«Όι, Όι Μάνα μου…»
&. Γράφει ο Ηλίας Γιαννακόπουλος, Blog "ΙΔΕΟπολις"
*Ο ρόγχος του θανάτου και ο ανθρώπινος φόβος στο πολεμικό μέτωπο
«Και κάποτε πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που 'λέγαν, όσοι ξέρανε, είναι ο ρόγχος του θανάτου». (Οδυσσέας Ελύτης, «Πορεία στο Μέτωπο», από το «Άξιον Εστί»).
Κάθε εθνική επέτειος ανακαλεί στη συλλογική μας μνήμη στιγμές ηρωισμού, αυτοθυσίας και υπεράσπισης της ελευθερίας.
Οι επετειακοί λόγοι, ωστόσο, συχνά φωτίζουν τόσο πολύ το μεγαλείο του ήρωα, ώστε αφήνουν στη σκιά τον άνθρωπο. Κι όμως, πίσω από κάθε στρατιωτικό παράσημο, κάθε ηρωική πράξη και κάθε εθνικό θρίαμβο υπάρχει ένας άνθρωπος που φοβάται, πονά και αγωνιά για τη ζωή του.
Το «Οι, όι Μάνα μου» του Ελύτη μάς καλεί να ακούσουμε αυτήν τη σιωπηλή ανθρώπινη αλήθεια.
«Και κάποτε πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που 'λέγαν, όσοι ξέρανε, είναι ο ρόγχος του θανάτου». (Οδυσσέας Ελύτης, «Πορεία στο Μέτωπο», από το «Άξιον Εστί»).
Μέρες του “ΟΧΙ”, μέρες εθνικής υπερηφάνειας και ανάτασης. Οι ομιλητές, με στεντόρεια φωνή και εθνικό οίστρο και ενθουσιασμό, περιγράφουν τον ηρωισμό των Ελλήνων στρατιωτών στα αλβανικά βουνά, απέναντι στην ιταμή επίθεση των Ιταλών.
Με ηχηρά επίθετα και ρήματα προβάλλουν την ανδρεία των στρατιωτών, οι οποίοι, αψηφώντας το κρύο και την πείνα, αντιμετώπισαν με σθένος έναν υπέρτερο σε αριθμό και εξοπλισμό στρατό. Ο ηρωισμός τους αναδεικνύεται ως κορυφαία έκφραση της αγάπης προς την Πατρίδα και της υπεράσπισης της ελευθερίας.
Ωστόσο, μέσα σε αυτόν τον λεκτικό οίστρο των ομιλητών και στον εθνικό μας αυτοθαυμασμό, συχνά αποσιωπάται το ανθρώπινο στοιχείο των Ελλήνων στρατιωτών στο μέτωπο των μαχών και του πολέμου γενικότερα. Οι Έλληνες στρατιώτες, δηλαδή, περιγράφονται ως υπερβατικές μορφές, που αψηφούν τις κακουχίες των χιονισμένων βουνών, αδιαφορούν για τις κλαγγές των όπλων και, το κυριότερο, εμφανίζονται σαν να έχουν απελευθερωθεί από τον φόβο του θανάτου.
Στην εξιδανίκευση των Ελλήνων μαχητών συνδράμουν και οι στίχοι των ποιητών μας, που εστιάζουν στην υψηλή συνείδηση του χρέους και στον δίκαιο αγώνα τους. Έτσι, ο υπαρξιακός φόβος απέναντι στην προοπτική του θανάτου στο πεδίο των μαχών φαίνεται να υποχωρεί μπροστά στην ηθική ανωτερότητα του αγώνα και στην πίστη σε υψηλά ιδανικά.
Ωστόσο, πέρα από τον λυρικό μετασχηματισμό των Ελλήνων στρατιωτών από τους στίχους των ποιητών και την απογύμνωσή τους από κάθε γήινο στοιχείο, υπάρχει και η φρίκη του πολέμου και, φυσικά, ο ανθρώπινος, πρωτόγονος φόβος απέναντι στην προοπτική του θανάτου. Ένας φόβος που πολλές φορές στο μέτωπο των μαχών εμφανίζεται όχι ως μία πιθανότητα, αλλά ως μία οδυνηρή βεβαιότητα.
«Τούτες τις ξεχωριστές ώρες, που η ζωή μου είναι τόσο κοντά στο θάνατο και τα χέρια μου είναι τόσο μακριά απ' τα δικά σου...»(Στρατής Μυριβήλης, «Η Ζωή εν Τάφω»).
Μπροστά σε αυτό το ενδεχόμενο, που τείνει να γίνει βεβαιότητα, το σώμα αναπτύσσει τις δικές του υλικές, γήινες αντιδράσεις, αφού είναι συνυφασμένο με τη ζωή και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και της επιβίωσης. Πόσα αποθέματα ηρωισμού μπορεί να έχει μια ψυχή για να αντέξει την ταπείνωση της λιποταξίας και πόση δύναμη χρειάζεται ένας στρατιώτης στο μέτωπο για να προσπεράσει τον παραλυτικό τρόμο του θανάτου;
Και, τελικά, πόσο εύκολο είναι να απαιτούμε από έναν άνθρωπο να υπερβεί τα όριά του, όταν εμείς οι ίδιοι δεν έχουμε βιώσει την αβάσταχτη εγγύτητα του θανάτου;
Ο Μυριβήλης είναι από τους συγγραφείς που, στο έργο του «Η Ζωή εν Τάφω», περιέγραψαν με αντιηρωικά χρώματα το σωματικό και ψυχικό άλγος του στρατιώτη. Δεν αποσιωπά την αγωνία του ούτε εξωραΐζει τη φρίκη του πολέμου. Αντίθετα, αναδεικνύει τον άνθρωπο που κρύβεται πίσω από τη στρατιωτική στολή και τον ήρωα που δοκιμάζεται από τις πιο ακραίες συνθήκες της ανθρώπινης ύπαρξης.
«Γιατί είναι απαραίτητο να σκοτώσουν και να μας σκοτώσουν; Ποιόνε να το ρωτήσω. Συλλογιέμαι: πού να βρίσκεται η μήτρα του κακού;» (Στρατής Μυριβήλης, «Η Ζωή εν Τάφω»).
Θα μπορούσε να πει κανείς πως στον πόλεμο ο στρατιώτης εξοικειώνεται με τον θάνατο, αφού όλα γύρω του τον εμπεριέχουν και τον υπενθυμίζουν. Βομβαρδισμένο τοπίο, ήχοι όπλων και οβίδων, τραυματίες και ημιθανείς στρατιώτες, νεκρά σώματα και, το κυριότερο, η υποχρέωση να σκοτώσει τον εχθρό πριν εκείνος τον σκοτώσει.
Πρόκειται, όμως, για πραγματική εξοικείωση με τον θάνατο ή για μία αναγκαστική προσαρμογή σε μια καθημερινότητα που απειλεί διαρκώς την ύπαρξή του;
Στο μυαλό του στρατιώτη δεσπόζει, από τη μία πλευρά, η έγνοια για το πώς θα αποφύγει τον θάνατο και, από την άλλη, η αγωνία για το πώς θα σκοτώσει τον αντίπαλο πριν γίνει ο ίδιος ο ιδανικός στόχος γι' αυτόν. Η επιβίωση μετατρέπεται σε καθημερινή αγωνία και η ζωή περιορίζεται συχνά στην αναμονή της επόμενης στιγμής, της επόμενης έκρηξης, του επόμενου κινδύνου.
Τον πρωτόγονο ανθρώπινο φόβο προς τον θάνατο μπορεί να τον απωθήσει για λίγο το Χρέος προς την Πατρίδα ή και η πίστη προς κάποια ιδανικά και ιδέες, αλλά ποτέ και τίποτα δεν μπορεί να τον εξαλείψει, είτε ως πραγματικότητα είτε ως αναπάντεχη προοπτική. Η συνείδηση του καθήκοντος μπορεί να ενισχύσει την ψυχική αντοχή του στρατιώτη, δεν μπορεί, όμως, να καταργήσει την ανθρώπινη φύση του.
Η σύγκρουση ανάμεσα στο ένστικτο της επιβίωσης και στο χρέος προς κάτι υψηλό, που στη λογική του εμπεριέχει και τον θάνατο, είναι αδυσώπητη. Κι αυτό γιατί στο μέτωπο ο θάνατος δεν συνιστά μόνον μία απλή πιθανότητα ή μία μεταφυσική έννοια, ευεπίφορη για φιλοσοφικό στοχασμό, αλλά μία κατάσταση που τείνει να γίνει πραγματικότητα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το υποκείμενο, δηλαδή τον στρατιώτη.
Το επικούρειο «ανύποπτον ο θάνατος» φαίνεται να μην πείθει και να μην απαλύνει τον φόβο και την υπαρξιακή αγωνία του στρατιώτη στο μέτωπο. Η φιλοσοφική σκέψη μπορεί να προσφέρει παρηγοριά στον άνθρωπο που στοχάζεται τον θάνατο από απόσταση. Πόσο, όμως, μπορεί να ανακουφίσει εκείνον που ακούει τις οβίδες να σκάνε δίπλα του και αισθάνεται πως η επόμενη μπορεί να είναι η τελευταία του στιγμή;
Οι τραυματισμένοι και ημιθανείς συστρατιώτες δίπλα στον μαχόμενο στρατιώτη τού θυμίζουν τυραννικά τον στίχο του Σολωμού: «Γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα». Η αντίθεση ανάμεσα στη γλυκύτητα της ζωής και στη σκοτεινότητα του θανάτου αποκτά στο πολεμικό μέτωπο μια τραγική αμεσότητα. Δεν αποτελεί πλέον μια ποιητική σύλληψη, αλλά μια βιωμένη πραγματικότητα.
Οι σκηνές ηρωισμού ή αυτοθυσίας που διαβάζουμε ή ακούμε στις επετείους δεν αναιρούν τον φόβο προς τον θάνατο, αφού πρόκειται για οριακές στιγμές υπέρβασης της γήινης φύσης των ανθρώπων. Η γενναιότητα δεν σημαίνει απουσία φόβου, αλλά ικανότητα αντίστασης απέναντί του. Και ακριβώς γι' αυτό η ηρωική πράξη αποκτά μεγαλύτερη αξία, όταν αναλογιστούμε το ανθρώπινο τίμημα που ενδεχομένως προϋποθέτει.
Σχετική είναι και η περιγραφή ενός αμερικανού δημοσιογράφου που βρέθηκε στα αλβανικά βουνά τις πρώτες ημέρες του πολέμου:
«Ποτέ δεν είδα στρατιώτες να γλεντούν τον πόλεμο και τις κακουχίες όσο οι Έλληνες. Ο ελληνικός στρατός έχει το υψηλότερο ηθικό παρά τη λάσπη, τη βροχή και τα χιόνια. Είναι άντρες με σιδερένιους μυς και θερμή καρδιά».
Αν οι παραπάνω διαπιστώσεις εμπεριέχουν μία αλήθεια, τότε ας αναλογιστούμε το μέγεθος της θυσίας του Έλληνα στρατιώτη στα αφιλόξενα και χιονισμένα βουνά της Αλβανίας στον πόλεμο του 1940. Το υψηλό ηθικό και η αντοχή στις κακουχίες δεν σημαίνουν ότι ο στρατιώτης έπαψε να φοβάται. Αντίθετα, καθιστούν ακόμη πιο αξιοθαύμαστη την προσπάθειά του να συνεχίσει τον αγώνα, ενώ η ζωή του βρισκόταν διαρκώς σε κίνδυνο.
Οι αναφορές στον αρχέγονο ανθρώπινο φόβο των στρατιωτών απέναντι στην πιθανότητα, έως και βεβαιότητα, του θανάτου στο πολεμικό μέτωπο δεν στοχεύουν στη μείωση της εθνικής τους θυσίας ούτε στην αποηρωοποίησή τους, αλλά τουναντίον. Στοχεύουν στην περιγραφή και ανάδειξη μιας ανθρώπινης εμπειρίας σε οριακές στιγμές της ύπαρξης, όπου η Ζωή συγκρούεται με τον Θάνατο, το ανθρώπινο με το χρέος και το ατομικό με το συλλογικό.
Κάθε φορά που διαβάζω ή ακούω την «Πορεία στο Μέτωπο» από το «Άξιον Εστί» του Ελύτη, εστιάζω στο «Οι, όι Μάνα μου». Είναι η επιτομή του ανθρώπινου πόνου και μια έμμεση, άρρητη ομολογία πως στο πολεμικό μέτωπο ο στρατιώτης μάχεται όχι μόνον απέναντι στις δυνάμεις του αντίπαλου στρατού, όχι μόνον απέναντι στη σωματική κόπωση και στις συνθήκες του πολεμικού μετώπου-πείνα, κρύο, λάσπη, εξάντληση, αλλά και απέναντι στον εγγενή ανθρώπινο φόβο προς τον θάνατο, που συνιστά την κανονικότητα σε έναν πόλεμο.
Το «Οι, όι Μάνα μου» συμπυκνώνει όσα συχνά δεν μπορούν να εκφράσουν οι επετειακοί λόγοι. Είναι η κραυγή του ανθρώπου που, μπροστά στο τέλος, αναζητά ασυνείδητα την πιο βαθιά και πρωταρχική εστία ασφάλειας: τη Μάνα. Η επίκλησή της δεν ακυρώνει τον μαχητή ούτε μειώνει το ηθικό του ανάστημα. Αντίθετα, μας αποκαλύπτει ότι ακόμη και ο πιο γενναίος στρατιώτης παραμένει ένας άνθρωπος που επιθυμεί να ζήσει.
Ο άνθρωπος-στρατιώτης απέναντι στον θάνατο αισθάνεται μια απέραντη μοναξιά, κι ας βρίσκονται δίπλα του δεκάδες άλλοι στρατιώτες: άλλοι φοβισμένοι, άλλοι τραυματισμένοι, άλλοι λιπόθυμοι, ημιθανείς ή νεκροί. Η μοναξιά αυτή δεν είναι απλώς η απουσία συντροφιάς, αλλά η αδυναμία να μοιραστεί κανείς ολοκληρωτικά την προσωπική του αγωνία μπροστά στο ενδεχόμενο του τέλους.
Σε τέτοιες συνθήκες, πόσες αντιστάσεις μπορεί και πρέπει να έχει ένας άνθρωπος-στρατιώτης για να επιτελέσει το Χρέος προς την Πατρίδα και την Ελευθερία; Γιατί ο Πόλεμος δεν τσακίζει μόνον το σώμα, αλλά τρομάζει και την ψυχή. Η αντοχή δεν είναι ανεξάντλητη και η ανθρώπινη ψυχή δεν διαθέτει πάντοτε τις ίδιες δυνάμεις αντίστασης. Η αναγνώριση αυτής της αλήθειας δεν αποτελεί μομφή για τον στρατιώτη, αλλά ουσιαστική κατανόηση της τραγικής του δοκιμασίας.
Σχετικά γράφει ο Στρατής Μυριβήλης στο έργο του «Η Ζωή εν Τάφω»:
«Ο Πόλεμος, προτού να τσακίσει το κορμί αποσυνθέτει πρώτα λίγο-λίγο κι αλύπητα την ψυχή μες στην απομόνωση της υπόγειας ζωής. Η αδιάκοπη τρομάρα που κατοικεί μαζί σου μέσα στο αμπρί...»
Ο πόλεμος, λοιπόν, δεν είναι μόνον μια αναμέτρηση στρατών, όπλων και πολεμικών σχεδίων. Είναι και μια αδυσώπητη δοκιμασία της ανθρώπινης ψυχής, μια καθημερινή σύγκρουση με τον φόβο, την απώλεια και την αβεβαιότητα. Πίσω από τις στρατιωτικές νίκες και τις ιστορικές επετείους υπάρχουν άνθρωποι που έζησαν την αγωνία, πλήρωσαν το τίμημα και, σε πολλές περιπτώσεις, δεν επέστρεψαν ποτέ.
Δεν είναι, λοιπόν, καθόλου λιγότερο γενναίοι και ήρωες όσοι στρατιώτες στο μέτωπο, απέναντι στην προοπτική του επερχόμενου θανάτου, εξακολουθούν να αισθάνονται άνθρωποι και όχι σπάνια λυγίζουν από τον φόβο. Το αντίθετο. Η ανθρώπινη ευαλωτότητά τους δεν μειώνει το μεγαλείο της θυσίας τους, αλλά το καθιστά βαθύτερο και ουσιαστικότερο.
Ίσως, τελικά, το πραγματικό νόημα του ηρωισμού να βρίσκεται ακριβώς εδώ: όχι στην απουσία του φόβου, αλλά στη δύναμη να σταθεί κανείς απέναντί του. Και το «Οι, όι Μάνα μου» ας μας θυμίζει πάντα τον άνθρωπο πίσω από τον ήρωα.
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)



.jpg)
.jpg)
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου