«Ιππεύοντας “Νεκρά Άλογα”: Από τον Καβάφη έως το Σπήλαιο του Πλάτωνα»
*Γράφει ο Ηλίας Γιαννακόπουλος, Blog "ΙΔΕΟπολις"
&.“Το Νεκρό Άλογο” (θεωρία) και οι αντανακλάσεις του στη Λογοτεχνία και Φιλοσοφία.
Από μία απροσδιόριστη αιτία και λογικά δυσερμήνευτη ο νους μου περιστρέφεται κατά τακτά διαστήματα στο ποίημα του Κ. Καβάφη «Οι Τρώες» και ιδιαίτερα στους στίχους:
«Είν’ οι προσπάθειές μας, των συφοριασμένων·/είν’ οι προσπάθειές μας σαν των Τρώων./Κομμάτι κατορθώνουμε· κομμάτι/παίρνουμε απάνω μας· κι αρχίζουμε/να ’χουμε θάρρος και καλές ελπίδες.»
Οι «Τρώες» του Καβάφη φαίνεται να γνωρίζουν το τέλος τους. Ωστόσο δεν απελπίζονται και προσπαθούν να ανατρέψουν τα “προδιαγεγραμμένα” της μοίρας τους. Αγωνίζονται σκληρά κι ας ομολογούν το αναπόφευκτο:
«Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία»
Κι ενώ αναζητούσα τη στόχευση του Καβάφη μέσα από το ποίημα «Τρώες»-και αφήνοντας στην άκρη τα περί της απαισιοδοξίας του-συλλογίστηκα μήπως τελικά οι ήρωές του αντιμετώπιζαν την πραγματικότητα με έναν ξεχωριστό τρόπο που ενείχε τα στοιχεία της επιμονής σε έναν αγώνα ατελέσφορο.
Κάπου εδώ παρατήρησα πως η ανθρώπινη ιστορία-ατομική και συλλογική-είναι γεμάτη από τέτοιες πράξεις επιμονής. Όμως δεν είναι κάθε επιμονή ίδια. Άλλοτε γεννιέται από την άρνηση, άλλοτε από τη συνείδηση, κι άλλοτε από την τραγική αξιοπρέπεια.
Με όχημα, λοιπόν, αυτές τις σκέψεις οι συνειρμοί με οδήγησαν στη θεωρία του «Νεκρού Αλόγου» που με έναν δικό της ξεχωριστό τρόπο καταγράφει κι αναδεικνύει τη στάση-συμπεριφορά πολλών ανθρώπων απέναντι σε μία πραγματικότητα (νεκρό άλογο) την οποία αρνούνται να αποδεχτούν από κάποιο απροσδιόριστο φόβο απέναντι στο νέο και στην αλλαγή.
Ειδικότερα η λεγόμενη «θεωρία του νεκρού αλόγου» περιγράφει τη μάταιη επιμονή του ανθρώπου σε κάτι που έχει ήδη αποτύχει-πεθάνει, αναδεικνύοντας μια βαθιά υπαρξιακή και κοινωνική παθογένεια. Δεν πρόκειται απλώς για μια πρακτική αστοχία, αλλά για μια στάση ζωής που συνδέεται με την άρνηση της πραγματικότητας, τον φόβο της αλλαγής και την προσκόλληση σε ψευδαισθήσεις.
Τώρα, βέβαια, το να προσπαθεί ή να τολμά κάποιος-γιατί περί τόλμης πρόκειται-να βρει αναλογίες ανάμεσα σε μία θεωρία (ψυχολογική;) και σε ένα λογοτεχνικό ή φιλοσοφικό κείμενο ενέχει κινδύνους ερμηνευτικής αυθαιρεσίας.
Με όλες, λοιπόν, αυτές τις επιφυλάξεις και τις δυσκολίες μιας τέτοιας προσπάθειας και με την παραδοχή πως η λογοτεχνία και η φιλοσοφία έχουν συχνά αναδείξει αυτήν την ανθρώπινη τάση (επιμονή σε κάτι χαμένο) μέσα από συμβολικές μορφές και αφηγήσεις που φωτίζουν τη ματαιότητα της επιμονής χωρίς προοπτική, θα επιχειρηθεί η ανίχνευση αναλογιών ανάμεσα στη θεωρία του «Νεκρού Αλόγου» και σε κάποια λογοτεχνικά κείμενα (ποιητικά και πεζά) ή ακόμη και φιλοσοφικά.
Τα κείμενα αυτά είναι: Το ποίημα «Τρώες» του Καβάφη, «Ο μύθος του Σισύφου» του Καμύ, «Ο βασιλιάς της Ασίνης» του Σεφέρη, ο «Δον Κιχώτης» του Θερβάντες, το «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Μπέκετ και από τον χώρο της Φιλοσοφίας η «Αλληγορία του Σπηλαίου» του Πλάτωνα.
Όλα τα παραπάνω και η θεωρία του «Νεκρού Αλόγου» συνθέτουν ένα ερμηνευτικό σχήμα της ανθρώπινης στάση και επιμονής απέναντι στο αδιέξοδο.
. . Οι Τρώες → επιμένουν ενώ όλα έχουν χαθεί.
. . Ο βασιλιάς της Ασίνης → η αναζήτηση ενός ανύπαρκτου.
- . Ο Σίσυφος → επαναλαμβάνει το μάταιο.
- . Ο Δον Κιχώτης → παρερμηνεύει την πραγματικότητα.
- . Ο Γκοντό → δεν έρχεται ποτέ.
- . Ο Πλάτων → δείχνει ότι οι άνθρωποι προτιμούν το ψεύτικο-τις σκιές.
Η ανθρώπινη σχέση με την πραγματικότητα δεν είναι ποτέ άμεση. Διαμεσολαβείται από προσδοκίες, φόβους και ψευδαισθήσεις. Συχνά, οι άνθρωποι επιμένουν σε καταστάσεις που έχουν ήδη καταρρεύσει, αρνούμενοι να αποδεχθούν το προφανές. Η λεγόμενη «θεωρία του Νεκρού Αλόγου» αποτυπώνει αυτήν ακριβώς την άρνηση: Συνεχίζουμε να επενδύουμε σε κάτι που δεν λειτουργεί.
Η λογοτεχνία και η φιλοσοφία, από την αρχαιότητα έως σήμερα (τη νεωτερικότητα), επιστρέφουν και περιγράφουν διαρκώς αυτήν την στάση. Μέσα από εμβληματικά έργα, αναδεικνύεται η ανθρώπινη αδυναμία να εγκαταλείψει το αδιέξοδο (“νεκρό άλογο”) και να αντικρίσει την αλήθεια χωρίς αυταπάτες.
1.«Τρώες», Κ.. Καβάφη
Στο ποίημα Τρώες του Κωνσταντίνου Καβάφη, η θεωρία του «νεκρού αλόγου» αποκτά τραγική διάσταση, καθώς οι ήρωες συνεχίζουν να μάχονται ενώ γνωρίζουν την αναπόφευκτη ήττα. Η παραμονή τους στα τείχη της Τροίας θυμίζει την επιμονή σε ένα «νεκρό άλογο», μια υπόθεση χαμένη εκ των προτέρων. Ωστόσο, εδώ η επιμονή αποκτά και ηθικό βάθος, καθώς συνδέεται με την αξιοπρέπεια και την τιμή. Η άρνηση εγκατάλειψης δεν είναι απλώς πλάνη, αλλά και συνειδητή στάση απέναντι στη μοίρα.
Στους Τρώες κυριαρχεί η τραγική ιστορικότητα.
*Σχετική αναλογία υπάρχει και μεταξύ του ποιήματος «Τα Παράθυρα» του Καβάφη και της «Θεωρίας του Νεκρού Αλόγου»
2. «Ο βασιλιάς της Ασίνης», Γ. Σεφέρης
«”Ασίνην τε Ασίνην τε…”. Να ΄ταν αυτή ο βασιλιάς της Ασίνης/που τον γυρεύουμε τόσο προσεχτικά σ’ αυτή την ακρόπολη, /αγγίζοντας κάποτε με τα δάχτυλά μας την αφή του πάνω στις πέτρες»
Στους παραπάνω σεφερικούς στίχους είναι έντονη η απουσία ζωής και το αίσθημα του κενού
Στο ποίημα «Ο βασιλιάς της Ασίνης», ο Σεφέρης παρουσιάζει την επίμονη αναζήτηση ενός προσώπου που δεν υπάρχει πια. Ο «βασιλιάς» έχει χαθεί, όμως οι άνθρωποι συνεχίζουν να τον αναζητούν μέσα σε ερείπια και ίχνη, σαν να μπορεί το παρελθόν να επανέλθει.
Η εικόνα αυτή λειτουργεί ως αλληγορία μιας συλλογικής αυταπάτης: Αντί να αποδεχτεί την απουσία, ο άνθρωπος προσκολλάται σε σύμβολα και αναμνήσεις. Έτσι, η ποίηση του Σεφέρη αποτυπώνει με υπαινικτικό τρόπο τη λογική του «νεκρού αλόγου», όπου η αδυναμία αποδοχής της πραγματικότητας οδηγεί σε στασιμότητα και εσωτερική φθορά.
Ειδικότερα στο ποίημα προβάλλεται η αναζήτηση ενός ανύπαρκτου βασιλιά που όμως οι άνθρωποι συνεχίζουν ματαίως να τον αναζητούν. Στη θεωρία του «Νεκρού Αλόγου» ο άνθρωπος-αναβάτης συνεχίζει να επενδύει-ελπίζει σε κάτι που έχει χαθεί.
Αντί για ρήξη, αποκόλληση από το παρελθόν και κίνηση προς τα εμπρός παρατηρείται μία εμμονή, μία προσκόλληση και μία ανακύκλωση της μνήμης σε ίχνη και σύμβολα του παρελθόντος (οι πέτρες, τα ερείπια, η αφή).
Ο Σεφέρης υπαινίσσεται κάτι πολύ σχετικό με την εθνική ελληνική παθογένεια:
Το έθνος που αναζητά ταυτότητα σε φαντάσματα του παρελθόντος, αντί να αποδεχτεί το τέλος του και να προχωρήσει μπροστά.
Ακριβώς όπως και στη «Θεωρία του Αλόγου»: Δεν κατεβαίνουμε από το άλογο, απλώς ψάχνουμε τρόπους να πιστέψουμε ότι ζει ακόμη.
3. «Ο Μύθος του Σισύφου», Αλμπέρ Καμύ
«Η μάχη είναι ωραία, ακόμη κι όταν είναι μάταιη» ( Αλμπέρ Καμύ)
Στον «Μύθο του Σισύφου» του Καμύ, η επανάληψη είναι απόλυτη και ατελείωτη. Ο Σίσυφος γνωρίζει ότι ο βράχος θα κυλήσει ξανά, κι όμως συνεχίζει. Εδώ η αναλογία βαθαίνει: H πράξη δεν έχει αποτέλεσμα, αλλά δεν εγκαταλείπεται. Ωστόσο, ο Καμύ προτείνει κάτι ριζικά διαφορετικό. Δεν πρόκειται για αυταπάτη, αλλά για συνειδητή αποδοχή του παραλόγου. Ο άνθρωπος δεν κατεβαίνει από το «νεκρό άλογο», αλλά επιλέγει να μείνει, γνωρίζοντας την αλήθεια. Και μέσα σε αυτή τη γνώση, βρίσκει μια μορφή ελευθερίας που δεν εξαρτάται από την επιτυχία.
«Ο αγώνας προς τις κορυφές αρκεί για να γεμίσει την καρδιά του ανθρώπου. Πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο» (Καμύ)
Στον «Μύθο του Σισύφου» του Αλμπέρ Καμύ, η θεωρία του νεκρού αλόγου μετασχηματίζεται σε υπαρξιακή αλληγορία. Ο άνθρωπος, όπως ο Σίσυφος, καλείται να αναγνωρίσει την αδυναμία υπέρβασης της μοίρας και να βρει νόημα μέσα στην ίδια την πράξη της προσπάθειας, ακόμη κι αν αυτή μοιάζει με «νεκρό άλογο».
4. «Δον Κιχώτης», Μιγκέλ ντε Θερβάντες
5. «Περιμένοντας τον Γκοντό», Σάμιουελ Μπέκετ
«Τίποτα δεν γίνεται, κανείς δεν έρχεται, κανείς δεν φεύγει. Eίναι φοβερό».
Οι ήρωες του Μπέκετ περιμένουν κάποιον που δεν έρχεται ποτέ. Η αναμονή αυτή είναι το απόλυτο «νεκρό άλογο»: Μία ελπίδα χωρίς αντίκρισμα, που ωστόσο διατηρείται ζωντανή. Δεν υπάρχει δράση, μόνο επανάληψη και στασιμότητα. Οι χαρακτήρες δεν μπορούν να εγκαταλείψουν την προσδοκία, γιατί τότε θα πρέπει να αντιμετωπίσουν το κενό. Έτσι, η θεωρία του Νεκρού Αλόγου μετατρέπεται σε υπαρξιακή ακινησία, όπου η ψευδαίσθηση είναι προτιμότερη από την αλήθεια.
Στο «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Μπέκετ το «νεκρό άλογο» γίνεται χρόνος που δεν κυλά, ζωή που δεν προχωρά. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ανησυχητικό: Ότι ο άνθρωπος μπορεί να παραμένει εγκλωβισμένος όχι σε κάτι που κάνει, αλλά σε κάτι που περιμένει.
Οι δύο ήρωες του έργου, ο Βλαντιμίρ και ο Εστραγκόν επιμένουν σε μια προσδοκία χωρίς αντικειμενική βάση, εγκλωβισμένοι σε έναν κύκλο ακινησίας και ματαιότητας. Η στάση τους θυμίζει την επιμονή σε ένα «νεκρό άλογο», καθώς αρνούνται να εγκαταλείψουν μια ελπίδα που δεν δικαιώνεται. Ωστόσο, μέσα από αυτήν την παράλογη αναμονή αναδεικνύεται η βαθιά ανθρώπινη ανάγκη για νόημα και ελπίδα, ακόμη και όταν αυτά παραμένουν απόντα.
6. «Η Αλληγορία του Σπηλαίου», Πλάτων
«Οι δεσμώτες νομίζουν πως η αλήθεια δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι σκιές των αντικειμένων».
“Ιδέ γαρ ανθρώπους οίον εν καταγείω οικήσει σπηλαιώδει, αναπεπταμένην προς το φως την είσοδον…εν ταύτη εκ παίδων όντας εν δεσμοίς…» (Φαντάσου δηλαδή ανθρώπους σαν να είναι σε υπόγειο οίκημα που μοιάζει με σπηλιά, που έχει την είσοδο ανοιχτή προς το φως (του ήλιου)… με αποτέλεσμα αυτοί να μένουν ακίνητοι και να βλέπουν μόνον μπροστά…).
Στο Σπήλαιο, οι δεσμώτες θεωρούν τις σκιές ως πραγματικότητα. Η επιμονή τους σε αυτήν την ψευδαίσθηση είναι μια μορφή «νεκρού αλόγου»: Αρνούνται να δουν την αλήθεια, ακόμη κι όταν τους προσφέρεται. Όταν κάποιος απελευθερώνεται, οι υπόλοιποι τον απορρίπτουν. Η άγνοια γίνεται συνήθεια και ασφάλεια. Σε αυτή την περίπτωση, το πρόβλημα δεν είναι η αποτυχία μιας πράξης, αλλά η ίδια η αντίληψη της πραγματικότητας. Ο Πλάτων δείχνει ότι ο άνθρωπος δεν εγκαταλείπει εύκολα το ψεύδος, γιατί η αλήθεια απαιτεί ρήξη με ό,τι θεωρεί δεδομένο.
Στην «αλληγορία του Σπηλαίου» του Πλάτωνα το «νεκρό άλογο» δεν είναι μια αποτυχημένη επιλογή, αλλά ένα ολόκληρο σύστημα αντίληψης. Ο άνθρωπος δεν επιμένει απλώς στο λάθος, το υπερασπίζεται. Και αυτό κάνει την απελευθέρωση όχι μόνο δύσκολη, αλλά και επικίνδυνη.
Κάποιοι φοβούνται περισσότερο το φως της αλήθειας παρά το σκοτάδι της πλάνης-άγνοιας.
Όπως, επομένως, οι άνθρωποι του σπηλαίου (“τας βελτίστους φύσεις”) επιβάλλεται “ιδείν τε το αγαθόν και αναβήναι εκείνην την ανάβασιν, και επειδάν αναβάντες ικανώς ίδωσι, μη επιτρέπειν αυτοίς ο νυν επιτρέπεται”, έτσι και όσοι ιππεύουν ένα «νεκρό άλογο» οφείλουν να αφυπνιστούν και να κατέβουν από το νεκρό άλογο και να δουν την πραγματικότητα.
Επιμύθιον
Από
τους «Τρώες», λοιπόν, μέχρι και το «Σπήλαιο» η ανθρώπινη πορεία φαίνεται
να διατρέχεται από μια κοινή αδυναμία: Την προσκόλληση στο αδιέξοδο. Είτε
πρόκειται για μάχη, για νόημα, για όνειρο ή για ψευδαίσθηση, ο άνθρωπος
δυσκολεύεται να αποδεχθεί το τέλος. Η θεωρία του «Νεκρού Αλόγου» δεν είναι απλώς σατιρική. Είναι υπαρξιακή διάγνωση.
Ωστόσο, μέσα σε αυτήν την επιμονή κρύβεται και κάτι δημιουργικό: Η ανάγκη για
ελπίδα, αξιοπρέπεια ή νόημα.
Το ερώτημα δεν είναι αν θα αποδεχτούμε ότι το άλογο είναι νεκρό και για αυτό πρέπει να το εγκαταλείψουμε το «νεκρό άλογο», αλλά πότε και με ποιο τίμημα για την αλήθεια και την ελευθερία μας.
Ως κατακλείδα θα μπορούσαμε να επισημάνουμε πως η θεωρία του «νεκρού αλόγου» φωτίζει μία διαδρομή, που το διακύβευμα δεν είναι η ύπαρξη του «νεκρού αλόγου», αλλά η στάση μας απέναντί του. Κάθε εποχή, κάθε κοινωνία και κάθε άνθρωπος καλείται να αποφασίσει: Θα συνεχίσει να επενδύει στο μάταιο (νεκρό άλογο) ή θα τολμήσει τη ρήξη με το οικείο, αναζητώντας ένα νέο νόημα;
Σε τελική ανάλυση, το «νεκρό άλογο» δεν είναι μια αφηρημένη ιδέα. Είναι επιλογές, πρόσωπα, συνήθειες και νοοτροπίες που ξέρουμε ότι δεν λειτουργούν, αλλά συνεχίζουμε να στηρίζουμε. Και ο «ελέφαντας στο δωμάτιο» δεν είναι κάτι κρυφό. Είναι αυτό που όλοι βλέπουν, συζητούν χαμηλόφωνα, αλλά αποφεύγουν να πουν ανοιχτά.
Η τομή αυτών των δύο γεννά μια επικίνδυνη ακινησία: Επιμένουμε στο λάθος και ταυτόχρονα αρνούμαστε να το ονομάσουμε. Έτσι εξηγείται γιατί επαναλαμβάνονται τα ίδια αδιέξοδα, είτε στη λογοτεχνία, είτε στη φιλοσοφία, είτε-κυρίως-στην πολιτική και την κοινωνία.
Το ζήτημα, τελικά, δεν είναι αν υπάρχουν «νεκρά άλογα» ή οι «ελέφαντες στο δωμάτιό μας», αλλά αν υπάρχει η βούληση να τα εγκαταλείψουμε ή να τα αντιμετωπίσουμε. Γιατί από αυτή τη στιγμή ειλικρίνειας ξεκινά κάθε πραγματική αλλαγή, που χωρίς αυτήν, απλώς συνεχίζουμε να κινούμαστε χωρίς να προχωράμε (περιμένοντας ανώφελα τον Γκοντό, που είτε δεν υπάρχει είτε δεν θα φανεί ποτέ).
&. Η «θεωρία του νεκρού αλόγου» είναι μια σύγχρονη μεταφορά που περιγράφει την παράλογη προσκόλληση σε κάτι που έχει ήδη αποτύχει. Αν το άλογο είναι νεκρό, η λογική λέει πως πρέπει να κατέβεις. Κι όμως, ο άνθρωπος προτιμά να αλλάξει σέλα, να συγκαλέσει επιτροπή, να επενδύσει περισσότερους πόρους ή να επαναπροσδιορίσει τον ορισμό του «νεκρού». Η άρνηση γίνεται μηχανισμός αυτοπροστασίας. Η πραγματικότητα δεν αναιρείται· απλώς μεταμφιέζεται.
Το «νεκρό άλογο» δεν είναι το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι ο αναβάτης που αρνείται να κατέβει.
&.«Το κείμενο αυτό είχε ως ερέθισμα-αφετηρία μία τυχαία ανάγνωση του ποιήματος του Καβάφη «Τρώες» και αναπτύχθηκε με τη συνδρομή-επεξεργασία και σύνθεση ιδεών των ψηφιακών εργαλείων που όταν προκληθούν να βοηθήσουν σε τέτοιου είδους συσχετίσεις και αναλογίες καταλαμβάνονται από μία “αγνωσία” ή και αμηχανία».





.jpg)


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου