ο Ν
Ο Ιούδας έμεινε με το συνοδευτικό «Προδότης» και ο Θωμάς με το «Άπιστος», ενώ οι συμπεριφορές τους καταχωρήθηκαν στην καθημερινότητά μας ως αρνητικά πρότυπα. Ίσως ο Θωμάς που είχε μαρτυρικό τέλος διδάσκοντας το λόγο του Χριστού (όσο κανείς άλλος μαθητής του) να αδικείται από αυτόν τον χαρακτηρισμό.
Ωστόσο στο απυρόβλητο έμειναν οι Ιακώβ και Ιωάννης που με το αίτημά τους προς τον Χριστό απογοήτευσαν περισσότερο τον Δάσκαλό τους στο βαθμό που δεν κατανόησαν το ρόλο και τη θεία φύση του.
Γενικότερα είναι πιο έντονο το στοιχείο αδυναμίας κατανόησης της Θείας φύσης του Χριστού στο αίτημα των Ιακώβ και Ιωάννη και όχι στην απαίτηση του Ιούδα "βάλω την χείρα επί τον τύπον..."
Αν το δούμε, δηλαδή, με θεολογική και φιλοσοφική ακρίβεια, η πιο έντονη αδυναμία κατανόησης της θείας φύσης του Χριστού δεν βρίσκεται στον Θωμά, αλλά στο αίτημα των υιών του Ζεβεδαίου.
Στο επεισόδιο με τους Ιάκωβο και τον Ιωάννη ο (Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο 10,35-40), οι δύο μαθητές ζητούν θέσεις δόξας «ἐκ δεξιῶν και ἐξ εὐωνύμων». Εδώ η παρανόηση είναι δομική: Αντιλαμβάνονται τον Χριστό με όρους κοσμικής εξουσίας, ως μεσσιανικό βασιλιά που θα εγκαθιδρύσει πολιτική κυριαρχία. Δεν κατανοούν ούτε τον σταυρικό χαρακτήρα της αποστολής Του ούτε τη φύση της Βασιλείας Του. Γι’ αυτό και ο Χριστός τους απαντά: «οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε». Πρόκειται για άγνοια σκοπού και ουσίας.
Αντίθετα, ο Θωμάς στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο (20,24-29) δεν παρερμηνεύει τη φύση του Χριστού. Αμφιβάλλει για το γεγονός της Ανάστασης. Η απαίτησή του («ἐὰν μὴ ἴδω… καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου…») αφορά την επιβεβαίωση ενός γεγονότος, όχι τη στρέβλωση της έννοιας του θείου. Και όταν πείθεται, διατυπώνει την πληρέστερη ομολογία: «ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου».
Συνεπώς, η αδυναμία των Ιακώβου και Ιωάννη είναι βαθύτερη: Δεν αφορά το «αν» αλλά το «τι» είναι ο Χριστός. Ο Θωμάς αμφιβάλλει για να πιστέψει· εκείνοι (Ιακώβ-Ιωάννης) πιστεύουν, αλλά δεν έχουν ακόμη καταλάβει σε ποιον πραγματικά πιστεύουν.
Στις μέρες μας και στην ανάγκη να επιβιώσουμε ενάντια στα κύματα των πληροφοριών και των απατηλών υποσχέσεων συγκρούονται, έστω και σε μεταφορικό επίπεδο, οι δύο στάσεις ζωής:
Το «Και μη γίνου άπιστος, αλλά πιστός» (Ιωάν. Κ, 27) με το «Εάν μη ίδω εν ταις χερσίν αυτού τον τύπον των ήλων και βάλω τον δάκτυλόν μου εις τον τύπον των ήλων, και βάλω την χείρα μου εις την πλευράν αυτού, ου μη πιστεύσω» (Ιωάν. Κ, 25).
*Κική Δημουλά, ”Εν είδει περιστεράς Κύριε”







.jpg)


.png)
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου