Αναζητώντας το ΕΓΩ μας…
&. Γράφει ο Ηλίας Γιαννακόπουλος, Blog "ΙΔΕΟπολις"
*Mία καταβύθιση στα άδυτα του ΕΓΩ και του εσωτερικού μας κόσμου
Ποιον άνθρωπο αντικρίζουμε κάθε πρωί στον καθρέφτη; Τον ίδιο που κοιμήθηκε το προηγούμενο βράδυ ή έναν άλλον, έστω και λίγο διαφορετικό; Το ΕΓΩ μας μοιάζει αυτονόητο, ίσως επειδή μας συνοδεύει διαρκώς. Κι όμως, όσο περισσότερο επιχειρούμε να το γνωρίσουμε, τόσο περισσότερο μας διαφεύγει.
Πόσες και πόσες φορές δεν αναρωτηθήκαμε «μα εγώ το έκανα αυτό;», «πώς δεν μπόρεσα να το σκεφτώ αυτό;», «τι είναι αυτά που λέω τώρα;», «μετά από όλα αυτά, Εαυτέ μου, δεν σε αναγνωρίζω!». Είναι στιγμές κατά τις οποίες ο άνθρωπος στέκεται απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό σαν να αντικρίζει έναν άγνωστο. Και τότε γεννιέται το παράδοξο: Πώς είναι δυνατόν να είμαι εγώ και ταυτόχρονα να μην αναγνωρίζω τον εαυτό μου;
Αυτά κι άλλα πολλά μπορεί να έχει καταγράψει κάποιος στη ζωή του σε στιγμές που απορεί ή αδυνατεί να αναγνωρίσει στα λόγια, στις σκέψεις και στις πράξεις του τον ΕΑΥΤΟ του. Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι πάντοτε ένας και αδιαίρετος εαυτός. Μέσα του συνομιλούν, συγκρούονται και συχνά αλληλοαναιρούνται διαφορετικές φωνές, επιθυμίες και φόβοι. Κάποτε επικρατεί η λογική, κάποτε το συναίσθημα, κάποτε η ανάγκη και κάποτε μια δύναμη που ούτε ο ίδιος μπορεί εύκολα να κατονομάσει.
Αλήθεια, πόσο δύσκολο τελικά είναι να γνωρίζουμε ή και να ελέγχουμε το ΕΓΩ μας, όπως τουλάχιστον μας το προσδιόρισε ο Φρόιντ*; Έχουμε πολλά ΕΓΩ ή ένα με πολλές παραλλαγές, που πολλές φορές αγνοούμε ακόμη και τον αριθμό τους; Πόσο ελεύθερο και αυτόνομο είναι αυτό το ΕΓΩ μας που μας συνοδεύει καθημερινά; Είναι τόσο εξαρτημένο από το ασυνείδητο ή κι αυτό είναι μια πλάνη του Φρόιντ; Και αν το ασυνείδητο μιλά μέσα μας χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, τότε ποιος τελικά αποφασίζει για εμάς;
Γιατί πολλές φορές νιώθουμε πως άλλα σκεπτόμαστε, άλλα επιθυμούμε, άλλα προγραμματίζουμε και τελικά άλλα πράττουμε; Ποιος τελικά μας διαφεντεύει και έχει τον τελευταίο και καθοριστικό ρόλο στη ζωή μας; Είμαστε υποχείρια εξωγενών δυνάμεων ή τυφλά όργανα κάποιας βαθύτερης και ανεξερεύνητης εσωτερικής δύναμης (ασυνείδητο το είπε ο Φρόιντ);
Ίσως, τελικά, η ελευθερία μας να μην είναι απόλυτη, αλλά ένας διαρκής αγώνας ανάμεσα σε αυτό που θέλουμε να είμαστε και σε αυτό που, χωρίς να το γνωρίζουμε πάντοτε, μας ωθεί να γίνουμε.
Συχνά, επίσης, νιώθουμε την ανάγκη να εκφράσουμε τον εσωτερικό μας κόσμο, χωρίς ωστόσο να γνωρίζουμε αν αυτός ο κόσμος υπάρχει αντικειμενικά και αυτόνομα ή είναι προϊόν άλλων εξωγενών παραγόντων που κι αυτοί συχνά αλλάζουν. Ο εσωτερικός κόσμος, άλλωστε, δεν είναι ένα κλειστό δωμάτιο με αμετακίνητα έπιπλα. Είναι περισσότερο ένας χώρος σε διαρκή αναδιάταξη, όπου οι εμπειρίες του χθες συναντούν τα γεγονότα του σήμερα και τις προσδοκίες του αύριο.
Ο άνθρωπος δεν ζει στο κενό. Επηρεάζεται και επηρεάζει, διαμορφώνεται και διαμορφώνει. Οι σκέψεις, οι λέξεις μας, τα συναισθήματα, η ηθική, ακόμη και η επιθυμητή εικόνα για τον κόσμο μας είναι καταλυτικά προσδιορισμένα από το εξωτερικό περιβάλλον. Κι αν στα παραπάνω προστεθούν η ανάγκη του «ανήκειν», όπως και η βαθιά επιθυμία της επιβεβαίωσης και αναγνώρισης από τους άλλους, τότε γίνεται αντιληπτό πόσους συμβιβασμούς, υποχωρήσεις ή προσαρμογές κάνουμε.
Αποτέλεσμα όλων αυτών να συνιστά τη μέγιστη αυταπάτη να θεωρούμε ως αδιαπραγμάτευτη αλήθεια την καθαρότητα και αυτονομία του ΕΓΩ μας και, γενικότερα, του εσωτερικού μας χώρου, που πολύ λίγο είναι «εσωτερικός».
Οι άνθρωποι με τους οποίους συναναστρεφόμαστε καθημερινά, οι χώροι και οι τόποι όπου ζήσαμε ή ζούμε, οι λέξεις που μάθαμε και με αυτές προσλαμβάνουμε την πραγματικότητα και εκφράζουμε τις σκέψεις μας ή σκεπτόμαστε με αυτές, η περιρρέουσα πνευματική ατμόσφαιρα, τα μικρά ή μεγάλα γεγονότα, ακόμη κι ένα βιβλίο, μια ταινία ή ένα τραγούδι είναι λίγοι μόνο από τους παράγοντες που δεν μας επιτρέπουν να υπερηφανευόμαστε για τον αυτοπροσδιορισμό μας.
Ακόμη και η γλώσσα, μέσα από την οποία επιχειρούμε να περιγράψουμε τον εαυτό μας, δεν είναι δική μας δημιουργία. Την παραλαμβάνουμε έτοιμη από τους άλλους και μέσα από αυτήν μαθαίνουμε να ονομάζουμε τον κόσμο και τον εαυτό μας.
Και πώς μπορεί κάποιος να ορίσει το ΕΓΩ του ή να περιγράψει τον εσωτερικό του κόσμο όταν όλα βρίσκονται σε μία διαρκή κίνηση και αλλαγή; Ποια στιγμή είναι αυτή που αποκρυσταλλώνεται μόνιμα και σταθερά το ΕΓΩ μας και ο εσωτερικός μας κόσμος για να μπορούμε να τα ορίσουμε; Μήπως κάθε ορισμός είναι τελικά μια φωτογραφία μιας στιγμής και όχι η πλήρης εικόνα του ανθρώπου; Μήπως, δηλαδή, κάθε φορά που λέμε «αυτός είμαι», περιγράφουμε απλώς αυτό που είμαστε τώρα και όχι αυτό που υπήρξαμε ή αυτό που πρόκειται να γίνουμε;
Αυτή ήταν και η κύρια ένσταση εναντίον της θεωρίας του Ηράκλειτου περί συνεχούς αλλαγής όλων εκείνων που πίστευαν πως ο κόσμος και ο άνθρωπος ειδικότερα, στη βασική του δομή, είναι σταθερός και αμετάβλητος παρά τις επιφανειακές αλλαγές που φαίνονται να συμβαίνουν (Παρμενίδης).
Αν ο Ηράκλειτος μας υπενθυμίζει πως όλα ρέουν, ο Παρμενίδης αναζητά πίσω από τη μεταβολή το σταθερό και αμετάβλητο Είναι. Και ίσως το ανθρώπινο ΕΓΩ να βρίσκεται ακριβώς σε αυτήν την ένταση: Ανάμεσα στην ανάγκη μας να αναγνωρίζουμε μια συνέχεια του εαυτού μας και στην πραγματικότητα μιας διαρκούς εσωτερικής μεταβολής.
Μια άλλη παράμετρος της ακριβούς περιγραφής του βαθύτερου ΕΓΩ μας ή του εσωτερικού μας κόσμου είναι και η αδυναμία μας να ορίσουμε με σαφήνεια το περιεχόμενό τους.
Ποια μπορεί, δηλαδή, να είναι τα συστατικά του; Οι σκέψεις, τα συναισθήματα, οι επιθυμίες, οι φαντασιώσεις, οι εμπειρίες, τα βιώματα, οι ελπίδες, οι αγωνίες, τα άγχη, οι φόβοι του...; Όλα αυτά μπορούν να αλλάξουν ταχύτατα μόνο και μόνο στη σκέψη μιας πιθανής ανίατης ασθένειας ή από τον φόβο μιας πιθανής οικονομικής καταστροφής. Ένα και μόνο γεγονός μπορεί να μετακινήσει μέσα μας ισορροπίες που θεωρούσαμε ακλόνητες και να μας οδηγήσει σε συμπεριφορές που ούτε εμείς οι ίδιοι περιμέναμε.
Άρα πώς μπορούμε να ορίσουμε με ευκρίνεια και επιστημονική πιστότητα τον χαώδη αυτόν χώρο, όταν αυτός υφίσταται και λειτουργεί με τους νόμους ενός παλιρροϊκού κύματος; Άλλοτε υποχωρεί, άλλοτε διογκώνεται, άλλοτε παρασύρει και άλλοτε αφήνει πίσω του συντρίμμια και νέα δεδομένα. Και ίσως το πιο δύσκολο δεν είναι να παραδεχτούμε ότι αλλάζουμε, αλλά να αποδεχτούμε ότι δεν γνωρίζουμε πάντοτε προς τα πού και γιατί αλλάζουμε.
Κι αν αυτή η ελαστικότητα και το ευμετάβλητο του ΕΓΩ μας και του εσωτερικού μας κόσμου συνιστούν μία εγνωσμένη και αποδεκτή πραγματικότητα, πώς μπορούμε να διαμορφώσουμε τη συμπεριφορά μας απέναντι στους συνανθρώπους μας; Κι αυτό γιατί όλες οι σχέσεις μας προϋποθέτουν και ένα ελάχιστο σώμα «σταθερών» για να ευδοκιμήσουν. Χωρίς κάποια συνέχεια χαρακτήρα, μνήμης, αξιών και λόγου, η εμπιστοσύνη θα ήταν σχεδόν αδύνατη και κάθε σχέση θα έμοιαζε με συνάντηση δύο αγνώστων που αλλάζουν διαρκώς πρόσωπο.
Ας μην απορούμε, λοιπόν, όταν στις διαπροσωπικές και κοινωνικές μας σχέσεις πολλές φορές παραπονιόμαστε πως διαψευστήκαμε από τη γνώμη που είχαμε για τους άλλους ή οι άλλοι για εμάς. Δεν είναι πάντοτε η υποκρισία ή η ασυνέπεια που ευθύνεται. Ίσως είναι και η ίδια η φύση του ανθρώπου, που δεν παραμένει ακριβώς ο ίδιος μέσα στον χρόνο. Ο άλλος που γνωρίσαμε χθες μπορεί να είναι διαφορετικός σήμερα, όπως διαφορετικοί μπορούμε να είμαστε κι εμείς από εκείνους που υπήρξαμε κάποτε.
Γιατί στο υπόβαθρο τόσο του ΕΓΩ μας όσο και του συμβατικά λεγόμενου «εσωτερικού κόσμου» μας εδρεύει η τρίαινα του Ποσειδώνα που μπορεί ανά πάσα στιγμή να προκαλέσει παλιρροϊκά κύματα. Η εικόνα αυτή ίσως αποδίδει παραστατικά την ασταθή ισορροπία του ανθρώπινου ψυχισμού: Ένα ερέθισμα, μια ανάμνηση, ένας φόβος, μια λέξη, μια απώλεια ή μια προσδοκία μπορεί να ταράξει τα ήρεμα νερά και να φέρει στην επιφάνεια κάτι που πιστεύαμε πως είχαμε ξεχάσει ή ξεπεράσει.
Να, λοιπόν, γιατί για πολλούς συνιστά ματαιοπονία να εξερευνήσουμε τον εσωτερικό μας κόσμο ή να ορίσουμε με ακρίβεια το ΕΓΩ μας, όπως το περιέγραψε ο Φρόιντ και οι άλλοι ψυχαναλυτές. Ίσως, όμως, η αξία της αναζήτησης να μη βρίσκεται στην τελική και οριστική απάντηση, αλλά στην ίδια την προσπάθεια. Το να αναζητούμε τον εαυτό μας μπορεί να είναι σημαντικότερο από το να πιστεύουμε ότι κάποτε θα τον έχουμε εξαντλητικά γνωρίσει.
Ας μην βαυκαλίζονται, όμως, κάποιοι πως ο άνθρωπος, στον βαθμό που είναι το μοναδικό έμβιο ον του πλανήτη μας που μπορεί να αναρωτηθεί για τον Εαυτό-ΕΓΩ του, θα μπορέσει κάποτε και να ανιχνεύσει τη βαθύτερη ουσία (ύλη, πνεύμα;) που κινεί και ρυθμίζει όλες τις ανθρώπινες λειτουργίες. Η ικανότητα να θέτουμε ερωτήματα δεν σημαίνει αυτομάτως και ικανότητα να δίνουμε οριστικές απαντήσεις. Μπορεί, μάλιστα, η μεγαλύτερη σοφία να βρίσκεται στην επίγνωση των ορίων της αυτογνωσίας μας.
Η απόλυτη εξιχνίαση και περιγραφή του ΕΓΩ μας και του εσωτερικού μας κόσμου αργεί ακόμη και ο άνθρωπος χρειάζεται να διδαχτεί πολλά από τα τρία χτυπήματα που δέχτηκε ιστορικά ο ναρκισσισμός του (Κοπέρνικος, Δαρβίνος, Φρόιντ). Κάθε ένα από αυτά τα «χτυπήματα» περιόρισε μια διαφορετική μορφή ανθρώπινης αυταρέσκειας και μας υπενθύμισε πως δεν είμαστε πάντοτε στο κέντρο ούτε του Σύμπαντος, ούτε της ζωής, ούτε ακόμη και του ίδιου μας του ψυχισμού.
Ο μόνος σωστός και τελεσφόρος δρόμος είναι να μην αρκούμαστε στις παραδοσιακές βολικές μας βεβαιότητες και να απαλλαγούμε το γρηγορότερο από τη λατρεία των ειδώλων μας. Να αποδεχτούμε, δηλαδή, πως το ΕΓΩ μας δεν είναι ένα ακίνητο άγαλμα αλλά ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο έργο, το οποίο διαμορφώνεται μέσα από τη μνήμη, τις σχέσεις, τις επιλογές, τις ήττες και τις προσδοκίες μας. Ίσως η αυτογνωσία να μην είναι η ανακάλυψη ενός κρυμμένου και αμετάβλητου «εγώ», αλλά η διαρκής προσπάθεια να κατανοούμε τις μεταμορφώσεις του.
Η παρακάτω στροφή από το ποίημα του Τίτου Πατρίκιου «Σε βρίσκει η Ποίηση» ίσως να μας φανεί χρήσιμη για την ανακάλυψη του βαθύτερου ΕΓΩ μας.
"Όταν φτάσεις κάποτε ν’ ανακαλύψεις/ πόσες ακόμα αυταπάτες συντηρούσες/όταν αναγκαστείς ν’ αναγνωρίσεις/κι εκείνα που δεν ήθελες να παραδεχτείς/όταν πέσει και το τελευταίο είδωλο/που πάνω του στήριζες την πίστη σου/τότε μπορεί ν’ αρχίσεις να μαθαίνεις/πόσο βαθιά πηγαίνουν, πόσο είναι σκοτεινές/οι ρίζες της καθεμιάς σου πράξης".
Ίσως, τελικά, το ΕΓΩ να μην είναι ένας προορισμός που κάποτε κατακτούμε, αλλά ένας δρόμος που διαρκώς ανοίγεται μπροστά μας. Να αναζητούμε τον εαυτό μας χωρίς την ψευδαίσθηση ότι θα τον γνωρίσουμε ολοκληρωτικά. Γιατί, όπως θα έλεγε ο Ηράκλειτος, «Εδιζησάμην εμαυτόν» (αναζήτησα τον εαυτό μου).
*Για τον Φρόιντ, η ανθρώπινη ψυχή οργανώνεται γύρω από τρεις δυνάμεις: το Εκείνο (Id), φορέα των ενστίκτων και των επιθυμιών· το ΕΓΩ (Ego), που διαμεσολαβεί ανάμεσα στις επιθυμίες, την πραγματικότητα και το Υπερεγώ (Superego), έκφραση κανόνων, αξιών και απαγορεύσεων. Στο βάθος λειτουργεί το ασυνείδητο, όπου κρύβονται απωθημένες επιθυμίες και συγκρούσεις.


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου