Σπίτια-κουφάρια: Η Ελλάδα που αργοσβήνει…

          *Γράφει ο Ηλίας Γιαννακόπουλος, Blog "ΙΔΕΟπολις"

        Περπατώντας τελευταία στα χωριά της ελληνικής υπαίθρου, στάθηκα μπροστά σε κάποια παλιά, εγκαταλειμμένα σπίτια. Οι μισογκρεμισμένοι τοίχοι, οι κλειστές πόρτες και οι χορταριασμένες αυλές με γέμισαν μελαγχολία. Δεν είδα μόνο ερείπια, αλλά αποτυπώματα ανθρώπων και μιας ζωής που κάποτε υπήρχε και σήμερα σιωπά. Η εικόνα αυτή έγινε αφορμή για σκέψη και προβληματισμό. Έτσι γεννήθηκε το κείμενο που ακολουθεί, ως ένας μικρός φόρος μνήμης σε μια Ελλάδα που αλλάζει.

               Μπροστά στο σπίτι-κουφάρι ένιωσα μια βαθιά μελαγχολία, όχι μόνο για την εικόνα της εγκατάλειψης, αλλά κυρίως για όσα αόρατα εξακολουθούσαν να κατοικούν μέσα του. Φαντάστηκα φωνές, πρόσωπα, παιδικά βήματα, γιορτές, αγωνίες και καθημερινές στιγμές που κάποτε γέμιζαν τους χώρους του. Ένιωσα πως οι ραγισμένοι τοίχοι δεν ήταν απλώς πέτρες, αλλά πληγωμένες σελίδες μιας ζωής που έφυγε, αφήνοντας πίσω της τη σιωπή, τη μνήμη και ένα αναπάντητο ερώτημα για το αύριο.

         Τα χωριά μας, τα ελληνικά χωριά, που άλλοτε έσφυζαν από ζωή, φωνές και από το ηχηρό «καλημέρα» του γείτονα ή του συγχωριανού μας, τώρα ολοένα και περισσότερο τα χαρακτηρίζουν η σιωπή, η ερημιά και η εγκατάλειψη. Εκεί όπου κάποτε υπήρχε η καθημερινή ανθρώπινη παρουσία, σήμερα κυριαρχεί μια παράξενη και βαριά σιωπή.

             Οι γειτονιές τείνουν να εκλείψουν και τα παλιά ασβεστωμένα σπίτια, κήρυκες της αισθητικής και της καθαριότητας της ελληνικής επαρχίας, τα αντικαθιστούν οι μισογκρεμισμένοι τοίχοι, οι διαλυμένες κεραμοσκεπές και οι χορταριασμένες αυλές. Είναι μια εικόνα που δεν πληγώνει μόνο το βλέμμα, αλλά και τη μνήμη.
                                           
Είναι τα «Σπίτια-Κουφάρια».

         Φαίνεται πως, όταν φεύγουν οι άνθρωποι, γεράζουν και πεθαίνουν και τα σπίτια. Πόσο κοντά στην αλήθεια βρίσκεται και ο στίχος «Αχ! το σπιτάκι μου κι αυτό είχε ψυχή». Γιατί η ψυχή ενός σπιτιού δεν βρίσκεται μόνο στους τοίχους και στα αντικείμενά του, αλλά κυρίως στους ανθρώπους που κάποτε του έδωσαν ζωή.
      Ένα σπίτι στο χωριό δεν ήταν απλά ένας χώρος στέγασης της οικογένειας. Ήταν ταυτόχρονα κι ένας χώρος που κάποτε είχε φωνές, τραγούδια, αναστεναγμούς, τον καθημερινό μόχθο των ενοίκων, γιορτές, παιδιά, όνειρα, διαψεύσεις... Ήταν ένας μικρός κόσμος ζωής, ένα καταφύγιο μνήμης και ένα κομμάτι της προσωπικής και συλλογικής μας ιστορίας.

              Ένα σπίτι στο χωριό διασώζει τη μνήμη μιας άλλης ζωής, σε άλλη εποχή, και ταυτόχρονα μας καλεί σε έναν αναστοχασμό γι’ αυτά που χάνονται, για αυτά που ζούμε και για αυτά που έρχονται. Μέσα στους άδειους χώρους του μπορούμε ακόμη να «ακούσουμε» τον απόηχο μιας ζωής που πέρασε και να αναρωτηθούμε τι αφήνουμε εμείς πίσω μας.
          Τα σπίτια-κουφάρια μας παρακινούν να θυμηθούμε τους ανθρώπους που έζησαν σε αυτά και να συλλογιστούμε πως χώρος και άνθρωποι αλληλονοηματοδοτούνται και πως τα υλικά στοιχεία, χωρίς την ανθρώπινη πνοή και φροντίδα, εύκολα φθείρονται και ζουν τη δική τους «μοναξιά». Οι τοίχοι μένουν, αλλά χωρίς τους ανθρώπους που τους έδωσαν νόημα μοιάζουν ανήμποροι να αφηγηθούν ολόκληρη την ιστορία τους.

             Τα σπίτια-κουφάρια δηλώνουν με τον πιο εμφαντικό τρόπο την ερήμωση της ελληνικής υπαίθρου. Μία ερήμωση που σ’ αυτήν δεν αντανακλάται μόνον η οικιστική υποβάθμιση (παλιά σπίτια-σκιάχτρα), αλλά και η οικονομική και κοινωνική κρίση.

         Τα σπίτια-κουφάρια λειτουργούν ως οι πρεσβευτές μιας στρεβλής ανάπτυξης του νεοελληνικού κράτους (αστυφιλία, υδροκεφαλισμός...), μιας ανάπτυξης που συγκέντρωσε ανθρώπους, ευκαιρίες και ελπίδες στα μεγάλα αστικά κέντρα και άφησε την ύπαιθρο να αδειάζει αργά και σταθερά.
          Θα ήταν παράλειψη, όμως, να μην επισημάνουμε πως τα «σπίτια-κουφάρια» σηματοδοτούν και την πληθυσμιακή συρρίκνωση της χώρας μας. Το δημογραφικό ως εθνικό πρόβλημα είναι συνυφασμένο με την εγκατάλειψη της υπαίθρου. Τα σπίτια-κουφάρια προειδοποιούν πως οι πληθυσμιακές ασυνέχειες συνιστούν εθνικό πρόβλημα. Κάθε σπίτι που κλείνει οριστικά είναι, κατά μία έννοια, και ένας κρίκος της κοινωνικής συνέχειας που αποδυναμώνεται.

           Τα σπίτια-κουφάρια είναι τα σύμβολα μιας Ελλάδας που σταδιακά γερνά, αδειάζει και χάνει τη συνέχεια της ζωής της. Είναι μια σιωπηλή αποτύπωση της δημογραφικής, κοινωνικής και πολιτισμικής μας πραγματικότητας, αλλά και ένα καμπανάκι που καλεί την κοινωνία να ξανασκεφτεί το μέλλον της υπαίθρου.
             Τα σπίτια-κουφάρια δεν είναι μόνον τα ερείπια του χθες αλλά και μία προειδοποίηση για το αύριο. Η εικόνα τους δεν πρέπει να μας αφήνει αδιάφορους, γιατί μέσα από αυτήν καθρεφτίζεται ένα μέρος του δικού μας μέλλοντος.
          Είναι οι ενοχές μας και η αμνησία μας για το αύριο. Είναι η σιωπηλή υπενθύμιση ότι πολλές φορές αρκούμαστε να θρηνούμε ό,τι χάθηκε, χωρίς να αναρωτιόμαστε έγκαιρα για ό,τι ακόμη μπορεί να σωθεί.

                Κάποιοι, μπροστά σε αυτά τα σπίτια-κουφάρια, νοσταλγούν τη ζωή που χάθηκε, θυμούνται τους ανθρώπους που έφυγαν και αναπολούν την απλότητα ή τον μινιμαλισμό που σωριάστηκαν στην αγωνία και στη σπουδή της σύγχρονης εποχής να ξεχωρίσουμε και να νιώσουμε ευτυχισμένοι στο περιττό και στο φανταχτερό.

            Ίσως, τελικά, αυτά τα ερείπια να μας θυμίζουν πως η ευτυχία δεν ταυτίζεται πάντοτε με την αφθονία.
       Ωστόσο, μπροστά στα σπίτια-κουφάρια της ελληνικής υπαίθρου όλοι μας νιώθουμε κάποιο φόβο, όχι τόσο για την αισθητική των χωριών μας, αλλά για τη διάδοχη κατάσταση. Ο φόβος αυτός αφορά κυρίως το αν θα υπάρξουν άνθρωποι που θα ξαναγεμίσουν αυτούς τους χώρους με ζωή, φωνές, οικογένειες και δημιουργία.
        Μπροστά στα σπίτια-κουφάρια μπορεί η νοσταλγία και η μελαγχολία να είναι τα κυρίαρχα συναισθήματα. Ωστόσο, εμείς οφείλουμε να υπερβούμε αυτά τα συναισθήματα και να δούμε την πραγματικότητα κατάματα και να μην τα αναγάγουμε όλα στη νομοτέλεια της ζωής και στην εξουσία του ολετήρα χρόνου. Γιατί δεν είναι όλα μοιραία. Πολλά εξαρτώνται από τις επιλογές, τις πολιτικές και τη συλλογική μας ευθύνη.

           Ακόμη και τα σπίτια-κουφάρια κάτι μπορούν να μας διδάξουν. Μας διδάσκουν ότι οι κοινωνίες, όπως και τα σπίτια, χρειάζονται ανθρώπους για να παραμένουν ζωντανές. Χρειάζονται μνήμη, φροντίδα και προοπτική. Και ίσως το σημαντικότερο μάθημά τους είναι αυτό: Ότι ένα σπίτι μπορεί να σωθεί, μια γειτονιά μπορεί να ξαναζωντανέψει και ένα χωριό μπορεί να αποκτήσει ξανά φωνή, αρκεί να μη θεωρήσουμε την εγκατάλειψη αναπόφευκτη. 

       Κι όμως, τα «σπίτια-κουφάρια» δεν πρέπει να τα βλέπουμε μόνο ως μνημεία μιας ζωής που έφυγε. Είναι κυρίως ένα σιωπηλό μήνυμα προς τη σημερινή Ελλάδα και μια προειδοποίηση για το αύριο.

         Μας θυμίζουν πως όταν αδειάζει η ύπαιθρος, αδειάζει ένα κομμάτι της ίδιας της χώρας. Γιατί η Ελλάδα δεν γεννιέται ούτε αναπνέει μόνο στις πόλεις. Τρέφεται από τη γη, τα χωριά, την παραγωγή, τη μνήμη και τους ανθρώπους της. Αν θέλουμε μια Ελλάδα ζωντανή και με συνέχεια, οφείλουμε να ξαναδώσουμε στην ύπαιθρο ζωή, ανθρώπους, ευκαιρίες και μέλλον.

                   Τα σπίτια-κουφάρια ας γίνουν αφετηρία αναγέννησης

 

Σχόλια

  1. Είχες δεν είχες μ' έκανες πάλι να αναστοχαστώ και να συγκινηθώ. Σήμερα το πρωί που φύγαμε από το χωριό, λίγο πριν η Λαμπρινή γυρίσει το κλειδί της αυλόπορτας την άκουσα να λέει: άντε γεια σπιτάκι μου....
    Πριν δέκα χρόνια περίπου είχα επισκεφτεί το χωριό της μητέρας μου, είναι η Μεσοχώρα Τρικάλων, και στάθηκα αρκετή ώρα μπροστά σε ένα σπίτι κουφάρι!!
    Έφερα μπροστά μου εικόνες χαράς, λύπης, γάμους, βαπτίσεις, ονομαστικές γιορτές, αποχωρισμούς, επιστροφές παιδιών και εγγονών, και ξαφνικά όλα αυτά σταμάτησαν να υπάρχουν, τότε σκέφτηκα πως θα ήθελα να γράψω ένα ωραίο κείμενο για 'κεινο το σπίτι, πάντα με απασχολούσε η εικόνα εκείνου του σπιτιού. Σήμερα κατάλαβα το γιατί, εκείνο το σπίτι, και όλα τα παρόμοια έπρεπε να τα τιμήσει η πένα του φίλου μας του Ηλία, Ηλία συγχαρητήρια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα, Γ΄ Λυκείου (Νέες τεχνολογίες – Τεχνητή Νοημοσύνη)

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα και τη Λογοτεχνία, Γ΄ Λυκείου (Βία)

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα, Γ΄ Λυκείου (Φανατισμός)

Κριτήριο Αξιολόγησης στη Νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία, Γ΄ Λυκείου (Πόλεμος - Ειρήνη)