Η ζωή μας: Mια “χαρακιά πικρή” στην άμμο…

 

            #Γράφει ο Ηλίας Γιαννακόπουλος, Blog "ΙΔΕΟπολις"

                    *Αφιέρωμα στην Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

     &. Η ανθρώπινη ζωή μέσα από τους στίχους των ποιητών μας.

              Κι ενώ σήμερα Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης  το διαδίκτυο λύγισε από το βάρος των Ποιημάτων που φιλοξενούνται και προβάλλονται από τους λάτρεις της Ποίησης και τους ευκαιριακούς ή κατ' έθιμον θαυμαστές της πολλοί είναι εκείνοι που αναζητούν εκείνον τον-ην Ποιητή-τρια, εκείνο το ποίημα ή τον στίχο που τους εκφράζει περισσότερο.

           Στίχοι που αποτυπώνουν-περιγράφουν με τον πιο εναργή τρόπο ή  και υποδηλωτικό τις πνευματικές ανησυχίες, τις υπαρξιακές αγωνίες, τις μεταφυσικές αναζητήσεις, τον κοινωνικό προβληματισμό, τους συναισθηματικούς παλμούς, τις ηθικές επιλογές, τις ανθρώπινες ευαισθησίες και όχι σπάνια τις υπόρρητες διαψεύσεις κάποιων ονείρων μας για μία ζωή αλλιώτικη από αυτήν που ζήσαμε ή ζούμε.
      Την παραπάνω "επετειακή"  συνήθεια ήταν δύσκολο να την αγνοήσω κι εγώ στο βαθμό που φέτος συμπληρώνονται 30 χρόνια από το θάνατο του Ελύτη (18/3/1996) και την 21/3 γιορτάζω τα γενέθλιά μου.

             Υπείκων κι εγώ, λοιπόν, στο έθιμο να αναζητούμε εκείνο τον στίχο που μας εκφράζει κι εν μέρει συνιστά και ταυτοτικό μας στοιχείο εστίασα το ενδιαφέρον μου σε ένα στίχο του Ελύτη, από το ποίημα "ΕΠΕΤΕΙΟΣ" (1936):

    "Έφερα τη ζωή μου ως εδώ/χαρακιά πικρή στην άμμο που θα σβήσει...".

            Εκείνο το στοιχείο που αιχμαλώτισε την προσοχή μου και επηρέασε την επιλογή του συγκεκριμένου δίστιχου του Ελύτη ήταν ο εξομολογητικός του τόνος. Ένα δίστιχο με έντονα αυτοβιογραφικά γνωρίσματα που υπερβαίνουν την ατομική περίπτωση και στεγάζουν αναμφισβήτητα και το γενικό.

        Κι αυτό γιατί ο καθένας μετά τα πρώτα του –“ήντα” (50+, 60+, 70+...) συνειδητά ή ασυνείδητα προβαίνει σε έναν απολογισμό της ζωής του και στοχάζεται πάνω σε αυτήν προσμετρώντας λάθη, αστοχίες, απογοητεύσεις, διαψεύσεις, τραύματα αλλά και επιτυχίες ή και "ανατάσεις".

         Με αυτά τα δεδομένα μία ανίχνευση και επεξεργασία της εξομολογητικής διάθεσης του Ελύτη στο δίστιχο θα μας δίδασκε πολλά για τον τρόπο που αξιολογείται-όχι μόνον από τον ποιητή αλλά κι από κάθε άνθρωπο-η ζωή.

          Ο ποιητής καταφεύγει στη χρήση της λέξης "χαρακιά" για να  δηλώσει με τον πιο εύγλωτο και παραστατικό τρόπο τα πλήγματα και τα τραύματα που δέχεται η ζωή μας στην πορεία της στο χρόνο. Η ανθρώπινη ζωή δεν είναι μία διαδρομή σε δοκιμασμένους και ασφαλείς δρόμους, αλλά μία δοκιμασία, μία περιπέτεια γεμάτη απρόοπτα και κινδύνους.

          Η ανθρώπινη ζωή δεν συνιστά μία ευθύγραμμη πορεία αλλά ένα αγώνισμα σε κακοτράχαλα μονοπάτια γεμάτα κοφτερές πέτρες που γεμίζουν το ανθρώπινο σώμα με χαρακιές "πικρές".

         Το επίθετο "πικρή" ως συνοδευτικό της "χαρακιάς" υποδηλώνει το εύρος και το βάρος των "τραυμάτων" που επιφέρει ο χρόνος στο σώμα του ανθρώπου. Τραύματα που σχετίζονται με τις διαψεύσεις και απογοητεύσεις που γνωρίζει ο άνθρωπος στην προσπάθεια-αγώνα του όχι μόνον να επιβιώσει αλλά και να νοηματοδοτήσει τη ζωή του.

        Η μελαγχολική διαπίστωση-εξομολόγηση του ποιητή στο δίστιχο αυτό για την ανθρώπινη ζωή συμπληρώνεται από τη λέξη "άμμος" που υποδηλώνει με τον πιο εμφαντικό τρόπο αυτό που οι σοφοί των αιώνων έχουν διατυπώσει: Το εφήμερο, το πεπερασμένο και τη ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.

         Η λέξη "άμμος" λειτουργεί ως σύμβολο της "προσωρινότητας" της ανθρώπινης ζωής, αφού στο τέλος κάθε προσπάθεια ή κίνηση υπέρβασης της φθαρτότητάς της είναι καταδικασμένες να αποτύχουν-σβήσουν μπροστά στο αναπόφευκτο του θανάτου.

   
      Το αναπότρεπτο και  ευμετάβλητο της ανθρώπινης Μοίρας και την τελική πτώση-συντριβή του ανθρώπου από τη συμπαντική δύναμη της φθοράς (θάνατος) το αποδίδει με περισσή πιστότητα ένας ύμνος από τη νεκρώσιμη ακολουθία:

         "Ποια του βίου τρυφής διαμένει λύπης αμέτοχος; Ποια δόξα έστηκεν επί γης αμετάθετος; Πάντα σκιάς ασθενέστερα,  πάντα ονείρων απατηλότερα. Μία ροπή και ταύτα πάντα θάνατος διαδέχεται" (Ποια απόλαυση ζωής βρίσκεται αμέτοχη λύπης; Ποια δόξα γήινη μένει σταθερή και αμετάθετη; Όλα είναι ασθενέστερα από την σκιά και απατηλότερα από το όνειρο. Μία στιγμή και όλα τα διαδέχεται ο θάνατος)

      Μήπως και ο Καβάφης στους "Τρώες" του την αναπόφευκτη τελική πτώση του ανθρώπου δεν προοικονομεί;

                                     "Και όμως η πτώσης μας είναι βεβαία".
        Κι ενώ προσπαθώ να αποκωδικοποιήσω την υπαρξιακή ομολογία-αυτοεξομολόγηση του Ελύτη "Έφερα τη ζωή μου..." στο νου στριφογυρίζουν δύο άλλοι παράλληλοι στίχοι του Σεφέρη που αισθητοποιούν κι αυτοί την ανθρώπινη αγωνία για τη ζωή.

      "Κράτησα τη ζωή μου"//"Αχ! αν  ήταν η ζωή πιο ίσια πως θα την παίρναμε κατόπι". 


       Στον Ελύτη φαίνεται να κυριαρχεί περισσότερο το βάρος της ζωής και οι "πικρές χαρακιές" της καθόλη τη χρονική διαδρομή της. Στον Σεφέρη η αγωνία εστιάζεται στη διατήρησή της ("κράτησα"). Η ζωή δεν λαμβάνεται μόνον ως ένα βαρύ φορτίο που μεταφέρεται ("'έφερα τη ζωή μου") , αλλά και ως κάτι πολύτιμο που προστατεύεται ("κράτησα τη ζωή μου") από όλα εκείνα τα στοιχεία που αλλοιώνουν το νόημά της και ίσως-ίσως υφαίνουν το τέλος της.

       Από την άλλη πλευρά η επιθυμία-προσδοκία του Σεφέρη για μία ζωή "ίσια", ευθύγραμμη, απλή, χωρίς στρεβλώσεις, αποκλίσεις και καμπές-στροφές (ευκταία πραγματικότητα) συμπληρώνει την διαπίστωση του Ελύτη για τη ζωή με "χαρακιά πικρή"(απευκταία πραγματικότητα).

        Η σεφερική διαπίστωση "μα αλλιώς η μοίρα το βουλήθη"  κινείται στην ίδια μελαγχολική διαπίστωση του Ελύτη για τη ζωή "θα σβήσει στην άμμο".

                              


         Εξάλλου πώς μπορείς να "κρατάς" τη ζωή σου και να την ορίζεις όταν όλα γύρω σου αλλάζουν χωρίς προειδοποίηση και χωρίς τη θέλησή σου και η ίδια συνεχώς αλλάζει και στο τέλος κυλάει-γλιστρά και χάνεται;

          Και επειδή οι συνειρμοί δεν γνωρίζουν περιορισμούς, ούτε έχουν όρια κι επειδή η ανάγκη για έναν απολογισμό της ζωής μας συνιστά ένα επιτακτικό καθήκον για όσους βαδίζουν τα τρίτα –“ήντα” της ζωής τους, αναπόδραστα  το εξομολογητικό δίστιχο του Ελύτη «Έφερα τη ζωή μου ως εδώ/Χαρακιά πικρή στην άμμο που θα σβήσει» και το σπαρακτικό σεφερικό «Κράτησα τη ζωή μου» ανέσυραν από τα ενδότερα δώματα της μνήμης μου στίχους και άλλων ποιητών που έμμεσα ή άμεσα σχετίζονται με τους παραπάνω στίχους των Ελύτη και Σεφέρη.

         "Η ζωή μου όλη πέρασε σαν δρόμος μακρινός /και ούτε κατάλαβα που πήγαινα" (Καρυωτάκης).

        "Ποτάμι η ζωή μου κύλησε στη γη /κι όλα τα πήρε ο χρόνος στο πέρασμά του" (Σικελιανός). 

 

             Οι στίχοι και των τεσσάρων ποιητών συνυφαίνουν μία sui generis  ποιητική επικοινωνία  για τη μοίρα της ανθρώπινης ζωής μέσα στον χρόνο και ταυτόχρονα λειτουργούν και ως μία μελαγχολική εξομολόγηση-αυτοεξομολόγηση για τη ζωή τους. Υπόρρητα στην εξομολόγηση αυτή εμπεριέχονται και αυτοβιογραφικά στοιχεία που ωστόσο υπερβαίνουν τα όρια του ατομικού και αποκτούν γενικό χαρακτήρα.  

           Ειδικότερα στο δίστιχο  του Ελύτη «Έφερα τη ζωή μου ως εδώ, χαρακιά πικρή στην άμμο που θα σβήσει» η ανθρώπινη ζωή-ύπαρξη παρουσιάζεται ως ένα εύθραυστο συμβάν, μια χαρακιά που ο χρόνος και η λήθη απειλούν να εξαφανίσουν.

           Ο Σεφέρης, λέγοντας σπαρακτικά το «Κράτησα τη ζωή μου», προβάλλει την αγωνιώδη προσπάθεια του ανθρώπου να διασώσει το νόημα και την αξιοπρέπεια της ύπαρξής του μέσα στις αντιξοότητες της ιστορίας και της καθημερινότητας.


         Από την άλλη πλευρά ο Καρυωτάκης, με τον στίχο «Η ζωή μου όλη πέρασε σαν δρόμος μακρινός και ούτε κατάλαβα πού πήγαινα», αισθητοποιεί με έναν δραματικό τόνο την αίσθηση της απώλειας προσανατολισμού, τη σιωπηλή φθορά που αφήνει τον άνθρωπο να βαδίζει χωρίς βεβαιότητα για τον προορισμό του.

          Στο δίστιχο του Σικελιανού «Ποτάμι η ζωή μου κύλησε στη γη κι όλα τα πήρε ο χρόνος στο πέρασμά του», η ζωή φαίνεται να λαμβάνει τη μορφή μιας φυσικής αδιάλειπτης ροής, όπου ο χρόνος λειτουργεί ως δύναμη που παρασύρει τα πάντα, υποδηλώνοντας ταυτόχρονα με παράπονο την αδυναμία του ανθρώπου να ορίσει τη ζωή του.

            Έτσι, ο “δρόμος” του Καρυωτάκη, το “ποτάμι” του Σικελιανού, η “χαρακιά” του Ελύτη και το “κράτησα” του Σεφέρη συνθέτουν τις τέσσερις όψεις της ίδιας εμπειρίας: Την πορεία του ανθρώπου μέσα στον χρόνο, όπου η μνήμη, η φθορά και η αντίσταση συνυπάρχουν.

              Και πώς μπορούμε να αντισταθούμε σε αυτήν τη μελαγχολική διαπίστωση για την περατότητα και τη θνητότητα (ματαιότητα) της ανθρώπινης ζωής, χωρίς να φαινόμαστε πως αρνούμαστε την κοσμική-συμπαντική τάξη;

           Νομίζω πως τα τελευταία λόγια του Ελύτη από την ομιλία του κατά την παράδοση του βραβείου Νόμπελ Ποίησης (1979) είναι άκρως ενθαρρυντικά και διδακτικά:

       “Δεν αρκεί να ονειροπολούμε με τους στίχους. Είναι λίγο. Δεν αρκεί να πολιτικολογούμε. Είναι πολύ. Κατά βάθος ο υλικός κόσμος είναι απλώς ένας σωρός από υλικά. Θα εξαρτηθεί από το αν είμαστε καλοί ή κακοί αρχιτέκτονες το τελικό αποτέλεσμα. Ο Παράδεισος ή η Κόλαση που θα χτίσουμε. Εάν η Ποίηση παρέχει μια διαβεβαίωση, και δη στους καιρούς τους dürftiger, είναι ακριβώς αυτή: ότι η μοίρα μας παρ' όλ' αυτά βρίσκεται στα χέρια μας”.

         Αλήθεια «η μοίρα μας παρ' όλ' αυτά βρίσκεται στα χέρια μας»  ή κάθε φορά θα επικαλούμαστε το σεφερικό:

                           “Μα αλλιώς η μοίρα το βουλήθη”.

            Τελικά  είναι η ανθρώπινη ζωή μάταιη, είναι μία δημιουργική περιπέτεια ή ένας αγώνας νοηματοδότησής της;

               Αυτό το διαχρονικό ερώτημα που τίθεται “αενάως” από φιλοσόφους και επιστήμονες οι μόνοι που το προσέγγισαν σωστά είναι οι Ποιητές με τις απαντήσεις έδωσαν. Απαντήσεις-Στίχοι που διατρέχουν ολόκληρη την ελληνική ποίηση, από την αρχαιότητα έως τη νεότερη εποχή.

           Έτσι, μέσα στους αιώνες, η ποίηση επαναλαμβάνει την ίδια αλήθεια: η ζωή προχωρεί αδιάκοπα, και ο άνθρωπος προσπαθεί απλώς να αφήσει ένα ίχνος μέσα στη ροή του χρόνου.

        Ενδεικτικά παρατίθενται κάποιοι στίχοι που αναδεικνύουν τη διαχρονική απορία του ανθρώπου απέναντι στο μυστήριο της ζωής:

                                1. Από τον Όμηρο ( Ιλιάδα , Ζ 146-149):

           «οίη περ φύλλων γενεή, τοίη δε και ανδρών· φύλλα τα μεν τ’ άνεμος χαμάδις χέει, άλλα δε θ’ ύλη τηλεθόωσα φύει, έαρος δ’ επιγίγνεται ώρη· ως ανδρῶν γενεὴ η μὲν φύει η δ’ απολήγει.»(Όπως η γενιά των φύλλων, έτσι και των ανθρώπων· άλλα τα ρίχνει ο άνεμος κι άλλα φυτρώνουν).

                                                2. Από τον Πίνδαρο

           «επάμεροι· τι δε τις; τι δ’ ου τις; σκιάς όναρ άνθρωπος.»  (Πλάσματα μιας ημέρας· τι είναι κανείς; τι δεν είναι; Ο άνθρωπος είναι όνειρο σκιάς).

                                              3. Από τον Μνίμνερμο

        «ώσπερ φύλλα φύονται και άλλα καταπίπτει, ως ανθρώπων γενεή.» (Όπως τα φύλλα φυτρώνουν και άλλα πέφτουν, έτσι και η γενιά των ανθρώπων.)

                                              4. Από τον Σοφοκλή

             «βροτοὶ δε μηδὲν όντες»(Οι άνθρωποι, όντα σχεδόν μηδενικά μπροστά στον χρόνο).

 

 Αρχή φόρμας


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα, Γ΄ Λυκείου (Νέες τεχνολογίες – Τεχνητή Νοημοσύνη)

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα και τη Λογοτεχνία, Γ΄ Λυκείου (Βία)

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα, Γ΄ Λυκείου (Φανατισμός)

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία, Γ΄ Λυκείου (Πόλεμος - Ειρήνη)